Από τη Φωτεινή Μαντζάνα, Ψυχολόγο, Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, εκπαιδευόμενη Σχολική Ψυχολόγο *

 

«Η μητέρα του τότε, και η μητέρα του σήμερα», είναι μια φράση που μπορεί να ξυπνήσει την αναπαράσταση μας για τη γυναικεία μητρική φιγούρα του παρελθόντος και μας προκαλεί να επεξεργαστούμε αυτή που επικρατεί σήμερα. Πώς βιώνει μια μητέρα το ρόλο της, μέσα σε μια εποχή με πληθώρα προκλήσεων, αναγκαίων οικογενειακών και επαγγελματικών προσαρμογών; Ένα ερώτημα με πραγματικά πολλές απαντήσεις. Πώς μια γυναίκα που είναι ταυτόχρονα μητέρα, σύντροφος και εργαζόμενη, χωρά τις τρεις αυτές ταυτότητες;

Παρότι επιλέγουμε να γράφουμε για τις γυναίκες και τη μητρότητα, πάντοτε μας συντροφεύει και η αντίστοιχη εμπειρία της πατρότητας των ανδρών, μη αποκλείοντάς τους από τη σπουδαιότητα του ρόλου τους που ενέχει η φροντίδα της οικογένειας και τις προκλήσεις που αγωνίζονται να φέρουν εις πέρας.

Εστιάζοντας όμως στη μητέρα και διαβάζοντας το βιβλίο του Massimo Recalcati, με τίτλο: «Τα χέρια της μητέρας» εστιάζουμε στη μητρότητα και στο κύριο στοιχείο των εποχών μας που τη δυσκολεύει, στο ναρκισσιστικό τρόπο ζωής. Ο τίτλος του συγκεκριμένου βιβλίου μας προϊδεάζει για το ιδιαίτερο περιεχόμενο και την ολότητα με την οποία ο συγγραφέας προσεγγίζει τη σχέση της γυναίκας με τον εαυτό της μέσα στο μητρικό ρόλο, τις επιθυμίες, τις φαντασιώσεις και την ψυχική κληρονομιά της.

Σε ένα από τα κεφάλαιά του φιλοξενεί την πραγματικότητα της ναρκισσιστικής μητέρας, μιας γυναίκας που αναδεικνύει τη σημερινή φιγούρα της παθολογικής μητρότητας, η οποία έχει αντικαταστήσει εκείνη του παρελθόντος. Η μητέρα του τότε ήταν μια γυναίκα παραδομένη στο μητρικό ρόλο και στις φροντίδες των παιδιών, θυσιασμένη μέσα στον πατριαρχικό κόσμο της οικογένειας. Η μητέρα της αυταπάρνησης λοιπόν ήταν η μητέρα του παρελθόντος, που ζητούσε την αιώνια πίστη από τα παιδιά της προκειμένου να τα φροντίζει πάντοτε. Αυτή ήταν η παθολογία της μητρότητας τότε, έχοντας αποκλείσει όλες τις άλλες δημιουργικές πλευρές στη ζωή της. Αν εν τέλει εστιάζαμε στη σημερινή μητρότητα πώς θα την περιγράφαμε; Θα λέγαμε πως η παθολογία της μητρότητας του τότε, έχει αντικατασταθεί από την παθολογία της σημερινής ναρκισσιστικής μητέρας.

Τι σημαίνει όμως να είναι κάποιος νάρκισσος; Tο φαινόμενο του ναρκισσισμού έχει απασχολήσει ερευνητικά την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η εκδοχή του συνδέεται με την εποχή μας και οι συμπεριφορές που αναδύει, μας μοιάζουν οικείες στον 21ο αιώνα. Οι απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής μπορούν εύκολα να οδηγήσουν κάποιον να χαρακτηριστεί ως νάρκισσος, όταν προχωρά στη ζωή του χωρίς να δείχνει αλτρουϊσμό ή ενσυναίσθηση (White, Szabo & Tiliopoulos, 2018). Ο ναρκισσισμός, ως έννοια, είναι πολυδιάσταστος. Έχει κατηγοριοποιηθεί και ενδεικτικά αναφέρουμε: τον φυσιολογικό και τον παθολογικό ναρκισσισμό.  Σύμφωνα με τους Miller & Campbell (όπως αναφέρεται στο Määttä & Uusiautti, 2020) ο φυσιολογικός ναρκισσισμός περιλαμβάνει τις καλές κοινωνικές δεξιότητες και τη θετική αυτο-εικόνα. Ο παθολογικός ναρκισσισμός διαφέρει από αυτό, με δύο τρόπους: (1) ενέχει τη φανερή ανάγκη άσκησης δύναμης και ελέγχου των άλλων ανθρώπων και (2) δε συνοδεύεται από ενσυναίσθηση. Οι ναρκισσιστές ενδέχεται να μην αναγνωρίζονται εύκολα καθώς μπορεί να είναι συνεσταλμένοι και ανασφαλείς. Κοινό σημείο των ναρκισσιστών είναι η τάση τους να ενεργούν ανταγωνιστικά προς τους άλλους. Τυπικό χαρακτηριστικό τους είναι η έλλειψη αυτοεκτίμησης και ενσυναίσθησης. Η τελευταία (έλλειψη της ενσυναίσθησης), τους επιτρέπει να χρησιμοποιούν τις σχέσεις τους με τους άλλους για την εκπλήρωση των προσωπικών τους συμφερόντων. Συνήθως αγνοούν τα συναισθήματα και τις ανησυχίες των άλλων, ενώ έχουν υπερβολικά θετικές απόψεις για τον εαυτό τους (Määttä & Uusiautti, 2020).

Επιστρέφοντας όμως στη ναρκισσιστική μητέρα, έχοντας σκιαγραφήσει τις βασικές ιδιότητες του ναρκισσιστικού φαινομένου,  ο συγγραφέας την περιγράφει ως μια γυναίκα η οποία δεν φυλακίζει το παιδί και δεν το διεκδικεί ως σκλάβο της, όπως συνέβαινε παλαιότερα, αλλά έχει τόσο πολύ αποεπενδύσει απέναντί του, που το βιώνει ως εμπόδιο και ζημία στην ανάπτυξή της.

Η γυναίκα που θεωρεί πως χάνει, η μητέρα που θυσιάζει την καριέρα και την ακαδημαϊκή ανέλιξη, αυτή η μητέρα μοιάζει να επικρατεί.

Η γυναίκα η οποία θα επιλέξει «το ένα ή το άλλο» και μέσα στην επιλογή αυτή θα υπάρξει η θυσία, η στέρηση και η έλλειψη. Αυτή είναι η παθολογία της εποχής, μέσα στην οποία οι μητέρες δε βλέπουν την επιλογή της ολότητας: την επιλογή που καταργεί το «λίγο», την επιλογή που τη διευκολύνει να αναπτυχθεί μέσα από όλους της τους ρόλους δίχως να ταυτίζεται με το ένα η το άλλο, όπου πάντα κάτι θα χάνει.

Ποιό είναι όμως το πραγματικό πρόβλημα; Είναι ακριβώς «η μονόπλευρη καλλιέργεια της ναρκισσιστικής αξίας της ζωής» όπως αναφέρεται στο βιβλίο. Είναι η επαγγελματική και η προσωπική επιβεβαίωση, που απορρίπτει τη μητρότητα προκειμένου να υπερισχύσει η θηλυκότητα. Στο σημείο αυτό, η έννοια της θηλυκότητας χρησιμοποιείται με το πρόσημο του παθολογικού ναρκισσισμού και όχι ως ένα υγιές στοιχείο που συνοδεύει κάθε γυναίκα. Το παιδί απορρίπτεται ως αιτία υποβιβασμού του γυναικείου σώματος, που δεν μπορεί να αντέξει τη μητρότητα παρά μόνο ως μια παρένθεση ζωής. Πρόκειται για μια ευφορία, για μια ευτυχία που διαρκεί λίγο, που ησυχάζει μέσα από την ενασχόληση με ζητήματα που δεν χωρούν συμβιβασμούς αλλά διεκδικούν τις μητέρες στείρα και ολοκληρωτικά!

Πώς θα χωρέσουν αυτές οι μητέρες όλη αυτή την κοινωνική και επαγγελματική επιβολή; Μια αόριστη επιβολή, που προέρχεται από την κοινωνική επιταγή της οικονομικής ανέλιξης, της άνεσης, των αναρίθμητων επιθυμιών, της ατελείωτης ενεργητικότητας κατά της παθητικότητας* που επιφέρει ως φυσιολογική διαδικασία η ίδια η εγκυμοσύνη και η επερχόμενη μητρότητα.

Ποιο είναι λοιπόν το στοίχημα; Δεν υπάρχει στοίχημα! Η μητέρα που είναι ανοιχτή και αντέχει να μη γνωρίζει τα πάντα για το παιδί της, εκείνη που δεν εκμεταλλεύτηκε την αίσθηση της παντοδυναμίας που ενέχει ο ρόλος της μητρότητας, γνωρίζοντας πώς να αμφιβάλλει, να διαπραγματεύεται με το άγνωστο και να διαφοροποιείται, ξέρει να περιβάλλει ολόκληρη και ποιοτικά την οικογένεια συμπληρώνοντας δημιουργικά την παρουσία του πατέρα, ξέρει να λυπάται και αντέχει να νιώθει μια πρωτόγνωρη ανικανότητα απέναντι στις νέες συνθήκες. Η μητέρα αυτή βρίσκεται σε μια συνεχή δημιουργική διαπραγμάτευση, που αφήνει όλους τους κλάδους της ζωής της να ανθίσουν και χτίζει σταδιακά την ικανότητά της για το πότε και πόση προτεραιότητα θα δώσει στο εκάστοτε στοιχείο της ζωής της. Είναι εκείνη η φιγούρα που αλλάζει μορφές, όχι μέσα από τις στερήσεις και τις θυσίες, αλλά μέσα από την ποιοτική της παρουσία και την σταθερή αγάπη που περιέχει η στάση της απέναντι στη ζωή γενικότερα. Η γυναίκα που δεν εγκατέλειψε τη θηλυκότητα της και δεν την πρόσφερε ποτέ ως δώρο στα παιδιά της! Αυτή η γυναίκα θα απολαμβάνει πάντοτε τη «συνάντηση» και τους αποχωρισμούς με τα παιδιά της και ακόμα περισσότερο τις αλλαγές της ζωής! Εν συντομία εδώ σκιαγραφείται μια γυναίκα που δεν αποποιείται τη μια ή την άλλη ταυτότητα, υπερασπίζεται τον κάθε ρόλο της μέσα στην απόλαυση του να υπάρχει «ολόκληρη» και «γεμάτη» υπό το πέπλο του φυσιολογικού ναρκισσισμού της εποχής μας, μέσα σε οποιαδήποτε πρόκληση και συνθήκη.

 

*Ο Pines (1972) αναφέρεται στην αύξηση της παθητικότητας από τις έγκυες γυναίκες. Παρατηρείται ότι οι γυναίκες στη προσπάθειά τους να διαχειριστούν την αίσθηση της παθητικότητας που βιώνουν παρουσιάζουν είτε ήπια κατάθλιψη, είτε αύξηση της δραστηριότητας τους, ώστε να αντισταθμίσουν την ανάγκη τους να ελέγξουν τις αλλαγές που βιώνουν ως ανεξέλεγκτες.

 

Βιβλιογραφία:

Määttä, M., Uusiautti, S. (2020). My life felt like a cage without an exit – narratives of childhood under the abuse of a narcissistic mother. Early Child Development and Care. 190:7, 1065-1079, Doi: 10.1080/03004430.2018.1513924.

Pines, D. (1972). Pregnancy and motherhood: Interaction between fantasy and reality. British Journal of Medical Psychology, 45(4), 333–343. Doi: 10.1111/j.2044-8341.1972.tb02216.x

Recalcati, M. (2017). Τα χέρια της μητέρας. Αθήνα: Κέλευθος.

White, D., Szabo, M., & Tiliopoulos, N. (2018). Exploring the relationship between narcissism and extreme altruism. The American Journal of Psychology. 131(1), 65–80. doi:10.5406/amerjpsyc.131.1.0065

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

Estes, C. P. (2017). Ο χορός των μεγάλων μητέρων. Αθήνα, Κέλευθος.

Miller, J. D., Gentile, B., Wilson, L. & Campbell, W. K. (2013). Grandiose and vulnerable narcissism and the DSM–5 pathological personality trait model. Journal of Personality Assessment. 95:3, 284-290. Doi: 10.1080/00223891.2012.685907

Κουτσούκη, Α., Μηστακίδου, Π., Πετροπούλου, Φ. (2020). Ο ρόλος της οικογένειας στην ανάπτυξη του παιδιού. Ανακτήθηκε από: https://apothetirio.teiep.gr/xmlui/handle/123456789/10984

 


 

* Η Φωτεινή Μαντζάνα είναι Ψυχολόγος, απόφοιτη του Παντείου Πανεπιστημίου,  Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, εκπαιδευόμενη Σχολική Ψυχολόγος του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και Γενική Γραμματέας του Ελληνικού Δικτύου Γυναικών Ευρώπης που δραστηριοποιείται κατά της ενδοοικογενειακής βίας. Η ίδια μετρά πολυετή εκπαίδευση μέσα από συνέδρια, ετήσιους κύκλους σεμιναρίων, ημερίδων και εθελοντικής προσφοράς. Έχει εργαστεί σε εταιρεία ερευνών, ως υπεύθυνη ομάδων συνοδών σε κατασκηνώσεις παιδιών με ιδιαιτερότητες, στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), καθώς και σε κέντρο ειδικής αγωγής και ψυχοθεραπείας. Επίσης εθελοντικά έχει προσφέρει τις υπηρεσίες της στην Εταιρεία Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας, στο Γενικό Νοσοκομείο ΚΑΤ και στην 24ωρη τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης θυμάτων βίας του Ελληνικό Δικτύου Γυναικών Ευρώπης: Γραμμή SOS «Δίπλα σου». Εργάζεται ιδιωτικά ως Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια στην Αθήνα, πλησίον του μετρό της στάσης Πανόρμου.

Επικοινωνία:
6955309350
fb: Μαντζάνα Φωτεινή Ψυχολόγος MSc, Ψυχοθεραπεύτρια
fotmant.psy@gmail.com