Η πανδημία του φόβου ως λίπασμα ανθοφορίας

Από τη Σοφία Κουφού*, εκπαιδευόμενη Εικαστική Ψυχοθεραπεύτρια

Εν μέσω της πανδημίας του COVID-19, πέρα από τη φυσική μόλυνση και η ψυχική «μόλυνση» είναι μια αναμενόμενη πραγματικότητα. Η πανδημία του COVID-19 μπορεί να φέρει δυσάρεστα και έντονα συναισθήματα όπως φόβο, ανησυχία, θυμό, στρες, αίσθηση του αβοήθητου, εκνευρισμό, μοναξιά, αβεβαιότητα, τρόμο, φρίκη.

Κατά τον Strong, οι επιδημίες κουβαλούν μαζί τους ακόμα τρεις ψυχοκοινωνικές επιδημίες ικανές να μολύνουν σχεδόν το σύνολο του κοινωνικού συστήματος. Αυτές είναι η επιδημία του φόβου, η επιδημία της εξήγησης, ηθικοποίησης, διανοητικοποίησης και η επιδημία της δράσης. Εξού και στην πανδημία του COVID-19 γίνονται αντιληπτά κι αναγνωρίσιμα κύματα ατομικού και συλλογικού πανικού, ξεσπάσματα ερμηνειών, θεωρίες συνομωσίας που επιχειρούν να εξηγήσουν την πανδημία, ατομικές και συλλογικές στρατηγικές δράσεις ελέγχου της πανδημίας όπως πλύσιμο χεριών, απολύμανση, lockdown, μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας, καραντίνα, κ.α.

Όλο αυτό το φορτίο που φέρει η πανδημία και διανέμεται ως απρόσμενο πακέτο στον παγκόσμιο πληθυσμό, έχει ως προεξάρχον συστατικό το φόβο. Το φόβο της ασθένειας, του ανοίκειου, του στιγματισμού, της απομόνωσης, της απώλειας των αγαπημένων προσώπων, της απώλειας του ελέγχου, του θανάτου. Είναι γεγονός πως η επαφή του ανθρώπου με το θάνατο είναι πρόδηλη αυτή την περίοδο είτε σε πραγματικό επίπεδο, είτε έμμεσα με τις καθημερινές ανακοινώσεις των μέσων μαζικής ενημέρωσης είτε σε φαντασιωσικό επίπεδο. Η έμμεση έκθεση στο τραύμα, όπως μέσω των απεικονίσεων των θανάτων από τα μέσα, επίσης συμβάλλει στη δυσφορία (Neria & Sullivan, 2011).

Είναι όμως και εκείνος ο συμβολικός προσωρινός θάνατος της μέχρι πρότινος κανονικότητας, διαμορφωμένης από τις ρουτίνες που κάθε άτομο ακολουθεί και βοηθούν ώστε να υπάρχει μια αίσθηση συνέχειας και μονιμότητας. Κάπως έτσι η συνέχεια και η μονιμότητα είναι και αυτές ασθενείς στην τωρινή συνθήκη ενώ νέες μορφές κάνουν την εμφάνισή τους όπως η τηλεργασία καταφέρνοντας να εγκαταστήσουν κάποιου είδους κανονικότητα.

Οι κρίσεις πέρα από όλες τις πολύπλευρες αρνητικές συνοδείες και προεκτάσεις τους, είναι ταυτόχρονα ευκαιρίες για ενδοσκόπηση και επαφή με την ανθρώπινη μεταβλητότητα

Παρά το γεγονός ότι ο θάνατος αποτελεί μια βεβαιότητα στην ύπαρξη, η χρονική του τοποθέτηση είναι άγνωστη, αβέβαιη. Όση αβεβαιότητα έχει η χρονική στιγμή του θανάτου, τόση έχει και το χρονοδιάγραμμα της πανδημίας. Αβέβαιο είναι το πότε θα λήξει η κρίση της πανδημίας, αβέβαιο επίσης το εάν και πότε θα ακολουθήσει νέο κύμα κρουσμάτων.

Σύμφωνα με το Freud (1926) ο φόβος του θανάτου μπορεί να έχει την προέλευσή του στο φόβο του ευνουχισμού καθώς και στο φόβο απώλειας του αντικειμένου. Η φαντασίωση του ευνουχισμού δημιουργείται μέσω της εμπειρίας της απώλειας των κοπράνων και μέσω της απώλειας του μαστού της μητέρας στον απογαλακτισμό. Όσον αφορά το φόβο απώλειας του αντικειμένου, η θεμελιώδης προέλευση του φόβου βρίσκεται στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης όταν το βρέφος χάνει τη μητέρα από το οπτικό του πεδίο.

Φόβοι ευνουχισμού και απώλειας αντικειμένου κάνουν σαφή την εκδήλωσή τους στις μέρες του COVID-19 είτε μέσω της κοσμοσυρροής στα σουπερμάρκετ με σκοπό την αγορά πλήθους από ρολά χαρτιών υγείας σε μια διαπραγμάτευση με το φόβο ευνουχισμού είτε μέσω της συσσώρευσης πλήθους τροφίμων σε μια προσπάθεια υπερπλήρωσης του φόβου της απώλειας αντικειμένου.

Η ανία είναι επίσης ένα σύμπτωμα των πληθυσμών που πλήττονται από την πανδημία και ζουν υπό το φόβο της. Ωστόσο εμφανίζεται όχι σαν μια αυθεντική αίσθηση αλλά κυρίαρχα ως αντίσταση έναντι μιας κατάστασης αξιοσημείωτης απώλειας του ελέγχου. Η επιστράτευση του χιούμορ και της δημιουργίας, της τέχνης μπορεί να αποτελέσει ένα ακόμη στυλ αντιμετώπισης και να λειτουργήσει ως αντίρροπη δύναμη απέναντι στην τάση για θάνατο και στο φόβο.

Της δήλωσης του Freud «σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος» (1920) έχει προηγηθεί η λυρική διατύπωση του ποιητή Urdu Mirza Asad-Ulla Khan Ghalib’s (1797–1869) “ishrat-e-qatra hai darya mein fanaa ho jaana.” Σε κυριολεκτική μετάφραση, αυτό σημαίνει ότι “η μεγαλύτερη έκσταση για μια σταγόνα είναι να πέσει πάνω σε ένα ποτάμι και να γίνει ένα με αυτό“. Μια τέτοια δήλωση φιλοξενεί το αναπόφευκτο του θανάτου στην οικία της ζωής αλλά και μοιάζει να αποδίδεται σ’ αυτό μια αίσθηση του επιθυμητού ή ακόμη και ευχαρίστησης. Ο Ghalib ωστόσο δεν είναι ικανοποιημένος με την απεικόνιση του θανάτου ως μια χαρούμενη απόληξη ενός μακρινού ταξιδιού και προσθέτει ότι “χωρίς τη συνειδητοποίηση του πεπερασμένου της η ζωή δε θα ήταν καθόλου ευχάριστη” (“na ho marna to jeenay ka maza kya?”).

Χωρίς την ενθύμηση του θανάτου και της προσωρινότητας, μπορεί κανείς να φαντάζεται πως θα ζήσει για πάντα και πως δε χρειάζεται προετοιμασία για το θάνατο. Με αυτή τη φαντασίωση ως παρακαταθήκη, συχνά γίνονται επιλογές χωρίς να δίνεται επαρκής σημασία ή δεν επιλέγονται τα σημαντικά στην πορεία της ζωής. Κι αυτό ενέχει μεγάλες πιθανότητες όταν έρθει η ώρα του θανάτου, αυτός να βιώνεται με απελπισία και φόβο.

Οι κρίσεις πέρα από όλες τις πολύπλευρες αρνητικές συνοδείες και προεκτάσεις τους, είναι ταυτόχρονα ευκαιρίες για ενδοσκόπηση και επαφή με την ανθρώπινη μεταβλητότητα, τη φθαρτότητα, το αναπόδραστο του θανάτου. Αποτελούν μεταμορφωτικές εμπειρίες του ανθρώπου, καθιστώντας τον περισσότερο σοφό και δεκτικό σε μια πιο ενσυνείδητη και υπεύθυνη στάση απέναντι στη ζωή. Αν αξιοποιηθούν δημιουργικά, μπορούν να γίνουν πολύτιμα εργαλεία για την προσωπική ανάπτυξη και τη συλλογική δράση.

Βιβλιογραφία

Brunning, H: Psychonalytic Reflections on a Changing World. New York, Routledge, 2018.

Taylor, S.: The Psychology of Pandemics, Cambridge Scholars Publishing, 2019.

Akhtar, S: The Wound of Mortality, United Kingdom, Jason Aronson, 2010.

Rinpoche, L.Z & Mc Donald, K: Wholesome Fear, Boston, Wisdom Publications, 2010.

Πηγή φωτό: http://koueki.jiii.or.jp/gallery/mobile-work.php?eid=00067

________________________________________________________________________

*Η Σοφία Κουφού είναι εκπαιδευόμενη εικαστική ψυχοθεραπεύτρια με κλινική πρακτική σε κέντρα ημέρας και δομές υποστηριζόμενης διαβίωσης. Έχει ασχοληθεί με το συντονισμό ομάδων ψυχωσικού πληθυσμού, πληθυσμού με νοητική υστέρηση, ατομική ψυχοθεραπεία σε νευρωσικό πληθυσμό, συντονισμό εργαστηρίων εικαστικής ψυχοθεραπείας σε νευρωσικό πληθυσμό και φροντιστές ατόμων με άνοια. Έχει συμμετάσχει στο 1ο παγκόσμιο συνέδριο εικαστικής θεραπείας με ποιοτική και ποσοτική ερευνητική εργασία και έχει συντονίσει workshop εικαστικής έκφρασης στο 7ο Πανελλήνιο Διεπιστημονικό Συνέδριο Νόσου Alzheimer και Συγγενών Διαταραχών. Είναι κάτοχος ευρωπαϊκού πιστοποιητικού φροντίδας (ECC). Συνεχίζει την εκπαίδευσή της στο Center for Modern Psychoanalytic Studies (CMPS) με παρακολούθηση μαθημάτων της σχολής μοντέρνας ψυχανάλυσης του Spotnitz.