Από τη Χριστίνα Μαυρέλη, φοιτήτρια Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών*

Είναι γεγονός αδιαφιλονίκητο πως η κατάκτηση και ανάπτυξη  του γλωσσικού μηχανισμού παίζει πρωταρχικό ρόλο στη κοινωνικοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Αν και η ωρίμανση του γλωσσικού συστήματος είναι μία συνεχής και αδιάκοπη διαδικασία, η οποία επιτελείται καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής, στην βρεφική και προσχολική ηλικία τίθενται οι βάσεις του. Ως επακόλουθο των παραπάνω, το υποστηρικτικό περιβάλλον μάθησης των παιδιών (γονείς, αδέρφια, συγγενείς και παιδαγωγοί)  επιφορτίζεται με το δύσκολο έργο της βασικής εκμάθησης της γλώσσας.

Η σημασία της γλώσσας για τα παιδιά αυτής της ηλικίας είναι μεγάλη. Λόγω του ότι δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν σε ορισμένες δραστηριότητες (λ.χ. προσωπική υγιεινή και πρόσληψη τροφής), καθίσταται απαραίτητη η βοήθεια ενός φροντιστή. Η κατάκτηση της γλώσσας δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά να εκφράσουν τις ανάγκες τους, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ικανοποιούνται οι βιοτικές καθώς και οι πνευματικές τους ανάγκες.

Η παροχή πλούσιων γλωσσικών, οπτικών και ακουστικών ερεθισμάτων  συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό στην γλωσσική ανάπτυξη, όπως και στην ανάπτυξη του εγκεφάλου των παιδιών. Απεναντίας, αρνητικές επιρροές, οι οποίες ενθαρρύνουν την καθυστέρηση στην εξέλιξη του γλωσσικού μηχανισμού, είναι η αδιαφορία και η μη συνεισφορά των κύριων φροντιστών του παιδιού στη διαδικασία αυτή, όπως και οι μη ιδανικές συνθήκες διαβίωσης.

Οι σημαντικοί άλλοι, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση της γλωσσικής ανάπτυξης των βρεφών και νηπίων, πρέπει οι ίδιοι να αποτελούν σωστό γλωσσικό πρότυπο.

Επιπλέον, πρέπει να τους παρέχουν  ένα υγιές  και ασφαλές συναισθηματικά περιβάλλον. Κινούμενοι σε αυτό το πλαίσιο, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας δεν πρέπει να πιέζονται”, προκειμένου να μιλήσουν. Ακόμη, οι φροντιστές δεν πρέπει να έχουν υπερβολικά μεγάλες προσδοκίες για την ηλικία τους, ούτε και να απογοητεύονται αν δεν τις ικανοποιούν.

Το υποστηρικτικό περιβάλλον των παιδιών πρέπει να τους παρέχει τη δυνατότητα να “εξερευνούν” τον κόσμο, μέσα από κατάλληλες βιωματικές δραστηριότητες (λόγου χάρη μαγειρική, κηπουρική, ζωγραφική, χειροτεχνικές κατασκευές, εκδρομές στο φυσικό περιβάλλον,  επαφή με ζώα, συναναστροφή με κόσμο, ομαδοσυνεργατικές  δραστηριότητες με συνομηλίκους κ.λπ.). Όπως αναφέρει ο Piaget, τα παιδιά μαθαίνουν πράγματα μέσω της εξερεύνησης, ιδιαίτερα κατά το αισθησιοκινητικό στάδιο (0-2 ετών).

Αποσκοπώντας να αναπτυχθεί η γλωσσική δεξιότητα θα πρέπει οι φροντιστές να αλληλεπιδρούν με εκείνα, δηλαδή να μιλάνεμε τα βρέφη”, όχι στα “βρέφη”. Πρέπει δηλαδή να τους κάνουν ερωτήσεις, να ακούνε τις απαντήσεις τους και να κάνουν – άμα κρίνεται αναγκαίο – κατάλληλες διορθώσεις. Τα λάθη στο λόγο τους θα πρέπει να διορθώνονται με προσοχή, ούτως ώστε να μην δημιουργηθεί η εντύπωση στα παιδιά πως επιπλήττονται .

Η ανάπτυξη της γλωσσικής ικανότητας μπορεί επίσης να επιτευχθεί μέσα από τραγούδια και ποιήματα (αυτοσχέδια ή μη), αφήγηση ιστοριών και παραμυθιών, ποιήματα της βροχής, παιχνίδια ομοιοκαταληξίας, “αστερόλεξες” (word-star) και ρίμες. Στο ίδιο πλαίσιο, το διάβασμα αποτελεί κατάλληλο μέσο κατάκτησης της γλώσσας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής συνιστά στους γονείς να διαβάζουν στα βρέφη από την ηλικία των έξι μηνών. Ακόμη, συστήνει τον περιορισμό της έκθεσης  σε όλα τα είδη οθόνης καθώς και την ολική  απαγόρευσή τους σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των δύο ετών. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να γίνεται περιορισμένη έως και μηδαμινή χρήση τηλεόρασης, κινητών τηλεφώνων, tablet κ.λπ. Κρίνεται επιτακτική ανάγκη, ακόμη, να αποφεύγεται το άκουσμα ραδιοφώνου από τα παιδιά καθώς, όπως ισχύει και με την οθόνη, η παθητική έκθεση σε λέξεις και φράσεις δεν τα βοηθά να αναπτύξουν τον γλωσσικό τους μηχανισμό.

Η αποφυγή της χρήσης “μωρουδίστικων” λέξεων από τα άτομα του περιβάλλοντός των παιδιών κρίνεται απαραίτητη, καθώς με αυτό τον τρόπο αλλοιώνονται η σημασιολογική και φωνοτακτική δομή των λέξεων. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως το παιχνίδι (ελεύθερο, μουσικοκινητικό, θεατρικό, συμβολικό  κ.λπ.) δρα ευεργετικά σε μεγάλο βαθμό, γιατί δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά να επικοινωνούν, να αναπτύσσουν τις κοινωνικές τους δεξιότητες και να εκφράζουν τις ανάγκες και προτιμήσεις τους.

 

Βιβλιογραφία

Baron-Cohen, S. (1988) ‘Social and pragmatic deficits in autism: cognitive or affective?’, Journal of Autism and Developmental Disorders, 18, pp.379-402.

Borke, H. (1975) ‘OPiaget’s mountains revisited changes in the egocentric landscape’, Development Psychology, 11, pp.240-243.

Cole, M., Cole, S.R. (2001) Η ανάπτυξη των παιδιών. Γνωστική και Ψυοκοινωνική ανάπτυξη κατά τη νηπιακή και μέση παιδική ηλικία. Αθήνα, Εκδόσεις Τυπωθήτω-Γ. Δαρδανός.

Dockrell, J., King, D., Stuart, M. (2004) ‘Supporting early oral language skills’ Literacy Today, 1, pp.16-17.

Lewis, E., Marshall, J. (2013) ‘It’s the way you talk to them.’ The child’s environment: Early Years Practitioner’s perceptions of its influence on speech and language development, its assessment and environment targeted interventions’, Child Language Teaching and Therapy, 30(3), pp.337-352.

_____________________________________________________________________

* Η Χριστίνα Μαυρέλη είναι 18 ετών και είναι πρωτοετής φοιτήτρια στο τμήμα Επιστημών της Αγωγής ‘Early Childhood Studies’ του Mediterranean College. Διαμένει στον Ασπρόπυργο και έχει διακριθεί σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς σε Ελλάδα και Κύπρο. Επιθυμεί να ασχοληθεί με την αρθρογραφία, προκειμένου να δει τις δυνατότητές της σε αυτό το τομέα και αφετέρου να καταδείξει πως η επιστήμη της Ψυχολογίας και τα Παιδαγωγικά συμπορεύονται και αλληλεπιδρούν άμεσα.