Γράφει η  Χριστίνα Κοσμοπούλου*

Στεκόταν εκεί, δίπλα του. Πόσο καιρό περίμενε τούτη εδώ τη στιγμή! Πόσες φορές την είχε κατασκευάσει στο μυαλό της! Το σκηνικό πάντα διαφορετικό, αλλά η ουσία μία: αυτός κι αυτή μαζί. Τελευταία είχε πάψει να ελπίζει. Ακόμα και τα όνειρα, η μόνη της διαφυγή από την πραγματικότητα, το μόνο όπλο που είχε για να τον φέρνει κοντά της, ακόμα κι αυτά είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν μέρα με τη μέρα. Κι εκεί που είχε αφήσει το βλέμμα του σε μια γωνιά του μυαλού της, λες και διάβασε τη σκέψη της, της τηλεφώνησε.

Έτσι βρέθηκαν για πρώτη φορά μόνοι, ένα από εκείνα τα ανυπόφορα ζεστά βράδια του καλοκαιριού. Μα δεν στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλον. Μια σταλιά παγκάκι κι όμως κατάφεραν να κάτσουν ο ένας στη μια άκρη του κι ο άλλος στην άλλη. Για συζήτηση, ούτε λόγος! Μια ερώτηση στη χάση και στη φέξη, μια απάντηση τυπική, ένα ψεύτικο χαμόγελο κι ύστερα το βλέμμα περιπλανώμενο εδώ κι εκεί. Ποιος να της το έλεγε ότι θα βρισκόταν δίπλα του και θα προτιμούσε να παρατηρεί την ένωση του ουρανού με τη θάλασσα, τα πλοία στο λιμάνι που ετοιμάζονταν για ένα ακόμα ταξίδι και τον συμπαθητικό γέρο που καθόταν στο διπλανό παγκάκι με μοναδική συντροφιά του ένα κομπολόι από κεχριμπάρι που μηχανικά στριφογύριζε στο χέρι του.

Όχι, δεν την είχε φανταστεί έτσι την πρώτη τους συνάντηση. Είχε φανταστεί λόγια, χαμόγελα, γέλια… Μα τούτη τη σιωπή ούτε που τη χωρούσε το μυαλό της. Δεν είναι ότι δεν είχε τι να πει. Χείμαρρος λέξεων είχε κατακλύσει το μυαλό της μήνες τώρα, σχηματίζοντας γι’ αυτόν τις πιο όμορφες, τις πιο κολακευτικές προτάσεις. Μα σαν ξεκινούσε να του αναφέρει κάτι για τον εαυτό της, να του μιλάει για τα πράγματα και τις ασχολίες που τη συναρπάζουν, αντίκριζε απέναντί της ένα πρόσωπο παγωμένο και ένα βλέμμα υποτιμητικό. Κι έτσι σώπασε. Δεν είχαν κοινά ενδιαφέροντα, αυτό ήταν αλήθεια. Ούτε και υπήρχε κάποιο στοιχείο στον χαρακτήρα του ενός που να ταίριαζε με τον χαρακτήρα του άλλου. Μα ποιος είπε ότι οι άνθρωποι πρέπει να είναι ίδιοι για να ταιριάξουν, για να ευτυχήσουν;

«Πάμε;», της είπε.

«Πάμε.», του απάντησε.

Έφυγαν λοιπόν. Κι ούτε μια προσπάθεια για να ενώσουν τις ψυχές τους, ούτε μια στάλα ηδονής στα βλέμματά τους. Ο ένας στη μια μεριά του δρόμου και ο άλλος στην άλλη…

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal]

______________________________________________

*Η Χριστίνα Κοσμοπούλου γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1992 και κατάγεται από τις Μυκήνες Αργολίδας. Σπούδασε Βιολογία στο Ηράκλειο Κρήτης. Έχει συμμετάσχει σε διαγωνισμούς ποίησης και διηγήματος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here