Από την Μαρία Βουλβούλη*, Σύμβουλο Ψυχικής Υγείας (MSc), Αναλύτρια

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πόσα άρθρα κυκλοφορούν καθημερινά με οδηγίες και manual για το πώς να ζει κανείς, πώς να μεγαλώνει τα παιδιά του, πώς να κάνει σχέσεις, πώς να πετυχαίνει δραστηριότητες και στόχους, πώς να τρέφεται σωστά, πώς να απολαμβάνει στιγμές, πώς να ξεπερνά τους φόβους, το άγχος και την κατάθλιψη. Στον αγώνα του γρήγορου, του εύκολου και του πετυχημένου, η ύπαρξη ενός manual και συνταγών φαντάζει ιδανική. Ένας πρακτικός οδηγός χρήσης, που στόχος του είναι όχι μόνο να κατευνάσει και να νουθετήσει, αλλά και να διαμορφώσει έναν κοινό, έναν όμοιο τρόπο σκέψης ακόμη και ύπαρξης. Όλα στο βωμό του «υπερπραγματικού» ανθρώπου, όρος που χρησιμοποιεί ο Jean Baudrillard. Ένας όρος που παραπέμπει στην αδυναµία της ανθρώπινης συνείδησης να ξεχωρίσει την πραγµατικότητα από την προσομοίωση της πραγματικότητας.

Η σύγχρονη επιστημονική δράση, δεν επιτρέπει χρόνο στη δυσκολία, στην αναμονή, στην εύρεση ενός προσωπικού τρόπου, μόνο τρέχει να προλάβει, να σώσει, να διώξει ότι αρνητικό έρχεται, σαν να φοβάται την απόλυτη διάλυση. Και συνεχώς ο σύγχρονος άνθρωπος αναρωτιέται πόσο καλά κάνει τα πράγματα, πόσο πετυχημένος είναι, πώς τον βλέπουν οι άλλοι και γιατί κάνει τόσα λάθη. Ενοχές, ενοχές ενοχές… σε ρόλους που αναλαμβάνει ο καθένας, του γονέα, του συντρόφου, του εργαζόμενου… και τους εκπληρώνει με έναν τρόπο εξόφλησης χρέους, έχοντας την αίσθηση ότι οι άνθρωποι απέναντί του στέκονται Κριτές. Μία διαδικασία που δεν ανοίγει αλλά κλείνει, που ρίχνει ακόμη πιο βαθιά τον άνθρωπο στη σύγκριση και στο άγχος του βλέμματος του άλλου. Στον Nietzsche η αντίληψη του πόνου συνδέεται στενά με την έννοια χρέος «Schluden», η οποία κατέληξε να μετατραπεί μετά από μια μετατροπή στην ετυμολογία σε «Schluld», που σημαίνει ενοχή.

Ενοχή για το κακό που ήρθε ‘εξαιτίας μου’, σαν μια αντιστροφή της New Age οδηγίας ‘Σκέψου το πολύ και θα γίνει’, και έγινε το κακό επειδή εγώ τελικά δεν έκανα κάτι καλά. Μέσα σε ένα κλίμα αποφυγής της ματαίωσης και του αρνητικού, ορίζοντας τη δυσκολία και το ότι δεν τα κατάφερα, σαν έλλειψη αυτοπεποίθησης.

Όμως, «όσο ευχάριστη κι αν ήταν η μέρα μας, θα φτάσει ένα ακόμα δειλινό. Ο ήλιος πάντα δύει και η ζεστασιά του φεύγει. Καθώς η μέρα διαδέχεται τη νύχτα, έτσι και η νύχτα διαδέχεται τη μέρα, είτε μας αρέσει είτε όχι: μαθαίνουμε να ζούμε και με τα δύο, μαθαίνουμε να μη λαχταράμε τη συνεχόμενη ηλιοφάνεια ή να αποφεύγουμε το σκοτάδι.», όπως πολύ όμορφα γράφει η Emmy van Deurzen.

Ο τρόπος με τον οποίο βιώνει κανείς τον χρόνο και το πέρασμά του, είναι κομβικής σημασίας.

Ο χρόνος που βιώνεται σαν «λειψός, χαμένος, πιεστικός, αναξιοποίητος, που φέρνει αλλοίωση» και τελικά όλα αυτά μεταφράζονται σαν «ανημποριά», εγκλωβίζει το λόγο και τις πράξεις, στα «πρέπει» και τα «μπορώ» και τότε χανόμαστε στο όμοιο, στο ομοιόμορφο, στο κοινό, στο οικείο και συνηθισμένο. Το βλέμμα εγκλωβίζεται στον ‘κριτή του πρέπει’ και στον ‘προπονητή του μπορώ’, ετεροπροσδιορίζοντας έτσι την ύπαρξή μας. Και μέσα σε όλο αυτό, πώς γίνεται άραγε κάποιος να μη νιώθει άγχος και κατάθλιψη;

Το άφημα στο αργό, στο άγνωστο, στο απρόβλεπτο και στην πίστη ότι δεν μπορώ να τα ελέγξω όλα, το άφημα στη σιγή, στην αναμονή, η ελευθερία στην αμφιθυμία, δίνει μία νέα δυνατότητα αφήγησης της προσωπική μας ιστορίας. Μια δυνατότητα τέτοια φέρνει και η (ψυχ)ανάλυση, όπως και η τέχνη άλλωστε. Η κάθε συνεδρία, φωτίζει τη μοναδικότητα της εμπειρίας, την παροδικότητα και το αναπόφευκτο της απώλειας. Είναι μια συνοδεία, μια παρουσία, μία νέα αντοχή, ένα άλλο φως, ένας άλλος φακός να βλέπει κανείς τα πράγματα. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που ανοίγεται η δυνατότητα να νοιώσει κανείς και να κατανοήσει τον «κόσμο», που σημαίνει, τον τρόπο της ύπαρξής του, ώστε να εμπιστευτεί έναν αυθεντικό ορίζοντα κατανόησης, πέρα από καθηλώσεις και κλισέ. Γιατί όπως και η τέχνη, η ψυχοθεραπεία είναι φιλική προς τη φύση, όπου όλα τα διαφορετικά συνυπάρχουν και υπάρχει άπλετος χρόνος και χώρος για τα ανερμήνευτα. Σε αυτό το κλίμα μιλάει ο Κ. Γεμενετζής καθώς σημειώνει μάλιστα χαρακτηριστικά για την ψυχανάλυση στο «Επανεισαγωγή στην Ψυχανάλυση», «πως αφορά σε μια εξοικείωση με την υπτιότητα καθ’ εαυτήν, με το άνοιγμα του αναλυόμενου για την ελεύθερη εμφάνιση του εμφανίσιμου, με το απρόσκοπτο είπωμα του ειπώσιμου».

Έτσι η προσοχή του θεραπευτή δεν ψάχνει το σύμπτωμα και η διάγνωση είναι ελεύθερα μετέωρη, όπου όλα υπάρχουν ανοιχτά και θεραπευτής και θεραπευόμενος συνομιλούν για αυτά.. και έτσι μαθαίνει κάποιος να ησυχάζει μόνο όταν βρίσκει απαντήσεις.

Βιβλιογραφία

Baudrillard, J.,  Simulacra and Simulation (S. F. Glaser, Trans.). Michigan: University of Michigan Press, 1994.

Γεμενετζής, Κ.: Επανεισαγωγή στην ψυχανάλυση, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1991.

Emmy van Deurzen.: Η ψυχοθεραπεία και η αναζήτηση της ευτυχίας, Εκδόσεις Κοντύλι, 2011.

Friedrich Nietzsche., Zur Genealogie der Moral (Γενεαλογία της ηθικής, 1887). Έχει μεταφραστείαπό τους: Μίνα Ζωγράφου, χ.χ., Ελένη Καλκάνη («Δαμιανός», Αθ. χ.χ.) Άρη Δικταίο (1970) και Ζήση Σαρίκα – Λίλα Τρουλινού («Εκδοτική Θεσσαλονίκης», 1989, 2001).

________________________________________________________________________

*Η Μαρία Βουλβούλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει με την οικογένειά της και διατηρεί το γραφείο της. Συνεργάζετε με ΜΚΟ παρέχοντας υπηρεσίες τηλεφωνικής συμβουλευτικής κυρίως σε γονείς και με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως σύμβουλος στήριξης και συντονισμού μεταπτυχιακών φοιτητών κατά την πρακτική τους άσκηση σε φορείς Ψυχικής Υγείας. Επιπλέον συνεργάζετε με σχολεία, διοργανώνοντας ομάδες ψυχοεκπαίδευσης γονέων. Έχει εργαστεί σε πλαίσιο δημόσιας παροχής ψυχικής υγείας προσφέροντας συνεδρίες διαζώσης και τηλεφωνικής συμβουλευτικής με κύρια θεματολογία την κακοποίηση και την οικογενειακή δυσλειτουργία. Επιπλέον, έχει εργαστεί αρκετά χρόνια στον τομέα οργάνωσης και στρατηγικού σχεδιασμού για λογαριασμό μεγάλων εταιρειών.

Η εκπαίδευση λειτούργησε για αυτήν ως ένας πολύ σημαντικός σταθμός προσωπικής ανάπτυξης. Η αναγνώριση πολυποίκιλων ενδιαφερόντων και η συνεχής αναζήτηση νέας γνώσης και εμπειρίας, την οδήγησαν σε ένα δυναμικό και ιδιαίτερο «ακαδημαϊκό ταξίδι». Οι αρχικές της σπουδές ξεκίνησαν στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην Κοινωνική Πολιτική και Κοινωνική Ανθρωπολογία. Στη συνέχεια απέκτησε ένα μεταπτυχιακό στην Κοινωνική Ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ένα ΜΒΑ στο ALBA Business University και κατέληξε στο χώρο της συμβουλευτικής ολοκληρώνοντας το Μεταπτυχιακό στη Συμβουλευτική Ψυχολογία & Συμβουλευτική στην Εκπαίδευση, Υγεία και Εργασία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επιπλέον μετεκπαιδεύτηκε στην Κλινική Ψυχοπαθολογία στο Αιγινήτειο. Στη μονάδα οικογενειακής θεραπείας του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (ΨΝΑ) επιλέχθηκε ως ειδικευόμενη στη συστημική οικογενειακή θεραπεία και συνδυάζοντας τις αρχές του προγράμματος μαζί με την αναζήτησή της στο χώρο της υπαρξιακής φαινομενολογικής ανάλυσης (Daseins analysis), από όπου και εποπτεύεται, διαμόρφωσε τη βασική της προσέγγιση στην ανάλυση και συμβουλευτική.

Μέσω της προσωπικής της ανάλυσης, στον ίδιο χώρο της υπαρξιακής φαινομενολογικής κατεύθυνσης είδε καθαρά πώς πέραν των όποιων τεχνικών και θεωρητικών γνώσεων, η συμβουλευτική συνάντηση λειτουργεί μόνο με μια ευρύτητα καρδιάς και νου και με ένα λόγο που δεν στηρίζεται και εγκλωβίζεται στα στεγανά της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας. Ασκώντας το επάγγελμα της συμβούλου-αναλύτριας ιδιωτικά, αναγνωρίζει τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου και τη δυνατότητα να φωτιστούν νέες προοπτικές και επιλογές μέσα από μια ασφαλή αλληλεπίδραση, αποδοχής και κατανόησης.