Από την Ειρήνη Παπαγιάννη, Ψυχολόγο Μsc – Παιδαγωγό Μed,  Ειδικευμένη στην Παιδοψυχολογία, Πιστοποιημένο Στέλεχος Επαγγελματικής Συμβουλευτικής *

Οι απαρχές

Ο 19ος αιώνας ήταν καθοριστικός για τις σχετιζόμενες με την εικόνα ψυχολογικές διαγνώσεις. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρεί κανείς την ταχεία ανάπτυξη του κλάδου της φρενολογίας, ο οποίος βασιζόταν στην αντίληψη ότι το ανθρώπινο πρόσωπο είναι μία ‘εικόνα’ η οποία αποκαλύπτει τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Παράλληλα, γιγαντωνόταν η ιδέα ότι ο χαρακτήρας μπορούσε να μελετηθεί μέσω της παρατήρησης, και ότι οι παρατηρήσεις αυτές θα ήταν χρήσιμες για την κανονικοποίηση (standardization) αναπτυξιακών νορμών (Galton 1879, Galton 1884).

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος θεωρείται κρίσιμη περίοδος για την ανάπτυξη και χρήση των τεστ προσωπικότητας σε στρατιώτες, τα οποία έτυχαν ευρείας αποδοχής λόγω του ότι αποδείκνυαν εμπράκτως τη χρησιμότητα της ψυχολογίας. Τα πρώτο υποκειμενικό τεστ προσωπικότητας συνετάχθη από τον Robert Woodworth το 1917, και ονομαζόταν «Φύλλο Προσωπικών Δεδομένων» (Personal Data Sheet). Περιελάμβανε μόνο μία κλίμακα, αυτή της συναισθηματικής αστάθειας. Το Φύλλο Προσωπικών Δεδομένων χρησιμοποιήθηκε για την ταυτοποίηση στρατιωτών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με μετατραυματικό στρες βομβαρδισμού (shellshock) (Woodworth, 1919, Chen, 2018). Το τεστ περιελάμβανε116 ερωτήσεις που έχρηζαν ένα «ναι» ή «όχι» ως απάντηση, και οι οποίες κάλυπταν θέματα όπως άγχος, κατάθλιψη, παράλογοι φόβοι, παρορμητισμός, υπνοβασία, εφιάλτες και προβλήματα μνήμης. (Segal & Coolidge, 2004,   Βutcher & Perry, 2008).

Με το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα ερωτηματολόγια προσωπικότητας, στις δεκαετίες 1920 και 1930, δείχνουν να μετατοπίζουν το ενδιαφέρον τους σε θέματα εσωστρέφειας ή/και εξωστρέφειας του ατόμου. Μολονότι δεν χρησιμοποιήθηκε εκτενώς στην κλινική πρακτική, ένα από αυτά τα τεστ, το Ερωτηματολόγιο Προσωπικότητας Bernreuter (Vinchur, 2018), συχνά συζητείται σε συνάρτηση με το Woodworth Personal Data Sheet. Η διαφορά του πρώτου τεστ από το δεύτερο έγκειται στο ότι διευρύνονται τα υπό εξέταση χαρακτηριστικά προσωπικότητας, ώστε να συμπεριλάβουν νευρωσικές τάσεις.

Προβολικές Δοκιμασίες

Οι δοκιμασίες με προβολική μέθοδο αποτελούνται από δομημένα ή ημιδομημένα ερεθίσματα. Επειδή τα ερεθίσματα αυτά είναι αμφίσημα, δεν υπάρχει μία μονοσήμαντη ορθή απάντηση. Έτσι, η ερμηνεία τους εναπόκειται στην ενεργοποίηση της φαντασίας του εξεταζόμενου. Με άλλα λόγια, η προβολική μέθοδος βασίζεται στην αρχή ότι, καθώς το άτομο απαντάει σε αμφίσημα ερεθίσματα, προβάλλει τα προσωπικά του συναισθήματα, τα κίνητρα και τις ανάγκες του. Κατά συνέπεια, εφόσον το άτομο δεν είναι ενήμερο για αυτές τις «αποκαλύψεις»,  οι μηχανισμοί άμυνας κάμπτονται. Επομένως, η προβολική τεχνική δίνει άπλετο χώρο στην προβολή στοιχείων της συμπεριφοράς.

Καθοριστικής σημασίας για τη δημιουργία των εν λόγω δοκιμασιών είναι οι θεωρίες του Φρόιντ και του Γιουνγκ για το ασυνείδητο. Κατά τον Φρόιντ, η ουσία της προσωπικότητας συνίσταται από ανεξάρτητες ασύνειδες και αυτορρυθμιζόμενες διεργασίες, οι οποίες είναι διαρκώς αλληλοσυγκρουόμενες (Miller & Lonver, 2020). Ο Γιουνγκ εισήγαγε τη διάκριση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό ασυνείδητο – το τελευταίο  περιέχει ένα σύστημα από κοινές σε όλους τους πολιτισμούς ιδέες και μνήμες, το οποίο όλα τα άτομα εγγενώς  αναγνωρίζουν (CarlJung: Archetypes and Analytical Psychology). Η θεωρία του Γιουνγκ για την αρχετυπική δόμηση της ψυχοσύνθεσης (psyche),σε συνάρτηση με το ατομικό και συλλογικό ασυνείδητο, ενθάρρυνε τη χρήση συμβόλων τα οποία με τη σειρά τους οδήγησαν στην ανάπτυξη των προβολικών δοκιμασιών.

Δοκιμασία Θεματικής Αντίληψης

Η δοκιμασία ΤAT αναπτύχθηκε από τους Henry Murray και Christiana Morgan στο Harvard το 1930. Ο εξεταζόμενος καλείται να κατασκευάσει ένα αφήγημα περί της σημασίας των εικόνων που βλέπει (31 συνολικά στην τυπική μορφή του τεστ ΤΑΤ, ενώ 1 εικόνα είναι πάντοτε λευκή).

Παρά το γεγονός ότι το ΤΑΤ εφαρμόζεται ευρέως σε κλινικά και εγκληματολογικά περιβάλλοντα, το επιστημονικό του κύρος παραμένει σε μεγάλο βαθμό αμφιλεγόμενο (Lilielfeldetal, 2000). Oι κάρτες TAT απεικονίζουν παρωχημένα περιβάλλοντα, γεγονός που επιφέρει την πολιτισμική ή ψυχοκοινωνική απομάκρυνση των ασθενών από αυτό που – υπό κανονικές συνθήκες – θα θεωρούνταν ‘ερέθισμα’ και άρα θα διευκόλυνε την ταύτιση του ατόμου με τις εικόνες που αναπαριστάνουν οι κάρτες (Ηolmstrometal, 1990).

Ίσως η άποψη ότι το TAT είναι «η χαρά του θεραπευτή αλλά ο εφιάλτης του στατιστικολόγου» (Vane, 1981) εδράζεται και στο ότι απουσιάζει η κανονικοποίηση της διανομής του τεστ, δεδομένου ότι ο κάθε θεραπευτής δίνει στους εξεταζόμενους διαφορετικό σετ καρτών. Επιπλέον, ένα αρνητικό στοιχείο είναι ο υποκειμενισμός της ερμηνείας που θα δώσει ο θεραπευτής στα αφηγήματα των εξεταζομένων, ελλείψει μίας καλά δοκιμασμένης διαδικασίας βαθμολόγησης. Μελέτες για το ίδιο θέμα δείχνουν ότι το φύλο, η φυλή και η κοινωνική τάξη εξεταστών και εξεταζομένων επιδρά στην αλληλεπίδρασή τους τόσο ως προς το πώς θα ειπωθεί το αφήγημα όσο και ως προς το πώς αυτό κατόπιν θα ερμηνευθεί (Slomski, Children’s Apperception Test; Cramer, 2004).

μπορεί μεν τα τεστ να βοηθούν στη συλλογή πληροφοριών, ωστόσο συνιστούν ένα μόνο από τα εργαλεία που είναι απαραίτητα για μία επιτυχημένη διαδικασία ψυχολογικής αξιολόγησης.

Tο Τεστ Κηλίδων Μελάνης Ρόρσαχ

Δημιουργία του Ελβετού ψυχίατρου Hermann Rorschach το 1920, η μέθοδος Rorschach είναι μία από τις πιο διαδεδομένες στρατηγικές αξιολόγησης με μεγάλο ερευνητικό και εφαρμοσμένο εύρος (Butcher & Rouse, 1996). Το Rorschach Ιnkblot Τest ζητάει από το άτομο να περιγράψει τι βλέπει σε μία σειρά από 10 ιχνογραφήματα. Αν και χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως το 1945, έγινε αντικείμενο δριμείας κριτικής στη δεκαετία του 1950 και του 1960, λόγω του ότι δεν είχε κανονικοποιημένη διαδικασία. Προβληματικό, ωστόσο, είναι κυρίως το κομμάτι της ερμηνευτικής διαδικασίας. Εδώ οι ψυχολόγοι αυθαίρετα θεωρούν ένδειξη εμμονικής συμπεριφοράς το ότι  ο ασθενής επικεντρώθηκε στις κηλίδες του ιχνογραφήματος και όχι στην συνολική εικόνα. Εξίσου ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι αναλύσεις για την εγκυρότητα της μεθόδου Rorschach δείχνουν ότι αποτυγχάνει να ταυτοποιήσει παθήσεις  από την σχιζοφρένεια και την μανιοκατάθλιψη (Lilenfieldetal, 2001).

Tο Πολυφασικό Ερωτηματολόγιο Προσωπικότητας της Μιννεσότα MMPI-2

Το Minnesota Multiphasic Personality Inventory (MMPI) αναπτύχθηκε από τους Hathaway και McKinley στα τέλη του 1930 (Hathaway & McKinley, 1940). Η δοκιμασία αυτή δημιουργήθηκε ακολουθώντας εμπειρική προσέγγιση, ως αντίδραση στη στρατηγική της λελογισμένης κλίμακας που ακολουθούνταν στα ερωτηματολόγια ως τότε. Αντ’ αυτού, οι δημιουργοί του απέφυγαν τον προκαθορισμό του κλινικού προβλήματος που θα εξεταζόταν. Εν συνεχεία, μέσω της ομαδοποίησης μελετών περίπτωσης (κατάθλιψη, σωματοποίηση και σχιζοφρένεια), όρισαν μία ομάδα κλινικών προβλημάτων. Η κατασκευή των κλιμάκων έγινε εμπειρικά, εξετάζοντας ποια άτομα από τις μελέτες περίπτωσης διέφεραν από το γνωστό δείγμα των ‘ομαλών’ ασθενών.(Butcher, 2009).  Η επακανονικοποίηση του MMPI σε MMPI-2, με τη διαγραφή δεκατριών μερών που περιείχαν προσβλητικό ή παρωχημένο περιεχόμενο (Butcheretal., 1989,2001), ανέδειξε μεν τη σημασία του να υπάρχει μία συνέχεια στη βάση αξιολογήσεων (baseassessment) (Ransonetal, 2009),  αλλά οι αδυναμίες του MMPI-2 είναι σχεδόν κραυγαλέες για τις εθνοτικές μειονότητες, τόσο σε ό,τι αφορά στα πληθυσμιακά δείγματα, όσο και στο να ληφθούν υπόψη οι ποικίλες γλωσσικές  ικανότητες των εξεταζομένων (Okazaki & Sue, 2000). Επιπλέον, φαίνεται ότι πληθυσμοί όπως οι Ασιάτες -Αμερικανοί βαθμολογούνται συστηματικά υψηλότερα από ότι οι Καυκάσιοι-Αμερικανοί στις κλίμακες 1, 2, 4, 6, 7, 8 και 0,  οι οποίες αντιστοιχούν σε σωματικά συμπτώματα, καθώς επίσης και σε δυνητικά σοβαρή εσωτερική πάλη και κοινωνική εσωστρέφεια(Kwan & Maestas, 2008). Η έρευνα της (Gray-Little, 2009) για τη διεξαγωγή  ψυχολογικών αξιολογήσεων σε Αφροαμερικανούς τονίζει την αξία της κλινικής συνέντευξης για την κατανόηση της προκατάληψης και της κοινωνικής αποστασιοποίησης ως αντίμετρου στην αξιολόγηση. Παρά ταύτα, με την πρόσφατη προσθήκη της κλίμακας αξιολόγησης συμπτωμάτων (symptom validity scale),υπάρχει μείωση της υπερβολής των συμπτωμάτων, με παράλληλη μείωση των ψευδο-αρνητικών αποτελεσμάτων (Goodman, 2006).

Μη κλινικά περιβάλλοντα: Επιλογή Εργαζομένων

Τα τεστ καταλληλότητας σε θέσεις εργασίας δείχνουν την προσήλωση σε μία αφηρημένη έννοια «ουσίας» (essence) του ατόμου και «ουσίας» της δουλειάς, και ότι αυτά τα δύο θα πρέπει να εναρμονίζονται (Stein &Swan, 2018). Κυρίως δε, τα αξιολογητικά τεστ στον τομέα της επιλογής προσωπικού πασχίζουν να εντοπίσουν την «κρυμμένη αλήθεια» του χαρακτήρα του υποψηφίου, αλλά αυτό είναι μάλλον μία φενάκη (Stein & Swan, 2018). Μία ακόμη παράμετρος που χαρακτηρίζει τα τεστ αυτού του είδους είναι η προσκόλληση στην έννοια της «προσαρμοστικότητας» των εργαζομένων, και αυτό είναι κατάλοιπο, όπως αναφέρουν οι Gibby & Zickar (2008), της μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανησυχίας της αμερικανικής βιομηχανίας για την πρόσληψη υπαλλήλων επιρρεπών σε νευρικό κλονισμό. Υπό αυτή την έννοια, τα σύγχρονα ερωτηματολόγια έχουν συνάφεια με το Ερωτηματολόγιο Woodworth .

Το Μοντέλο 5 Παραγόντων (Five-FactorModel (FFM) ήBigFive) δεν πληροί προϋποθέσεις για χρήση σε κλινικά περιβάλλοντα, όπου απαιτούνται περίτεχνες πληροφορίες για τους ασθενείς (Butcher & Rouse, 1996). Η μεθοδολογία για τη σύνταξή του βασίστηκε στη συλλογή κάθε λέξης που μπορεί να σημαίνει και χαρακτηριστικό στοιχείο της συμπεριφοράς,  και κατόπιν στη δημιουργία απλών ερωτήσεων με κλίμακα από το ένα ως το 5. Η «αρμαθιά» (cluster) των απαντήσεων απέδωσε, μέσω στατιστικής ανάλυσης, 5 κατηγορίες: εξωστρέφεια, ευσυνειδησία, συγκαταβατικότητα, νευρωτισμό, και διάθεση για εμπειρία. Η ιδέα της εξωστρέφειας, πάντως, συνδέεται με τη Γιουνγκική  θεωρία της προσωπικότητας, μια και οι εσωστρεφείς χαρακτήρες θεωρούνται ότι είναι επιρρεπείς σε νευρώσεις. Και εδώ πάλι διαφαίνεται μια σύγκλιση απόψεων με το ερωτηματολόγιο Woodworth για την εμμονή με τον εντοπισμό «νευρωσικών»  ατόμων – με τη διαφορά ότι τώρα δεν πρόκειται για στρατιώτες πολέμου αλλά για εργαζομένους.

Παρά την επικράτησή του στα εργασιακά συμφραζόμενα, οι μελετητές θεωρούν ότι το Μοντέλο 5 Παραγόντων αποτελεί κατά βάση ένα εργαλείο που πληροφορεί πόσο πιο εξωστρεφής είναι ο υποψήφιος Α από τον Β – είναι, με άλλα λόγια, απλώς (ή, κυρίως) ένα μέσο σύγκρισης μεταξύ των συνυποψηφίων. Είναι ωστόσο προβληματικό το πώς τα σκορ των υποψηφίων δημιουργούν συσχετισμούς με προβλεπόμενα αποτελέσματα απόδοσης στα πλαίσια της εργασίας. Επί παραδείγματι, η εξωστρέφεια συσχετίζεται με ικανότητα για υψηλότερες πωλήσεις. Ωστόσο, τέτοιοι συσχετισμοί κρίνονται  επιφανειακοί και τυχαίοι.

Κατόπιν τούτων προκειμένου τα τεστ να χρησιμοποιούνται σωστά για την αξιολόγηση και την πρόβλεψη κλινικών νοσημάτων, τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά τεστ θα πρέπει να βασίζονται σε τρεις παραμέτρους. Καταρχάς, να περιλαμβάνουν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα συμπεριφορών. Δεύτερον, τα δείγματα των εξεταζομένων να λαμβάνονται σε κανονικοποιημένες συνθήκες και τέλος, θα πρέπει τα τεστ να έχουν συγκεκριμένους  κανόνες βαθμολόγησης. Έτσι λοιπόν, μπορεί μεν τα τεστ να βοηθούν στη συλλογή πληροφοριών, ωστόσο συνιστούν ένα μόνο από τα εργαλεία που είναι απαραίτητα για μία επιτυχημένη διαδικασία ψυχολογικής αξιολόγησης.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Allport, F. H., &Allport, G. W. (1921). Personality traits: Their classification and measurement.

The Journal of Abnormal Psychology and Social Psychology, 16, 6–40.

Batey, M., & Furnham, A. (2006). Creativity, Intelligence, and Personality: A Critical Review of  the Scattered Literature. Genetic, Social, and General Psychology Monographs, 132(4), 355–429. https://doi.org/10.3200/mono.132.4.355-430.

Bazar, J. L. (2015). World War I and Clinical Psychology. The Encyclopedia of Clinical  Psychology, 1–5.

Butcher, J. N., Ones, D. S., & Cullen, M. (2006). Personnel screening with the MMPI-2. In J. N.

Butcher (Ed.), MMPI-2: The practioner’s handbook (pp. 381–406). Washington, DC: American Psychological Association.

Butcher, J. N., Gucker, D. K., &Hellervik, L. W. (2009). Clinical personality assessment in the employment context. In J. N. Butcher (Ed.), Oxford library of psychology. Oxford handbook of personality assessment (p. 582–598). Oxford University Press.

Butcher, J., N., & Perry, J. N. (2008). Personality assessment in treatment planning: use of the MMPI-2 and BTPI. New York: Oxford University Press.

Butcher, J. N., & Rouse, S. V. (1996). PERSONALITY: Individual Differences and Clinical  Assessment. Annual Review of Psychology, 47(1), 87–111.

Carl Jung: Archetypes and Analytical Psychology. https://www.psychologistworld.com/cognitive/carl-jung-analytical-psychology

Council of  National Psychological Associations for the Advancement of  Ethnic Minority Interests. (2016). Testing and assessment with persons & communities of color. Washington, DC: American Psychological Association. https://www.apa.org/pi/oema

Cramer, P. (2004). Storytelling, narrative, and the Thematic Apperception Test. New York: Guilford Press.

Ellis, A., Abrams, M., & Lidia Dengelegi Abrams. (2009). Personality theories : critical perspectives. Sage.

Galton, F. (1879). Psychometric Εxperiments. Brain, 2, 179–185. https://pure.mpg.de/rest/items/item_2323031/component/file_2323030/content

Galton, F. (1884). Measurement of character. Fortnightly Review, 42, 179–185. http://galton.org/essays/1880-1889/galton-1884-fort-rev-measurement-character.pdf

Gray-Little, B. (2009). The Assessment of Psychopathology in Racial and Ethnic Minorities. Στο Oxford Handbooks Online. https://doi.org/10.1093/oxfordhb/9780195366877.013.0021

Gibby, R. E., &Zickar, M. J. (2008). A history of the early days of personality testing in  American industry: an obsession with adjustment. History of Psychology, 11(3), 164–184. https://doi.org/10.1037/a0013041.

Hathaway, S. R., & McKinley, J. C. (1940). A multiphasic personality schedule (Minnesota): I.  Construction of the schedule. Journal of Psychology, 10, 249–254.

Holmstrom, R.W., Silber, D.E., & Karp, S.A. (1990). Development of the Apperceptive  Personality Test. Journal of Personality Assessment, 54 (1 & 2), 252-264.

Kumar, R., “The Use of Personality Testing in Personnel Selection” (2019). CMC Senior Theses.

https://scholarship.claremont.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=3119&context=cmc_

Kwan, K.-L. K., & Maestas, M. L. (2008). MMPI-2 and MCMI-III performances of non-White   people in the United States: What we (don’t) know and where we go from here. In L. A. Suzuki & J. G. Ponterotto (Eds.), Handbook of multicultural assessment: Clinical, psychological, and educational applications (p. 425–446). Jossey-Bass.

LilaThulin, F. (2020). The First Personality Test Was Developed During World War I.

https://www.smithsonianmag.com/history/first-personality-test-was-developed-during-world-war-i-180973192/.

Lilienfeld, S. O., Wood, J. M., & Garb, H. N. (2001). What’s Wrong with this Picture? Scientific American, 284(5), 80–87. https://doi.org/10.1038/scientificamerican0501-80.

Lilienfeld, S. O., Wood, J. M., & Garb, H. N. (2000). The Scientific Status of Projective Techniques. Psychological Science in the Public Interest, 1(2), 27–66. https://doi.org/10.1111/1529-1006.002.

Miller, L. A., &Lovler, R. L. (2020). Foundations of psychological testing: a practical approach. Los Angeles

Sage.Murray, H. A. (1938). Explorations in personality. New York: Oxford University Press.Okazaki, S.,&Sue, S. (2000). Implications of test revisions for assessment with Asian Americans.  Psychological Assessment, 12, 272 –280.

Pope, K., Butcher. J., &Seelen, J. (2006). The MMPI/MMPI-2/ MMPI-A in court: Assessment, testimony, and cross-examination for expert witnesses and attorneys (3rd ed.). Washington, DC: American Psychological Association.

Ranson, M., B., Nichols, D., S., Rouse, S.,V., and Harrington, J.L. (2009). Changing or  Replacing an Established Psychological Assessment Standard: Issues, Goals, and Problems with Special Reference to Recent Developments in the MMPI-2. In Oxford Handbook of Personality Assessment.

Stein, R., & Swan, A. B. (2018). Deeply Confusing: Conflating Difficulty with Deep Revelation  on Personality Assessment. Social Psychological and Personality Science, 10(4), 514–521.

Slomski, G., (χ.η.) Children’s Apperception Test. The Encyclopedia of Children’s Health.

Ανακτήθηκε στις 10 Απριλίου από

http://www.healthofchildren.com/C/ChildrensApperceptionTest.html#ixzz6JdSeHhOJ

Vane, J.R. (1981). The Thematic Apperception Test: A Review. Clinical Psychology Review, pp. 319-336.

Vazire, S., & Carlson, E. N. (2010). Self-Knowledge of Personality: Do People Know

Themselves? Social and Personality Psychology Compass, 4(8), 605–620.

Vinchur, A. J. (2018). Early years of industrial and organizational psychology. Cambridge  University Press.

Wigdor, A., & Green, B. (1991). Performance assessment for the workplace. Washington, D.C.:  National Academy Press.

Wood, A. M., & Tarrier, N. (2010). Positive Clinical Psychology: A new vision and strategy for integrated research and practice. Clinical Psychology Review, 30(7), 819–829.doi:10.1016/j.cpr.2010.06.003.

Woodworth, R. S. (1919). Examination of emotional fitness for war. Psychological Bulletin, 15, 59–60.

_____________________________________________________________________

*H Ειρήνη Παπαγιάννη είναι πτυχιούχος Ψυχολογίας και Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας. Ειδικευμένη στη Συμβουλευτική και τον Προσανατολισμό και με Εξειδίκευση στην Παιδοψυχολογία. Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος (Master) στις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες με κατεύθυνση Θεωρίες Παιδαγωγικών και Εκπαίδευσης και Κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου (Μaster) στην Εκπαιδευτική Ηγεσία και Πολιτική. Μέλος του Επιστημονικού Εκπαιδευτικού Μητρώου του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. Ενταγμένη στο Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών του Δημόσιου Τομέα. Έχει επιτελέσει Εισηγήτρια – Εκπαιδεύτρια σε Δ.Ι.Ε.Κ και Αξιολογητής στον Ε.Ο.Π.ΕΠ.Π. Εργάστηκε στην Ειδική Υπηρεσία Νηπίων Αθηνών – ΠΙΚΠΑ και στην συνέχεια στον Εθνικό Οργανισμό Κοινωνικής Φροντίδας (ΕΟΚΦ). Ήταν Δ/ντρια σε ΝΠΔΔ του Δήμου Μάνδρας/Αττικής και κατόπιν εργάστηκε στον Οργανισμό Εργατικής Εστίας. Σήμερα εργάζεται ως Αναπληρώτρια Διευθύντρια στο ΒΝΣ Ο.Α.Ε.Δ. Άρτας / Ηπείρου.