Χρόνος ανάγνωσης 6 ΄

Από την Ειρήνη Παπαγιάννη, Ψυχολόγο Μsc – Παιδαγωγό Μed,  Ειδικευμένη στην Παιδοψυχολογία, Πιστοποιημένο Στέλεχος Επαγγελματικής Συμβουλευτικής *

Πόνος ορίζεται: «η δυσάρεστη αισθητηριακή, συναισθηματική εμπειρία που σχετίζεται με εγκατεστημένη, επαπειλούμενη ιστική βλάβη ή περιγράφεται σε σχέση με μια τέτοια βλάβη» και είναι η αυστηρά επιστημονική έκφραση που χρησιμοποιείται από την Διεθνή Ένωση για την Μελέτη Πόνου (IASP: International Association for the Study of Pain, 1979).

Το μέγεθος του ερεθίσματος προκαλεί πόνο, ήπιο, μέτριο, σοβαρό, πολύ έντονο. Είναι γρήγορος ή αργός, οξύς ή χρόνιος , καλοήθους ή κακοήθους αιτιολογίας . Για οποιονδήποτε άνθρωπο, ο πόνος μια επίπονη αίσθηση. Είναι υποκειμενική αίσθηση, που αντιλαμβάνεται κάποιος, δεδομένων των προσωπικών εμπειριών. Κρίνεται  υποκειμενικός, αντιλαμβανόμενοι την έννοια του όρου, μέσα από επώδυνα βιώματα στα αρχικά έτη του βίου μας και  είναι βίωμα  που συσχετίζεται με τον εντοπισμό  ρεαλιστικής ή υποθετικής ιστικής καταστροφής.  Καταγράφεται ως διαπεραστική και ενοχλητική εμπειρία ή ως συναισθηματική, ψυχική και σωματική αντίδραση. Επιπροσθέτως, κάθε πόνος μεσαίας ή περισσότερης έντασης συνοδεύεται από στρες και τάση  αποφυγής ή τερματισμό της εμπειρίας. Τα στοιχεία αυτά χαρακτηρίζουν τη δυαδική φύση του πόνου, δηλαδή την αίσθηση και το συναίσθημα. Ο πόνος δύναται να έχει αρνητική επιρροή στις καθημερινές λειτουργίες του ανθρώπου. Το αίσθημα  ενός οξέος, αφόρητου πόνου,  καταστέλλει τη ζωή του ατόμου, ελαχιστοποιώντας τα standards  της καθημερινής λειτουργικότητάς, επηρεάζοντας στην ικανότητά του . Παράλληλα, η  νοηματοδότηση του πόνο που βιώνει ο ασθενής , επιδρά στη συμμόρφωση της αγωγής του (Harisson, 2008).

Τα χαρακτηριστικά του πόνου

Ο πόνος για τον άνθρωπο αναφέρεται στην υποκειμενική αίσθηση των προσωπικών βιωμάτων . Για τον επαγγελματία υγείας ο πόνος δεν υπάρχει παρά μόνο όταν  το καταγράφει ο ασθενής (Price & Pierre, 2006). Ο χρόνιος, είναι ο πόνος άνω τριών μηνών ή εμμένει ένα μήνα, πέρα από το σύνηθες μιας οξείας ασθένειας ή ενός εύλογου διαστήματος που χρειάζεται η επούλωση ενός τραύματος. Μπορεί να διαρκέσει πολλά έτη. Κατά την διάρκειά του να παραμένει σταθερός, να αυξάνεται ή να μειώνεται. Δύναται να επιδρά αρνητικά στον ύπνο, να περιορίζει την όρεξη και να δημιουργεί κατάθλιψη και μελαγχολία. Εμφανίζεται σε χρόνιες καταστάσεις παθολογικού χαρακτήρα και υποτροπιάζει. Σε πόνο παθολογίας σταματά η εκλεκτικότητα ή εξειδίκευση του σωματοαισθητικού συστήματος και δημιουργείται άνιση ισορροπία  μεταξύ ερεθίσματος και απόκρισης. Το ερέθισμα δεν προκαλεί αντίστοιχη απόκριση. Δεν υφίσταται «κατάλληλο ερέθισμα». Ο πόνος μπορεί να γεννηθεί από ερέθισμα ήσσονος σημασίας , να είναι αφόρητος και μεγάλης διάρκειας (Kremer et al., 1981).

Καταγράφονται συστήματα κατάταξης του πόνου που τον εντάσσουν σε κατηγορίες ανάλογα με: την εντόπιση, την διάρκεια, την συχνότητα, τον υποκείμενο αιτιολογικό παράγοντα, την ένταση . Λαμβάνοντας υπόψη  τις συγκεκριμένες συνιστώσες του οδυνηρού  βιώματος η κατάταξη του πόνου είναι συχνά περίπλοκη και πηγή σύγχυσης για τους επαγγελματίες υγείας. Απόλυτος διαχωρισμός ανάμεσα στα διάφορα συστήματα δεν είναι εφικτός, αφού αρκετές συνιστώσες αλληλεπικαλύπτονται, ενώ άλλες παραλείπονται από σύστημα σε σύστημα. Στα  συστήματα ο πόνος ταξινομείται βάσει (Eliot & Cole, 2002): α) την εντόπιση β) την διάρκεια γ) τον αιτιολογικό παράγοντα  δ) την ένταση.

Η  κατάταξη του πόνου βάσει της έντασης είναι συνήθως η μικρής αξίας από τις προηγούμενες μιας και η ένταση είναι ένα ξεχωριστό, συνεχώς μεταβαλλόμενο στοιχείο για τον ασθενή. Καταλαβαίνει κανείς πόσο  σημαντικό είναι το προσωπικό στοιχείο, της υποκειμενικότητας, στην κατάταξη της έντασης μιας άσχημης εμπειρίας και άρα πόσο υποκειμενική μπορεί να θεωρείται μια τέτοια κατάταξη (Eliot & Cole, 2002).

Η  Ψυχολογική αντίληψη του πόνου

Ο χρόνιος πόνος είναι τραυματική εμπειρία, που καθορίζεται από την αίσθηση αγωνίας/ δυσφορίας. Για αρκετούς ασθενείς, η ιατρική αντιμετώπιση μόνη της  δεν είναι επαρκής στην ανακούφιση από τον πόνο ή στη βελτίωση των συναισθηματικών καταστάσεων που αποφέρει. Η ψυχολογική εμπειρία ασθενών σε σχέση με τον πόνο, τα πρότυπα συμπεριφοράς που υιοθετούν, οι συναισθηματικές-κοινωνικές επιδράσεις αυτών, κρίνονται ως μεγάλης σπουδαιότητας για τη διαχείριση των περισσοτέρων περιπτώσεων. Ο πόνος έχει καθοριστική επίδραση στην καθημερινή ζωή και τούτο πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της αγωγής, στο σχήμα «ιατρική αντιμετώπιση – ψυχολογική υποστήριξη». Υιοθετώντας ολιστική αντιμετώπιση απέναντι στις νευροφυσιολογικές, συναισθηματικές, ψυχολογικές εκφάνσεις που προκαλεί ο πόνος, μπορούμε να πραγματώσουμε καθοριστικές αλλαγές στην καθημερινή ζωή  (Lance M. McCracken, 2008).

Ο πόνος δημιουργεί σωματικό και γνωστικό άγχος και η παρατεταμένη αρνητική διάθεση που επιφέρει, οδηγεί σε εκνευρισμό και αγανάκτηση, είτε με εμάς τους ίδιους ή με  συγγενείς και φίλους.

Οι γιατροί παρέχουν αγωγή για την φυσική κατάσταση του  πόνου, οι ψυχολόγοι  όμως είναι επιστημονικά καταρτισμένοι  να βοηθήσουν τον ασθενή να διαχειριστεί τον γνωστικό και ψυχολογικό παράγοντα αυτής της εξουθενωτικής εμπειρίας.

Ψυχολογικοί παράμετροι όπως η διάθεση, οι αντιλήψεις για τον πόνο και η καθημερινή αντιμετώπισή του, είναι καθοριστικής σημασίας στη διαχείρισή του.

Δεδομένου ότι ο πόνος είναι αφόρητος και παρατεταμένος ο ασθενής αναπτύσσει αρνητικές αντιλήψεις για την ζωή του, «δεν πρόκειται να γίνω καλά» ή αρνητικές ιδέες για τον πρόσωπό του,  «είμαι βάρος στους αγαπημένους  μου», «δεν μπορώ να συμμετέχω σε καθημερινές δραστηριότητες ρουτίνας». Αυτές οι πεποιθήσεις, σε συνάρτηση με τη  μειωμένη δραστηριότητα, συντελούν στην δημιουργία  έντονου άγχους, στρες  και μελαγχολίας. Αυτά δίνουν τροφή  και συντελούν στον φαύλο κύκλο του πόνου. Το γεγονός ότι ψυχολογικά αίτια έχουν επίδταση στην εμπειρία του χρόνιου  πόνου, ενισχύει την θέση για παράλληλη ιατρική και ψυχολογική στήριξη . (Eccleston, 2010).

Εκτός από την ιατρική αγωγή για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου, όπως τα παυσίπονα , η φυσικοθεραπεία, είναι μέγιστης αξίας η ψυχική και συναισθηματική  ευεξία. Με  ταυτόχρονη ψυχολογική στήριξη και τεχνικές , ο ασθενής  διαχειρίζεται  την επώδυνη αίσθηση καλύτερα. Κύριος σκοπός  της ψυχολογίας υγείας στη αντιμετώπιση  του πόνου είναι να συντελέσει  παράλληλα με ιατρικές κατευθύνσεις στη καλυτέρευση της ποιότητας ζωής του ατόμου. Ο πόνος, εκτός από « δυσάρεστη αισθητική εμπειρία, μπορεί να οριστεί και ως η εμπειρία που επηρεάζει δραματικά την ποιότητα ζωής του ασθενούς» . (IASP, 1979) Έρευνες που υλοποιήθηκαν κατέγραψαν ότι ο χρόνιος πόνος απαγορεύει στον ασθενή να έχει μια φυσιολογική καθημερινότητα, ελαττώνει τις δεξιότητές του σε επαγγελματικό πλαίσιο, συντελεί αρνητικά σε κορυφαία επίπεδα άγχους, κατάθλιψης, αίσθησης απώλειας ελέγχου στην αρρώστια του και στον πόνο που του προκαλεί. Επίσης, οδηγεί σε χαμηλή αυτοεκτίμηση, φοβίες για το μέλλον, αποξένωση, ανασφάλεια και απώλεια της ευχαρίστησης που απορρέει από καθημερινές λειτουργίες. Αυτές οι επιρροές εντείνουν περισσότερο τον πόνο και παρεμποδίζουν την διεξαγωγή της αγωγής του ασθενούς (Lance M. McCracken, 2008).

Συνεπώς, ο πόνος  σωματικά και ψυχολογικά δημιουργεί ένα παρατεταμένο άγχος  και η συνεχόμενη αίσθηση δυσφορίας που προκαλεί, έχει συνέπεια ψυχολογικές διακυμάνσεις μεγίστης έντασης. Για να καταλάβουμε περισσότερο τα παραπάνω απαιτείται να αντιληφθούμε ότι ο πόνος δεν είναι ποτέ κάτι ψεύτικο. Συχνά ο χρόνιος πόνος δεν έχει καθορισμένη – αντιληπτή αιτιολογία, αλλά αυτό δεν κάνει τον πόνο λιγότερο αληθινό. Το αίσθημα του πόνου είναι υποκειμενικό. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον πόνο με ξεχωριστή διάσταση και παρά «τα εργαλεία μέτρησής του», συνεχίζουμε να μην κατέχουμε την  εύκολη πρόσβαση και αντικειμενικούς τρόπους καταμέτρησης της έντασης του πόνου. Συνεπώς, το πώς βιώνουν οι ασθενείς  τον πόνο δεν  γίνεται  εύκολα αντιληπτό, ούτε από επαγγελματίες υγείας, ούτε από το οικογενειακό και φιλικό  περιβάλλον. Έτσι, δείχνουν υπερβολικοί και ο πόνος τους είναι υπό αμφισβήτηση. O πόνος μπορεί να περιοριστεί και σταματήσει να ελέγχει την καθημερινή δραστηριότητα των ανθρώπων, αρκεί το άτομο που πονά να στηριχθεί ολιστικά αλληλεπιδρώντας ιατρικά και ψυχολογικά. Η ανακούφιση του πόνου, χρειάζεται συστηματική και μεθοδευμένη προσπάθεια,  συνεργασία από τον ασθενή, επιμονή, ώστε να προσαρμοστεί στις καινούργιες και εναλλασσόμενες φάσεις που θα βρει στο δρόμο του.

Έρευνες κατέδειξαν ότι η διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας, της κοινωνικότητας, της αυτοεικόνας και ο σεβασμός στη φαρμακευτική αγωγή είναι παράγοντες που τ5α άτομα  χρόνιου πόνου πρέπει να εξασφαλίσουν, ώστε να αντιμετωπίσουν όσο το δυνατόν  θετικότερα το επώδυνο βίωμα στο οποίο εισήλθαν.

Πηγές

Harrison, S., (2008). Clinical Neurology. Μεταφρ. Θ. Ντινόπουλος. Αθήνα: Ιατρικές Εκδόσεις Παρισιάνου

Eccleston, C., (2010). Psychology of chronic pain and evidence based psychological interventions. In C.F. Stammard, E. Kalso & J. Ballantyne (Eds.). Evidence based chronic pain management. Oxford: BMJ Books

McCracken, Lance, M., (2008). Psychology and chronic pain. Anaesthesia & Intensive Care Medicine, Volume 9, Issue 2, February 2008, Pages 55–58.

Eliot, B., Cole, M., D., (2002). Pain Managment. Classifying, Understanding, and Treating Pain.Hospital Physician. American Academy Of Pain Management

Kremer, E., Atkinson, J., H., Ingelzi, R.,J., (1981). Measurement of pain: patient preference does not confound pain measurement. Medline, 10(2)

Price, D., Pierre, R ., (2006). Hypnotic Analgesia. Wall and Melzack s Textbook of Pain. Elsevier Churchill Livingstone

Williams, G,H., (1984). The genesis of chronic illness: narrative reconstruction. Sociology of Health and Illness, 7, 175–200.

Williams, S.J., (1993). Chronic Respiratory Illness. London: Routledge.

Larbig, W., Taub, E., (1995). Phantom-limb pain as a perceptual correlate of cortical reorganization following arm amputation. Nature 357:482– 484

http://www.medical-psychology.gr/xronios-ponos

https://www.iasp-pain.org/

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Β’ ΕΔΩ

_____________________________________________________________________

*H Ειρήνη Παπαγιάννη είναι πτυχιούχος Ψυχολογίας και Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας. Ειδικευμένη στη Συμβουλευτική και τον Προσανατολισμό και με Εξειδίκευση στην Παιδοψυχολογία. Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος (Master) στις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες με κατεύθυνση Θεωρίες Παιδαγωγικών και Εκπαίδευσης και Κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου (Μaster) στην Εκπαιδευτική Ηγεσία και Πολιτική. Μέλος του Επιστημονικού Εκπαιδευτικού Μητρώου του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. Ενταγμένη στο Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών του Δημόσιου Τομέα. Έχει επιτελέσει Εισηγήτρια – Εκπαιδεύτρια σε Δ.Ι.Ε.Κ και Αξιολογητής στον Ε.Ο.Π.ΕΠ.Π. Εργάστηκε στην Ειδική Υπηρεσία Νηπίων Αθηνών – ΠΙΚΠΑ και στην συνέχεια στον Εθνικό Οργανισμό Κοινωνικής Φροντίδας (ΕΟΚΦ). Ήταν Δ/ντρια σε ΝΠΔΔ του Δήμου Μάνδρας/Αττικής και κατόπιν εργάστηκε στον Οργανισμό Εργατικής Εστίας. Σήμερα εργάζεται ως Αναπληρώτρια Διευθύντρια στο ΒΝΣ Ο.Α.Ε.Δ. Άρτας / Ηπείρου.