Επιμέλεια – Μετάφραση: Ελεάνα Πανδιά, Επικοινωνιολόγος, MA, υπ. διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου

Συγγραφέας: Oliver Burkeman

Είναι δύσκολο να σκεφτεί κάποιος μια συνθήκη στην οποία δεν χρησιμεύει ιδιαίτερα η δύναμη της θέλησης. Οι αποφάσεις που παίρνετε στην αρχή κάθε χρονιάς δεν θα ήταν αλλιώς, τόσο βραχύβιες. Θα μπορούσατε να σταματήσετε να ξοδεύετε το χρόνο σας στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, να βουλιάζετε στην απελπισία για την κατάντια του σύγχρονου κόσμου και να βρείτε τη δύναμη και την αυτοπειθαρχία να συμμετέχετε σε κάποια φιλανθρωπική οργάνωση ή να κάνετε κάποια δωρεά. Με όχημα την πολιτική ευαισθησία που στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι περισσότερο από διευρυμένη ατομική θέληση, μπορούμε να καθυστερήσουμε τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ή να εμποδίσουμε αλαζόνες κρυφο-φασίστες να έρχονται στην εξουσία. Εν’ ολίγοις, θα ήταν υπερβολικό να αναμένουμε από τους ψυχολόγους να ανακαλύψουν τη συνταγή με την οποία θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε και να διατηρούμε ακμαία τη δύναμη της θέλησής μας.

Είναι σίγουρα εφικτό να αλλάξεις τις συνήθειές σου, αλλά η ισχυρή θέληση δεν είναι πανάκεια. Η γνώση που έχουμε συγκεντρώσει εδώ και σχεδόν δυο δεκαετίες, ήταν ότι η δύναμη της θέλησης, μοιάζει με μυ. Αυτό σημαίνει ότι μπορείς να την ενδυναμώσεις με συστηματική άσκηση, αλλά και ότι μπορεί να την εξαντλήσεις αν την εστιάζεις διαρκώς σε μια κατεύθυνση (να πιέζεις τον εαυτό σου να εργαστεί, ενώ στην πραγματικότητα θα προτιμούσες να μπεις στο facebook), μειώνοντας τα αποθέματα που θα ήθελες να διοχετεύσεις σε άλλους σκοπούς (όπως να αρνηθείς την τρίτη μπύρα μετά τη δουλειά). Σε μια σημαντική έρευνα του 1998, ο κοινωνικός ψυχολόγος Roy Bauermeister και οι συνάδελφοί του προσέφεραν σε δυο ομάδες ανθρώπων ένα μπολ με ραπανάκια και ένα μπολ με μπισκότα σοκολάτας με την οδηγία ότι ο καθένας μπορούσε να πάρει είτε μόνο ραπανάκια ή μόνο μπισκότα. Πίστευαν ότι χρειάζεται αυτοπειθαρχία από την πλευρά εκείνων που επέλεξαν τα ραπανάκια ώστε να αντισταθούν στα μπισκότα. Στο δεύτερο στάδιο του πειράματος έδωσαν στους συμμετέχοντες να λύσουν παζλ, που όμως δεν ήξεραν ότι δεν λύνονται. Εκείνοι που είχαν επιλέξει να φάνε μπισκότα προσπάθησαν να τα λύσουν δαπανώντας 19 λεπτά κατά μέσο όρο, ενώ εκείνοι που είχαν επιλέξει τα ραπανάκια παραιτηθήκαν μετά από μόλις 8 λεπτά. Φαίνεται πως είχαν ξοδέψει μεγάλο μέρος της δύναμης της θέλησής τους επιλέγοντας να αντισταθούν στα μπισκότα. Έτσι γεννήθηκε η θεωρία της «Εξάντλησης του εγώ» στην οποία αναφέρεται ότι η δύναμη της θέλησης δεν είναι απεριόριστη. Επιλέξτε να πραγματοποιήσετε τους στόχους της νέας χρονιάς σταδιακά αλλιώς ο ένας θα υπονομεύει τον άλλο. Το σχέδιό σας να διαλογίζεστε επί είκοσι λεπτά κάθε μέρα μπορεί να σας εμποδίσει να μάθετε Ισπανικά και το ανάποδο και έτσι ενδέχεται να μην επιτύχετε σε κανένα από τα δυο.

Κάποιοι επιστήμονες προτείνουν να δούμε την δύναμη της θέλησης ως συναίσθημα παροδικό. Πιθανόν η δύναμη της θέλησης να μην μοιάζει τελικά καθόλου με μυ: τα τελευταία χρόνια, απόπειρες να αναπαραχθούν τα αρχικά αποτελέσματα έχουν αποτύχει ίσως ως μέρος της κρίσης αξιοπιστίας στην ψυχολογία. Στο μεταξύ, υπάρχει συναίνεση στην άποψη ότι η δύναμη της θέλησης δεν είναι απεριόριστη, αλλά και πως η πεποίθηση ότι είναι μπορεί να λειτουργεί ως εμπόδιο στην εκπλήρωση των στόχων σας. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τη δύναμη της θέλησης καλύτερα ως συναίσθημα: παροδικό, κάπως απρόβλεπτο, που δεν μπορεί να εκβιαστεί με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορούμε να εξαναγκάσουμε τον εαυτό μας να είναι χαρούμενος. Επιπλέον, όπως και με την ευτυχία, η χρόνια απουσία της αποτελεί ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά. Αν μια σχέση σας κάνει να αισθάνεστε άσχημα σταθερά, τότε μπορείτε να βγάλετε το συμπέρασμα ότι δεν είναι καλή για σας. Παρομοίως, αν συστηματικά δυσκολεύεστε να βρείτε τη θέληση να μείνετε σταθεροί σε μια ορισμένη συμπεριφορά, τότε μπορεί να είναι καιρός να αποδεχτείτε ότι: ίσως το να βελτιωθείτε στη μαγειρική ή να μάθετε να απολαμβάνετε τη γιόγκα, δεν θα συμβεί για εσάς και θα ήταν ίσως προτιμότερο να συγκεντρώσετε την προσοχή σας στις αλλαγές που σας εμπνέουν πραγματικά. «Αν αποφασίσετε ότι θα καταπολεμήσετε τις λιγούρες, τις αρνητικές σκέψεις, τα συναισθήματα σας, βάζετε όλη σας την ενέργεια και την προσοχή στην προσπάθεια να αλλάξετε τις εσωτερικές σας εμπειρίες», λέει η ερευνήτρια της δύναμης της θέλησης Kelly McGonigal. Οι άνθρωποι που υιοθετούν αυτή την τακτική κατά τη γνώμη της «τείνουν να νιώθουν κολλημένοι (στη συνήθεια) και εξουθενωμένοι (από την προσπάθεια). Αντιθέτως, αναρωτηθείτε τι είδους αλλαγές θα απολαμβάνατε στ’ αλήθεια και θα επιθυμούσατε να διατηρήσετε κι έναν χρόνο αργότερα από σήμερα, σε αντίθεση με εκείνες που νιώθετε ότι υποχρεούστε να κάνετε.

Πίσω από όλες αυτές τις σκέψεις, υποβόσκει μια ανησυχητική ερώτηση: υπάρχει στ’ αλήθεια η δύναμη της θέλησης; Η McGonigal, περιγράφει τους ανθρώπους που διαθέτουν τη δύναμη της θέλησης ως εκείνους που «επιδεικνύουν την ικανότητα να εργάζονται πάνω σε εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα, ακόμα και όταν είναι δύσκολο, ακόμα και όταν μέρος του εαυτού τους δεν επιθυμεί να το κάνει». Η δύναμη της θέλησης λοιπόν, είναι μια λέξη που αποδίδεται σε ανθρώπους που καταφέρνουν να κάνουν αυτό που είπαν ότι θα κάνουν: είναι μια κρίση της συμπεριφοράς τους. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η δύναμη της θέλησης έχει από μόνη της κάποιο νόημα, ότι πρόκειται για κάποια ουσία ή κάποια ιδιότητα την οποία ή κατέχεις ή όχι, όπως ας πούμε τα χρήματα ή η μυϊκή δύναμη. Ίσως είναι σκόπιμο αντί να αναρωτηθούμε «πώς να αυξήσουμε τη δύναμη της θέλησής μας;» να προτιμήσουμε να μάθουμε «Πώς μπορώ να βεβαιωθώ ότι θα κάνω αυτό που δεσμεύτηκα ότι θα κάνω;».

Μια τακτική είναι να διαχειριστείτε το περιβάλλον σας με τέτοιο τρόπο ώστε να μην απαιτείται δύναμη της θέλησης. Αν δεν έχετε πάντα μαζί σας την πιστωτική κάρτα ή την τσάντα σας, θα είναι δυσκολότερο να τη χρησιμοποιήσετε για παρορμητικές αγορές· αν χρήματα μεταφέρονται αυτόματα από τον τρεχούμενο λογαριασμό σας σε έναν αποταμιευτικό την ημέρα που πληρώνεστε, ο στόχος της αποταμίευσης δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τη δύναμη του χαρακτήρα σας.

Ύστερα, υπάρχει και η τεχνική της «στρατηγικής προ-δέσμευσης»: πείτε σε ένα φίλο σας για τα σχέδιά σας και ίσως ο κίνδυνος να φανείτε ασυνεπής και να ντραπείτε για αυτό να σας βοηθήσει να εργάζεστε συστηματικά για αυτά. (Ακόμα καλύτερα, γράψτε τους μια επιταγή προς έναν οργανισμό που απεχθάνεστε και βάλτε τον να σας υποσχεθεί ότι θα την καταθέσει αν αποτύχετε). Χρησιμοποιήστε ότι τεχνάσματα θεωρείτε ότι ταιριάζουν στην προσωπικότητα σας: Ο κωμικός συγγραφέας Jerry Seinfeld σημείωνε ένα Χ σε ένα ημερολόγιο τοίχου κάθε μέρα που κατόρθωνε να γράφει και σύντομα διαπίστωσε ότι δεν επιθυμούσε να σπάσει την αλυσίδα των Χ που έβλεπε στον τοίχο. Εκμεταλλευτείτε τη δύναμη των «αν- τότε» σεναρίων που υποστηρίζονται από σημαντικό αριθμό ερευνών: διατρέξτε την ημέρα που ξημερώνει προκαταβολικά, οραματιστείτε συγκεκριμένα σενάρια στα οποία μπορεί να βρεθείτε και τους τρόπους με τους οποίους θα αντιδράσετε αν συμβεί κάτι τέτοιο (για παράδειγμα, μπορεί να αποφασίσετε ότι μόλις νυστάξετε μετά τις 10 το βράδυ θα πάτε αμέσως για ύπνο ή ότι θα βάζετε αμέσως τα αθλητικά σας παπούτσια τη στιγμή που θα επιστρέψετε σπίτι από τη δουλειά).

Η πιο σημαντική ώθηση που μπορείτε να δώσετε στην προσπάθεια να αλλάξετε συνήθειες, μπορεί να μην συγκεντρώνετε σε μια και μοναδική στρατηγική, αλλά στην εγκατάλειψη της ιδέας της δύναμης της θέλησης. Αν η λέξη δεν αντιπροσωπεύει κάτι συγκεκριμένο, δεν υπάρχει ανάγκη να αφιερώνετε ενέργεια στην ανησυχία για την έλλειψή της. Η αλλαγή στην συμπεριφορά απλοποιείται όταν δεν χρειάζεται να επιστρατεύσετε ένα πολύπλοκο οδηγό τεχνασμάτων για να τα καταφέρετε. Το καλύτερο από όλα, είναι ότι δεν χρειάζεται να είστε σε μια διαρκή μάχη με την ίδια σας την ψυχή: μπορείτε να σταματήσετε να προσπαθείτε να βρείτε τη δύναμη της θέλησης να ζήσετε μια πιο υγιή/πιο ήρεμη/λιγότερο αγχωτική/πιο «επιτυχημένη» ζωή και να συγκεντρωθείτε αντ’ αυτού στο να τη ζείτε.

Πηγή : The Guardian