Χρόνος ανάγνωσης 6 ΄

Από την Κατερίνα Ζούζουλα, Κλινική Ψυχολόγο – Ψυχοθεραπεύτρια, MSc Διασυνδετική Ψυχιατρική, Ειδίκευση στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (CBT), Εκπαίδευση στη Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT) και τη Θεραπεία Εστιασμένη στη Συμπόνια (CFT)

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (ΓΑΔ) συγκαταλέγεται στις πιο επίμονες και λειτουργικά επιβαρυντικές αγχώδεις διαταραχές, καθώς συνδέεται με υψηλά επίπεδα ψυχικής δυσφορίας και σημαντική έκπτωση στη λειτουργικότητα του ατόμου (Ruscio et al., 2017). Πυρήνας της διαταραχής είναι η υπερβολική, χρόνια και δύσκολα ελεγχόμενη ανησυχία, η οποία αφορά συχνά συνηθισμένα θέματα της καθημερινότητας, αλλά βιώνεται με δυσανάλογη ένταση σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες.

Αρχικά, η ΓΑΔ ερμηνεύτηκε μέσα από το πρίσμα των γνωσιακών θεωριών, οι οποίες εστίασαν στον ρόλο των γνωσιακών διαστρεβλώσεων και της δυσλειτουργικής επεξεργασίας πληροφοριών (Beck, 1976). Ωστόσο, μεταγενέστερα θεωρητικά μοντέλα ανέδειξαν τη λειτουργία της ανησυχίας όχι μόνο ως σύμπτωμα, αλλά και ως ενεργό μηχανισμό αποφυγής. Σύμφωνα με το Μοντέλο Αποφυγής της Ανησυχίας που πρότειναν ο Borkovec και οι συνεργάτες του (2004), η παθολογική ανησυχία αποτελεί μια στρατηγική γνωσιακής αποφυγής, μέσω της οποίας το άτομο προσπαθεί να μειώσει τη συναισθηματική ένταση που θα προέκυπτε από την επεξεργασία δυσφορικών συναισθημάτων.

Ο ρόλος της ανησυχίας ως γνωσιακής αποφυγής

Η θεωρία της αποφυγής (Borkovec et al., 2004· Newman et al., 2011) προτείνει ότι η παθολογική ανησυχία, αν και υποκειμενικά δυσάρεστη, λειτουργεί ως μια μορφή «γνωσιακής ασπίδας» που παρέχει στο άτομο βραχυπρόθεσμη προστασία από τη συναισθηματική δυσφορία. Μέσω της συνεχούς ενασχόλησης με πιθανά σενάρια απειλής, το άτομο αποφεύγει την άμεση επαφή με βαθύτερα, επώδυνα συναισθήματα, ενώ ταυτόχρονα καταστέλλει σωματικές αισθήσεις που σχετίζονται με το άγχος. Επιπλέον, η ανησυχία ενισχύει την ψευδαίσθηση ελέγχου και πρόληψης μελλοντικών απειλών, διατηρώντας το άτομο σε ένα πλαίσιο «προετοιμασίας».

Ερευνητικά δεδομένα στηρίζουν αυτή τη λειτουργία της ανησυχίας. Μελέτες έχουν δείξει ότι κατά τη διάρκεια επεισοδίων ανησυχίας παρατηρείται μείωση της φυσιολογικής διέγερσης, όπως χαμηλότερος καρδιακός ρυθμός και μειωμένη δερματική αγωγιμότητα, κάτι που υποδηλώνει καταστολή της συμπαθητικής δραστηριότητας (Thayer et al., 1996). Επιπλέον, ερευνητικά ευρήματα καταδεικνύουν ότι τα άτομα με ΓΑΔ βιώνουν λιγότερα σωματικά συμπτώματα άγχους όταν παραμένουν σε γνωσιακή επεξεργασία μέσω της ανησυχίας, σε σύγκριση με όταν εκτίθενται σε απειλητικά νοερά σενάρια ή πραγματικά ερεθίσματα (Vrana et al., 1986). Με άλλα λόγια, η ανησυχία λειτουργεί ως μηχανισμός που περιορίζει τη σωματική διέγερση, καθώς το άτομο επεξεργάζεται την απειλή κυρίως σε γνωσιακό επίπεδο, χωρίς να ενεργοποιείται η τυπική αντίδραση «fight or flight».

Έτσι, η ανησυχία παρέχοντας στιγμιαία ανακούφιση, καθίσταται ιδιαίτερα ανθεκτική με την πάροδο του χρόνου, μακροπρόθεσμα όμως εμποδίζει την ουσιαστική επεξεργασία τραυματικών εμπειριών και διαιωνίζει τον φαύλο κύκλο της ΓΑΔ (Borkovec et al., 1990 · Tucker et al., 1981).

Θετικές πεποιθήσεις για την ανησυχία

Σύμφωνα με κλινικές μελέτες, τα άτομα με ΓΑΔ τείνουν να υιοθετούν θετικές πεποιθήσεις για την ανησυχία, θεωρώντας την ως μέσο:

  • παρακίνησης,
  • πρόληψης ή αποφυγής δυσμενών γεγονότων,
  • προετοιμασίας για το χειρότερο σενάριο,
  • αποτελεσματικότερης επίλυσης προβλημάτων,
  • μείωσης της πιθανότητας πραγματοποίησης απειλητικών καταστάσεων,
  • καθώς και ως μέσο απόσπασης από πιο έντονα ή επώδυνα συναισθήματα (Borkovec et al., 1995 · Borkovec et al., 1999).

Αυτές οι πεποιθήσεις, ωστόσο, συμβάλλουν στη διατήρηση και τη χρονιότητα της διαταραχής.

Γνωσιακή αποφυγή και συναισθηματική εμπειρία

Πέρα από τις θετικές πεποιθήσεις για την ανησυχία, ο Borkovec και οι συνεργάτες του (2004) πρότειναν ότι το βασικό πρόβλημα στη ΓΑΔ δεν είναι μόνο ο φόβος συγκεκριμένων απειλών, αλλά ένας γενικευμένος φόβος απέναντι στη συναισθηματική εμπειρία.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανησυχία λειτουργεί ως μια στρατηγική γνωσιακής αποφυγής, μέσω της οποίας το άτομο αποτρέπει την άμεση επαφή με οποιοδήποτε συναίσθημα θα μπορούσε να είναι επώδυνο ή δυσφορικό.

Το μοντέλο αυτό αναγνωρίζει τρεις βασικές περιοχές όπου είναι πιθανό να εκδηλώνεται η αποφυγή:

Ι. Τραύμα του παρελθόντος

Η θεωρία υπογραμμίζει ότι ακόμη και ένα μεμονωμένο τραυματικό γεγονός στην παιδική ηλικία μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ανάπτυξη της ΓΑΔ. Τραυματικά βιώματα, όπως η απώλεια ενός σημαντικού προσώπου, η σοβαρή ασθένεια, η σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, καθώς και η έκθεση σε ενδοοικογενειακή ή κοινωνική βία, έχουν συνδεθεί με την εγκαθίδρυση γνωσιακών σχημάτων ευαλωτότητας και βασικών πεποιθήσεων ότι ο κόσμος είναι απρόβλεπτος, επικίνδυνος και μη ελέγξιμος (Beck, 1976· McLaughlin et al., 2010).

Τα σχήματα αυτά, που εσωτερικεύονται σε πρώιμα στάδια της ανάπτυξης, τείνουν να ενεργοποιούνται επανειλημμένα σε μεταγενέστερες εμπειρίες, οδηγώντας το άτομο σε έναν φαύλο κύκλο ανησυχίας και υπερεπαγρύπνησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανησυχία μπορεί να ερμηνευθεί ως ένας αμυντικός μηχανισμός, ο οποίος στοχεύει στην αποφυγή της επώδυνης επαφής με τα συναισθήματα που σχετίζονται με το τραύμα, όπως η θλίψη, ο φόβος ή το αίσθημα ανικανότητας (Newman et al., 2011). Αν και η στρατηγική αυτή προσφέρει μια παροδική ψευδαίσθηση ελέγχου και προβλεψιμότητας, το τραυματικό βίωμα παραμένει ανεπεξέργαστο.

Μακροπρόθεσμα, η ανησυχία, αντί να λειτουργεί προστατευτικά, συμβάλλει στη συντήρηση της δυσλειτουργίας, καθώς παρεμποδίζει την επεξεργασία και την ενσωμάτωση του τραύματος. Με τον τρόπο αυτό, διαιωνίζεται η βασική πεποίθηση ότι η αβεβαιότητα και οι πιθανοί κίνδυνοι δεν είναι ανεκτοί ούτε διαχειρίσιμοι. Έτσι, η ανησυχία μετατρέπεται από έναν φαινομενικά προσαρμοστικό μηχανισμό σε έναν κεντρικό παράγοντα διατήρησης και χρονιότητας της ΓΑΔ (Borkovec et al., 2004).

ΙΙ. Πρώιμες σχέσεις με γονείς

Η συμβολή των πρώιμων σχέσεων στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη συνδέεται άμεσα με τη θεωρία του δεσμού του Bowlby (1969/1982). Σύμφωνα με αυτή, ο δεσμός αναφέρεται στη βιολογικά καθορισμένη τάση του παιδιού να αναζητά φροντίδα, ασφάλεια και προστασία από τις βασικές φιγούρες φροντίδας, ιδιαίτερα όταν αντιλαμβάνεται κάποια απειλή από το περιβάλλον του. Όταν η γονεϊκή ανταπόκριση χαρακτηρίζεται από συνέπεια και ευαισθησία, αναπτύσσεται ασφαλής δεσμός, ο οποίος λειτουργεί προστατευτικά για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη. Αντίθετα, η έλλειψη σταθερής φροντίδας και διαθεσιμότητας του γονέα οδηγεί στη διαμόρφωση ανασφαλών μορφών δεσμού (Ainsworth et al., 1978).

Το άτομο με ανασφαλή δεσμό εσωτερικεύει την εμπειρία ότι οι άλλοι δεν είναι αξιόπιστοι όταν χρειάζεται υποστήριξη, με αποτέλεσμα να υπερεκτιμά τον κίνδυνο και να αισθάνεται ανίκανο να αντιμετωπίσει τις απειλές. Η γνωσιακή αυτή εσωτερίκευση αποτελεί έδαφος για τη δημιουργία βασικών πεποιθήσεων που συνδέονται με την αδυναμία διαχείρισης της αβεβαιότητας. Στην ενήλικη ζωή, αυτές οι πεποιθήσεις εκδηλώνονται με τη μορφή έντονου, γενικευμένου και παρατεταμένου άγχους, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη και διατήρηση της ΓΑΔ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανησυχία λειτουργεί ως μια μορφή γνωσιακής «στρατηγικής προετοιμασίας». Αν και στην πραγματικότητα δεν προσφέρει έλεγχο, δίνει στο άτομο την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να προβλέψει ή να αποτρέψει το απρόβλεπτο, μειώνοντας προσωρινά το αίσθημα αβεβαιότητας. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική ενισχύει την παθολογική ανησυχία, καθώς συντηρεί την ψευδαίσθηση ελέγχου και καθιστά δυσκολότερη την προσαρμογή σε καταστάσεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν.

ΙΙΙ. Τωρινές διαπροσωπικές σχέσεις

Οι δυσλειτουργίες που εδραιώνονται μέσα από τις πρώιμες εμπειρίες δεν περιορίζονται στην παιδική ηλικία, αλλά συχνά μεταφέρονται και αναπαράγονται στις ενήλικες διαπροσωπικές σχέσεις. Άτομα με ανασφαλή δεσμό τείνουν να εσωτερικεύουν την πεποίθηση ότι η διατήρηση της αγάπης και της αποδοχής εξαρτάται από την ικανότητά τους να ικανοποιούν τις ανάγκες των άλλων. Έτσι, στις ενήλικες σχέσεις τους, συχνά προσπαθούν να προσαρμόζονται υπερβολικά, να προβλέπουν τις διαθέσεις και τις ανάγκες, και να αποφεύγουν συγκρούσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απόρριψη ή εγκατάλειψη (Cassidy & Shaver, 2016).

Η συνεχής αυτή υπερεπαγρύπνηση οδηγεί σε μοτίβα υπερεμπλοκής, υπερβολικής φροντιστικής συμπεριφοράς και αυξημένης ενσυναίσθησης, που όμως έχουν σημαντικό κόστος για το ίδιο το άτομο. Η προσωπική συναισθηματική ισορροπία και οι ανάγκες του ατόμου παραμελούνται, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται η αίσθηση αδυναμίας να αντέξει την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε σχέση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανησυχία λειτουργεί ως στρατηγική προστασίας απέναντι στην πιθανότητα απόρριψης ή απώλειας, προσφέροντας μια προσωρινή ψευδαίσθηση ελέγχου σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο αναβίωσης του παιδικού τραύματος. Αν και μπορεί να ενισχύει προσωρινά την αίσθηση του ελέγχου λοιπόν, μακροπρόθεσμα διαιωνίζει τον φαύλο κύκλο άγχους, καθώς το άτομο δεν μαθαίνει να αντέχει την αβεβαιότητα και τον κίνδυνο που εμπεριέχουν όλες οι ανθρώπινες σχέσεις.

Καταληκτικά, η ανησυχία στη ΓΑΔ δεν αποτελεί απλώς υπερβολικό φόβο για μελλοντικές απειλές, αλλά μια στρατηγική γνωσιακής αποφυγής που προσφέρει στιγμιαία ανακούφιση, εμποδίζοντας όμως τη συναισθηματική επεξεργασία και τη μακροπρόθεσμη προσαρμογή. Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού είναι καθοριστική τόσο για τη θεωρητική ερμηνεία της διαταραχής όσο και για την ανάπτυξη θεραπευτικών παρεμβάσεων που στοχεύουν στην ενίσχυση της ανεκτικότητας απέναντι στην αβεβαιότητα και τα δύσκολα συναισθήματα.

 

Βιβλιογραφία

Ainsworth, M. D. S.· Blehar, M. C.· Waters, E.· & Wall, S. (1978). Patterns of attachment: A psychological study of the strange situation. Hillsdale, NJ: Lawrence Erlbaum.

Beck, A. T. (1976). Cognitive therapy and the emotional disorders. New York: International Universities Press.

Borkovec, T. D.· Robinson, E.· Pruzinsky, T.· & DePree, J. A. (1983). Preliminary exploration of worry: Some characteristics and processes. Behaviour Research and Therapy, 21(1), 9–16. https://doi.org/10.1016/0005-7967(83)90121-3

Borkovec, T. D.· Shadick, R. N.· & Hopkins, M. (1991). The nature of normal and pathological worry. In R. M. Rapee & D. H. Barlow (Eds.), Chronic anxiety: Generalized anxiety disorder and mixed anxiety-depression (pp. 29–51). New York: Guilford Press.

Borkovec, T. D.· & Roemer, L. (1995). Perceived functions of worry among generalized anxiety disorder subjects: Distraction from more emotionally distressing topics? Journal of Behavior Therapy and Experimental Psychiatry, 26(1), 25–30. https://doi.org/10.1016/0005-7916(94)00064-S

Borkovec, T. D.· Ray, W. J.· & Stöber, J. (1998). Worry: A cognitive phenomenon intimately linked to affective, physiological, and interpersonal behavioral processes. Cognitive Therapy and Research, 22(6), 561–576. https://doi.org/10.1023/A:1018790003416

Borkovec, T. D., Hazlett-Stevens, H., & Diaz, M. L. (1999). The role of positive beliefs about worry in generalized anxiety disorder and its treatment. Clinical Psychology & Psychotherapy, 6, 126-138.

Borkovec, T. D.· Newman, M. G.· Pincus, A. L.· & Lytle, R. (2002). A component analysis of cognitive-behavioral therapy for generalized anxiety disorder and the role of interpersonal problems. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 70(2), 288–298. https://doi.org/10.1037/0022-006X.70.2.288

Borkovec, T. D.· Alcaine, O. M.· & Behar, E. (2004). Avoidance theory of worry and generalized anxiety disorder. In R. G. Heimberg· C. L. Turk· & D. S. Mennin (Eds.), Generalized anxiety disorder: Advances in research and practice (pp. 77–108). New York: Guilford Press.

Cassidy, J.· & Shaver, P. R. (Eds.). (2016). Handbook of attachment: Theory, research, and clinical applications (3rd ed.). New York: Guilford Press.

McLaughlin, K. A.· Conron, K. J.· Koenen, K. C.· & Gilman, S. E. (2010). Childhood adversity, adult stressful life events, and risk of past-year psychiatric disorder: A test of the stress sensitization hypothesis in a population-based sample of adults. Psychological Medicine, 40(10), 1647–1658. https://doi.org/10.1017/S0033291709992121

Newman, M. G.· & Llera, S. J. (2011). A novel theory of experiential avoidance in generalized anxiety disorder: A review and synthesis of research supporting a contrast avoidance model of worry. Clinical Psychology Review, 31(3), 371–382. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2011.01.008

Ruscio, A. M.· Hallion, L. S.· Lim, C. C. W.· Aguilar-Gaxiola, S.· Al-Hamzawi, A.· Alonso, J.· … Kessler, R. C. (2017). Cross-sectional comparison of the epidemiology of DSM-5 generalized anxiety disorder across the globe. JAMA Psychiatry, 74(5), 465–475. https://doi.org/10.1001/jamapsychiatry.2017.0056

Thayer, J. F.· Friedman, B. H.· & Borkovec, T. D. (1996). Autonomic characteristics of generalized anxiety disorder and worry. Biological Psychiatry, 39(4), 255–266. https://doi.org/10.1016/0006-3223(95)00136-0

Tucker, D. M.· Newman, R. D.· & Silverman, I. (1981). Worry and stress: Autonomic and affective concomitants. Personality and Individual Differences, 2(4), 425–432. https://doi.org/10.1016/0191-8869(81)90052-0

Vrana, S.R., Cuthbert, B.N., & Lang, P.J. (1986). Fear imagery and text processing. Psychophysiology, 23, 247-253.