Γράφει η Μένη Σεϊρίδου*

Κρατώντας τον γιο της σφιχτά από το χέρι επιβιβάστηκε στο λεωφορείο των ΚΤΕΛ με προορισμό το μικρό χωριό απ’ όπου κατάγονταν. Είχε χρόνια να το επισκεφτεί, όχι γιατί ήταν μακριά, αλλά οι ρυθμοί και ο τρόπος ζωής της, την είχαν απομακρύνει από τον τόπο όπου είχε περάσει όλα της τα καλοκαίρια όταν ήταν μικρή. Τώρα επέστρεφε εκεί όχι όμως για διακοπές, παρά μόνο για να κάνει ένα καινούργιο ξεκίνημα…

Τα συναισθήματα την κατέκλυζαν, την ώρα που βολεύονταν στις θέσεις του λεωφορείου, βάζοντας το αγόρι της από την μέσα πλευρά, γιατί του άρεσε να κοιτά τα αυτοκίνητα στη διαδρομή και να σχολιάζει συνεχώς και με απόλυτη ακρίβεια την μάρκα και το μοντέλο του αυτοκινήτου. Από τη μια ένιωθε μια συσσωρευμένη λύπη, για τη ζωή που άφηνε πίσω της καθώς και θυμό για όσους την πρόδωσαν, ενώ από την άλλη μια σταλίτσα αισιοδοξίας της έκλεινε το μάτι, για το καινούργιο της ξεκίνημα! Αν προσθέσεις και το απέραντο άγχος, για όλο αυτό το εγχείρημα, τότε καταλαβαίνεις το τεράστιο μπέρδεμα στο μυαλό της.

Το λεωφορείο ξεκίνησε, και ο μικρός Κωνσταντίνος, ξεκίνησε και αυτός να σχολιάζει τα αυτοκίνητα που περνούσαν. «Κοίτα, ένα Toyota Avensis!», «Να αυτό το μπλε είναι Nissan Micra!», «Ω! μαμά, μαμά BMW σειρά 3!». Έτσι θα συνέχιζαν όλη τη διαδρομή μέχρι να κλείσει τα ματάκια του και να κοιμηθεί νανουρισμένος από την κίνηση του οχήματος!

Η Ματίνα, το είχε συνηθίσει πια, και σχεδόν δεν άκουγε τον Κωνσταντίνο, που χαρούμενος απαριθμούσε τα αυτοκίνητα, ενώ έδειχνε να μην τον απασχολεί τίποτα άλλο, ούτε τα όμορφα τοπία που εναλλασσόταν συνεχώς, ούτε και οι άνθρωποι μέσα στο λεωφορείο, που του χαμογελούσαν ή του χάιδευαν φιλικά το κεφαλάκι του και του έλεγαν δυο γλυκές κουβέντες.

Το μυαλό της έτρεχε πίσω στο χρόνο, στα αξέχαστα εκείνα καλοκαίρια, στο σπίτι της γιαγιάς, με τους φίλους, τα παιχνίδια, τα γέλια και τις χαρές! Και τι δε θα έδινε, να γυρίσει τα χρόνια πίσω… μέσα σε ένα σπιτάκι με δυο δωμάτια και ένα κουζινάκι όλο κι όλο, η τουαλέτα στην αυλή, να ζουν όλοι μαζί με τη γιαγιά και η χαρά να περισσεύει! Το οίκημα ήταν πολύ παλιό, είχε χτιστεί όταν πρόσφυγες οι προπαππούδες της, από την Ανατολική Ρωμυλία, είχαν έρθει στον τόπο αυτό της Μακεδονίας, για φτιάξουν την ζωή τους από την αρχή, όπως και η ίδια τώρα, αν το σκεφτείς καλύτερα!

Παρόλο όμως που το σπίτι ήταν ταπεινό, ο κήπος που το περιέβαλλε ήταν σκέτη μαγεία! Μπροστά του βρισκόταν μια τεράστια κληματαριά, ενώ τα ασβεστωμένα παρτέρια ξεχείλιζαν από γαρίφαλα, σκυλάκια, και τζίνια που δημιουργούσαν μια πανδαισία χρωμάτων. Λίγο πιο μέσα στο κήπο κυριαρχούσαν οι δύο τεράστιες κερασιές και σε μια ακρούλα φυτεύονταν κάθε χρόνο με επιμέλεια τα κηπευτικά!

Η μέρα της Ματίνας και του Γιωργάκη, του μικρού της αδερφού, ξεκινούσε νωρίς- νωρίς με πρωινό στην αυλή. Κάτω από την κληματαριά, ένα τεράστιο τραπέζι και γύρω του χρωματιστές καρέκλες, όλες διαφορετικές, αλλά τόσο χαρούμενες… Η γιαγιά τους ετοίμαζε λαλαγγίτες, μπουρεκάκια, λουκουμάδες ή απλώς ψωμί και τυρί… αλλά τι ψωμί ήταν αυτό! Ζεστό, ζεστό, αχνιστό και με κριτσανιστή κόρα ήταν όλα τα λεφτά…

Αμέσως μετά ετοιμαζόταν για τη θάλασσα! Μαγιό, σαγιονάρες, πετσέτα και έτοιμοι! Ξεκινούσαν μπροστά τα πιτσιρίκια και πίσω η μαμά. Στην εικοσάλεπτη διαδρομή ως την παραλία, με τον ήλιο να καίει στα κεφάλια τους και τα τζιτζίκια να τους τρελαίνουν με το τραγούδι τους, θα συναντούσαν και άλλες μητέρες με τα μικρά τους που πήγαιναν στην θάλασσα, και όλοι μαζί, σαν πολύβουο μελίσσι, θα έφταναν στην πλαζ με τις λεύκες. Τότε η τσακαλοπαρέα βουτούσε κατευθείαν, σκασμένη από τη ζέστη και οι μανάδες κάθονταν κάτω από την παχιά σκιά των δέντρων να κεντήσουν. Αυτό η Ματίνα δεν το κατάλαβε ποτέ! Οι γυναίκες, οι περισσότερες τουλάχιστον δεν κολυμπούσαν, παρά μόνο κάθονταν στην αμμουδιά και κεντούσαν, έχοντας πάντα το ένα μάτι στα βλαστάρια τους.

Το μεσημεράκι, ερχόταν η ώρα της ανηφόρας, που ήταν μεγάλο βάσανο, εκτός και αν ήταν τυχεροί και περνούσε κάποιος συγχωριανός με το αγροτικό του, και τους ανέβαζε στο χωριό μέσα στην καρότσα! Τέλεια εμπειρία για τους μπόμπιρες. Το αυτοκίνητο έτρεχε και τα μαλλιά τους ανέμιζαν στον αέρα. Ευκολία όμως και για τις γυναίκες που κουβαλούσαν και τις τσάντες μέσα στη κάψα του μεσημεριού.

Όταν έφταναν σπίτι, κάνανε μπάνιο στην αυτοσχέδια εξωτερική ντουζιέρα, έτρωγαν και ξαπλώνανε, τάχα να κοιμηθούνε. Αντί γι’ αυτό όμως διαβάζανε Μίκυ Μάους ή Ποπάυ ή Μπλέικ ή Περιπέτεια ή ότι άλλο έβρισκαν στο τσαγκάρικο του χωριού, όπου ανταλλάσανε τα παλιά τους κόμικς, με άλλα μεταχειρισμένα, μέχρι που κάποιος μεγάλος τους ανακάλυπτε και τρώγανε τη χειρότερη τιμωρία: «δεν έχει παγωτό το απόγευμα, παλιόπαιδα!!!!» τους φώναζε η μαμά ή ο μπαμπάς, ενώ η γιαγιά συνήθως δε τα μάλωνε, αλλά τους ψιθύριζε κρυφά να κλείσουμε τα μάτια για να μην τα τιμωρήσουν οι γονείς τους!

Το απόγευμα μαζευόντουσαν στην πλατεία και παίζανε ώσπου να νυχτώσει. Κρυφτό, τζαμί, πατητό, αγαλματάκια, μπίλιες, καπάκια, χαρτάκια, και πολλά άλλα παιχνίδια, μερικά δημιουργήματα της στιγμής. Όταν πια σουρούπωνε, μαζεύονταν στην αυλή τους, κάτω απ’ την κληματαριά, και η γιαγιά τους διηγούνταν ιστορίες από τα παλιά, που υποστήριζε ότι ήταν αληθινές, όμως η Ματίνα πάντα πίστευε ότι τις πασπάλιζε με μπόλικη φαντασία. Τέλος, όταν τελικά έφευγαν οι φίλοι τους, πίνανε το γάλα τους και πέφτανε να κοιμηθούνε εξαντλημένοι από την ένταση της ημέρα, αλλά και ευτυχισμένοι.

Έτσι λοιπόν περνούσαν οι μέρες στο χωρίο, τόσο όμοιες και τόσο διαφορετικές μεταξύ τους… σκεφτόταν, ώσπου τη πήρε και εκείνη ο ύπνος. Ονειρεύτηκε τη μέρα που είχαν μαζευτεί στις πλάβες, οι οποίες ήταν δεμένες στην ακτή. Κάποιος απ’ την παρέα είχε φέρει μια κιθάρα και τραγουδούσανε… «διψάσαμε το μεσημέρι, μα το νερό γλυφό..». Καθόντουσαν δυο – δυο στις βάρκες, ο ουρανός έλαμπε, οι γλάροι τους κρατούσαν συντροφιά, και η θάλασσα με τον παφλασμό της έδινε θαρρείς τον ρυθμό στο τραγούδι τους.

Το λεωφορείο έκοψε ταχύτητα και έστριψε. Η Ματίνα ξύπνησε αντικρίζοντας τις πρώτες κατοικίες του χωριού. Σκούντησε το αγόρι της να ξυπνήσει και ενώ ετοιμαζόταν να κατέβει ένα έντονο χτυποκάρδι ξεκινούσε στο στήθος της. «Και τώρα;», αναρωτήθηκε… «τίποτα, απλώς ξεκινάμε από την αρχή.»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal]

______________________________________________

*H Μένη Σεϊρίδου, γεννήθηκε και ζει στην Θεσσαλονίκη, όπου και εργάζεται. Ασχολείται με την φωτογραφία και τη γραφή μικρών ιστοριών που συνοδεύουν τις φωτογραφίες της. Έχει πάρει μέρος σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις φωτογραφίας, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ως μέλος του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης. Ένα διήγημα της δημοσιεύτηκε σε ιστοσελίδα της Θεσσαλονίκης (Thessaloniki Arts and Culture) και αρκετά διηγήματα της δημοσιεύτηκαν στο Fractal.