Από τη Φανή Ναθαναηλίδου, απόφοιτη τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας Ιωαννίνων

Μια φράση που συναντάμε αρκετά συχνά στις διαπροσωπικές επαφές των ανθρώπων είναι η εξής: «Δεν (με) ακούς». H έκφραση αυτή ακούγεται μέσα σε συζητήσεις, διαλόγους και εντάσεις, όπου έρχονται αντιμέτωπες οι διαφορετικές ερμηνείες και απόψεις του καθενός χωρίς να υπάρχει ταύτιση. Πέρα της δυσανασχέτησης, της πίστης περί δίκαιου και άδικου-λάθος και σωστού που προέρχεται από τον διαφορετικό τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς τα πράγματα, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες η έκφραση «δεν ακούς» κρύβει περισσότερα απ’ όσα φαίνεται με το πρώτο άκουσμα. Κάποιος που επαναλαμβάνει αυτή την έκφραση, που εξάπτεται έντονα, που δεν τηρεί τις εύλογες αποστάσεις μεταξύ αυτού και του άλλου, μπορεί να οδηγείται από πιο «σκοτεινά» συναισθήματα και επιθυμίες.

Όταν προβληματιζόμαστε, όλοι μας συχνά απευθυνόμαστε σε κάποιο άλλον για συμβουλές ή για μια εναλλακτική άποψη. Όμως, με την επιφανειακή πρόφαση για αγάπη, φροντίδα και την επιθυμία να υπάρχει ηρεμία στην ζωή, παθιάζεται κανείς τόσο πολύ, που μοναδικός στόχος είναι η πειθώ για την ορθότητα και αποτελεσματικότητα του λόγου και των συμβουλών του. Όταν λοιπόν ο αποδέκτης αντιστέκεται/διαφωνεί με αυτές τις συμβουλές ακούγεται η έκφραση από τον συνομιλητή «Δεν (με) ακούς!». Τότε είναι που χάνεται το παιχνίδι, διότι ο δεύτερος οικειοποιείται το ζήτημα αντιμετωπίζοντάς το πλέον ως προσωπική υπόθεση, καταρρίπτοντας την ελεύθερη βούληση που συνοδεύει τις αποφάσεις του αποδέκτη.

Τι υπάρχει, όμως, πίσω από αυτή τη φράση; Για ποιο λόγο αυτό το άτομο που τη λέει δείχνει τόσο ενδιαφέρον, περισσότερο του αναμενόμενου (ανάλογα με την θέση που κατέχει στην ζωή μας), για τις προσωπικές μας υποθέσεις; Γιατί εμμένει στις προτάσεις του, θεωρώντας πως είναι οι πιο κατάλληλες και δραστικές; Αν αποκλείσουμε τα ενδεχόμενα της υπέρμετρης αγάπης – που σαφώς δεν αμφισβητούμε – και της ανησυχίας για την ακεραιότητα του προσώπου, φτάνουμε σε ποιο βαθιές αλήθειες περί των κινήτρων που ωθούν σε τέτοιες ενέργειες.

Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, οι άνθρωποι έχουν συνδέσει την προσωπική τους αξία και την δυναμική της προσωπικότητάς τους, με την επιρροή που ασκούν στους άλλους και τα ποσοστά επιτυχίας. Οι όποιες αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται για να μην παραβιάζονται οι αρχές της ελευθερίας και ανεξαρτησίας εξαφανίζονται, καθώς αναδύεται η ανάγκη για επιβολή στον άλλο. Αυτή η ανάγκη καθοδηγείται από χειριστικές τάσεις οι οποίες αποσκοπούν στον έλεγχο των κινήσεων και πράξεων του ατόμου. Είναι λίγο σκληρό να αποδεχτεί κανείς μια τέτοια αλήθεια, αλλά αν πραγματικά νοιαζόμαστε οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι το ‘κακό’ που συμβαίνει πρώτα στον ίδιο και μετά στον αποδέκτη μιας τέτοιας συμπεριφοράς, είναι μεγαλύτερο από τον ‘κίνδυνο’ που ενέχουν οι πιθανές επιλογές του. Άλλωστε αν δεν πάθεις πως θα μάθεις;

Δεν είμαστε υπεύθυνοι για τις επιλογές των άλλων, ακόμα κι αν θεωρούμε πως θα είναι ζημιογόνες.

Άρα, ο ρόλος περιορίζεται στον συμβουλευτικό και διαφωτιστικό. Ας μην αγνοήσουμε και τις περιπτώσεις στις οποίες οι συμβουλές από ανθρώπους που υποκινούνται από τέτοια κίνητρα, είναι συχνά λανθασμένες και η έκβαση του «δεν με άκουσε» είναι ωφελιμότερη από το «με άκουσε».

Μια εξήγηση που μπορούμε να δώσουμε είναι ένα μικρόβιο που τρώει την καλοσύνη και την αγαθότητα και ονομάζεις ναρκισσισμός ή εγωισμός. Στα επιτρεπτά επίπεδα αυτό το στοιχείο προστατεύει την ήδη αναγνωρισμένη αξία του εαυτού και μας τροφοδοτεί με αυτοεκτίμηση. Αν όμως το μικρόβιο διαιωνιστεί και γίνει άπληστο προκαλεί ανάγκη για αυτό-ικανοποίηση μέσω του άλλου με βλαπτικές τακτικές, δηλαδή θέτοντας την υγεία σε δεύτερη μοίρα. Οι συμβουλές μπορεί να προσφέρουν το ανάποδο από αυτό που νομίζουμε, να είναι ατελέσφορες και χωρίς σεβασμό προς την επιθυμία του άλλου.Τότε η έκφραση «δεν (με) ακούει» νοείται ως «δεν (με) υπακούει».

Τι μπορούμε, όμως, να κάνουμε όταν έχουμε απέναντί μας έναν άνθρωπο που τονίζει ότι «δεν τον ακούμε»;

Οφείλουμε να πιστεύουμε στην αξία μας, που προκύπτει από την μοναδικότητα της ύπαρξής μας η οποία δεν χρειάζεται μήτε επιβεβαίωση, μήτε τόνωση. Το να κρατάμε σαφή όρια από τον έξω κόσμο έχει να κάνει με την εξασφάλιση της ψυχικής μας υγείας και του ζωτικού χώρου, ο οποίος πρέπει να είναι απαραβίαστος. Ακόμη κι αν κάποιος είναι ασταθής και αδύναμος να υπερασπιστεί το χώρο του, πρέπει να τον σεβόμαστε και να μην προκαλούμε ρήξεις.

Για να φτάσουμε σε ένα καλό σημείο, όσο σκληρή κι αν είναι μια αποκάλυψη για τον εαυτό μας, πάντα να έχουμε κατά νου πως η εξέλιξη προϋποθέτει πίστη και δύναμη κάτι που υπάρχει μέσα μας σαν μια αστείρευτη πηγή. Αν την βρούμε, την αποδεχτούμε και την μετατρέψουμε σε ενέργεια, τότε θα μπορούμε να την μοιράσουμε και με τους γύρω μας. Ακόμη κι αν βλέπουμε τα χειρότερα να έρχονται, αν τα αποδεχτούμε με κατανόηση, θα λάβουμε τα πολλά καινούργια μαθήματα που θα μας δώσουν, είτε συμβαίνουν σε μας είτε σε κάποιον δίπλα μας. Η ζωή ξέρει. Ή μάλλον ο εαυτός μας ξέρει πως να διαχειριστεί την ζωή. Εμείς απλά πρέπει να έχουμε πίστη.

Βιβλιογραφία

Joule RV, Beauvois JL (2016) Περί Χειραγώγησης, Πεδίο εκδοτική.

Μερσινιάς Θ.: Η Συναισθηματική Χειραγώγηση. Retrieved from: https://www.mersinias.gr/άρθρα/σχέσεις-σεξ/item/78-η-συναισθηματική-χειραγώγηση.html