Από το Nick Luxmoore, Εκπαιδευτικό και Σχολικό Σύμβουλο
Μετάφραση: Σωτηρία Κακαγιά 

Υπάρχουν πολλοί νέοι των οποίων η επιθετικότητα τους δημιουργεί προβλήματα. Προκαλούν επιθέσεις λεκτικές, σωματικές και συναισθηματικές προσπαθώντας συνεχώς να υπερισχύουν των άλλων ανθρώπων με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, λες και η επιθετικότητα είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουν για να υπάρχουν, λες και αυτό τους δίνει την αίσθηση ότι είναι ζωντανοί και αληθινοί. Υπάρχουν βέβαια κι άλλοι νέοι που αντιμετωπίζουν διαφορετικά προβλήματα επειδή ακριβώς δεν μπορούν να είναι επιθετικοί. Δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Παραιτούνται χωρίς να δώσουν μάχη. Δεν είναι σε θέση να ζητήσουν αυτό που έχουν ανάγκη με αποτέλεσμα να γίνονται αόρατοι και να θεωρούνται δεδομένοι από τους άλλους.

Όποιος ζει ή συνεργάζεται με νέους ανθρώπους πρέπει να βρει έναν τρόπο να εξηγήσει την επιθετικότητα. Είναι κάτι θετικό ή αρνητικό, απαραίτητο ή περιττό; Είναι θεμιτό να θέλει κάποιος να δώσει μια μάχη; Να δώσει μάχη για να κερδίσει; Να δώσει μάχη για πράγματα που έχουν σημασία; Στον κόσμο συμβαίνουν τραγικά πράγματα εξαιτίας της επιθετικότητας, άρα μήπως θα έπρεπε να την εμποδίζουμε να υπάρχει στους νέους ανθρώπους;

Ενώ ο Freud (1923) υποστηρίζει ότι η επιθετικότητα είναι μια πρωταρχική ενστικτώδης ορμή που συνδέεται με το «ένστικτο θανάτου» και στην ουσία είναι καταστροφική, ο Winnicott (1958) υποστηρίζει ότι η επιθετικότητα στα μωρά είναι τρόπος αυτοπροστασίας. Ναι, τα μωρά γεννιούνται επιθετικά, αλλά η «επιθετικότητα είναι σχεδόν συνώνυμη της ζωντάνιας», γράφει (σελ. 204). Τα μωρά απαιτούν να τα προσέχουν, ζητούν φαγητό, ουρλιάζουν και χτυπιούνται αν δεν γίνει το δικό τους. Αυτή η αρχική επιθετικότητα όμως δεν αποσκοπεί απαραίτητα στην καταστροφή. Είναι μια αντίδραση στην ενόχληση που νιώθουν, γιατί αν δεν πάρουν αυτό που χρειάζονται, θα πεθάνουν. Η επιθετικότητα, γράφει κάπου αλλού ο Winnicott (1965), είναι «απόδειξη της ζωής» (σελ. 127).

Έτσι, ακολουθώντας την άποψη του Winnicott, δεχόμαστε την επιθετικότητα ενός μωρού και δεν τη φοβόμαστε. Ωστόσο, δεν θέλουμε τα μωρά να μετατραπούν σε ναρκισσιστικούς τυράννους, γι’ αυτό όταν είναι έτοιμα, με τρόπο ήπιο και σταδιακό αρχίζουμε να τα μαλώνουμε διδάσκοντάς τους τα όρια του τι μπορούν και δεν μπορούν να ελέγξουν. Συγκρατούμε την επιθετικότητά τους καθώς προσαρμόζονται στην εκπλήρωση των επιθυμιών τους και τις απογοητεύσεις του περιβάλλοντος. Δεν εκμηδενίζουμε την επιθετικότητα, αλλά ούτε την αφήνουμε να φτάσει σε σημείο που να βλάψει τους άλλους ανθρώπους.

Αν όμως ανησυχήσουμε ή φοβηθούμε από την επιθετικότητα ενός μωρού, από την απαραίτητη αυτή ανάγκη ενός μωρού κι εκείνο το αισθανθεί, τότε μαθαίνει να κρύβει την επιθετικότητά του. Αν πάντοτε υποχωρούμε στην επιθετικότητα ενός μωρού, αν δεν αντιμετωπιστεί ποτέ, δεν συγκρατηθεί και δεν βιωθεί από το μωρό ως περιορισμένη και ασφαλής, και πάλι αυτό μαθαίνει να την κρύβει.

Η αντεπίθεση είναι εξίσου αναποτελεσματική. Αν αντιμετωπίσουμε την παιδιάστικη επιθετικότητα ενός μωρού με τη σαρωτική επιθετικότητα του ενήλικα, τότε – και πάλι – το μωρό σταματά να είναι επιθετικό επειδή η κατάσταση είναι πολύ επικίνδυνη. Η επιθετικότητά του – και πάλι –  δεν περιορίζεται και έτσι το μωρό σταματά να ζητά ό,τι χρειάζεται, παύει να ασχολείται με τους άλλους ανθρώπους, παραιτείται από τη δική του επιθετικότητα και επιδιώκει να λάβει ικανοποίηση από αλλού, βρίσκοντας έμμεσους τρόπους για να λάβει (ή όχι) ό, τι χρειάζεται.

Ένα μωρό που έχει παρελθόν μη συγκρατημένης επιθετικότητας, μπορεί είτε να εξελιχθεί σε ένα νεαρό άτομο που δεν θα μπορεί να ελέγξει την επιθετικότητά του ξεσπώντας ανεξέλεγκτα με την παραμικρή απογοήτευση, είτε σε ένα νεαρό άτομο που φοβάται την επιθετικότητα του, φοβάται να διεκδικήσει οτιδήποτε, φοβάται να πολεμήσει μήπως προκαλέσει κακό ή μήπως υποστεί κακό από τον αντίπαλο. Είναι πιθανό να γίνει εσωστρεφές, να κλειστεί στο δωμάτιό του, απρόθυμο να μιλήσει για τα πράγματα που έχουν σημασία, να χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και να γίνει αόρατο. Ο Winnicott (1958) παρατηρεί το εξής: «… αν η κοινωνία βρίσκεται σε κίνδυνο, αυτό δεν οφείλεται στην επιθετικότητα του ανθρώπου, αλλά στην καταπίεση της προσωπικής επιθετικότητας στα μεμονωμένα άτομα» (σελ. 204).

Υπάρχουν πολλοί νέοι των οποίων η επιθετικότητα φαίνεται ότι έχει καταπιεστεί. Συνήθως είναι ασυνήθιστα παθητικοί και αυτάρκεις ως παιδιά. Στη συνέχεια, καθώς η εφηβεία εμφανίζεται με τα επακόλουθα  συναισθήματα αυτοσυνειδησίας και τις σεξουαλικές ανησυχίες, γίνονται ακόμα πιο εσωστρεφείς και χωρίς να έχουν αναπτύξει αυτοπεποίθηση προκειμένου να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Οι νέοι που δεν μπόρεσαν ποτέ να βασιστούν αξιόπιστα και σταθερά στη συγκρατημένη επιθετικότητα των άλλων ανθρώπων, θα βασίζονται απόλυτα στον εαυτό τους, στη δική τους παρέα, στις δικές τους συμβουλές και (σε ορισμένες περιπτώσεις) ο εαυτός τους θα γίνει αντικείμενο αυτοτραυματισμού και μίσους. Μπορεί ακόμα και να θέσουν σε κίνδυνο τις σπουδές τους μένοντας στο δωμάτιό τους και αρνούμενοι να πάνε στο σχολείο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν οι γονείς και οι ειδικοί ανησυχούν για τα κλειστά, ντροπαλά, παθητικά παιδιά επειδή αισθάνονται κάτι δυνητικά επικίνδυνο για το παιδί: μια τρέλα ικανή να ξεσπάσει, μια βία ικανή να εξωτερικευτεί απότομα.

Ο κίνδυνος είναι ότι το παιδί που δεν μπορεί ποτέ να διεκδικήσει τον εαυτό του, γίνεται ο νεαρός που τελικά θα επιτεθεί σε κάποιον.

Πρέπει να κατανοήσουμε την επιθετικότητα ως έναν ουσιαστικά αμυντικό μηχανισμό, ως έναν τρόπο επικοινωνίας που πρέπει να γίνει κατανοητός. Δεν προτείνω να υποχωρούμε πάντα στην επιθετικότητα αλλά ούτε και να την εκμηδενίζουμε. Υποστηρίζω ότι πρέπει να κατανοήσουμε την επιθετικότητα ως μια μορφή άγχους, ένα είδος πανικού. Και φυσικά, αυτό που θα βοηθήσει περισσότερο ή θα εμποδίσει την ικανότητά μας να κατανοήσουμε την επιθετικότητα και να αντιδράσουμε κατάλληλα είναι η σχέση που εμείς έχουμε με τη δική μας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Βοηθώντας τους εφήβους να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους

 

Πηγή: www.psychologytoday.com