Αληθινά Όνειρα

Γράφει η Δήμητρα Διδαγγέλου *

 

Έναν – δυο επαναλαμβανόμενους εφιάλτες είχα όταν ήμουν μικρή. Έχω υποψία και για έναν τρίτο με πανελλήνιες εξετάσεις, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι ήταν όνειρο.

Στον πρώτο, λέει, μας είχαν δώσει οδηγίες να μείνουμε στα σπίτια μας και να μη βγαίνουμε καθόλου έξω. Έπρεπε να έχουμε ακόμα και τα παντζούρια κλειστά για να μη μας δει ο ήλιος. Ο κίνδυνος προερχόταν από τις ακτίνες του, τον αόρατο εχθρό. Μα, πώς μπορούσαμε να μην ερχόμαστε σ’ επαφή με τον ήλιο; Και πού θα έπαιζα; Πότε θα τελείωνε αυτό; Η μαμά μου, όπως πάντα, καθησυχαστική, μου έλεγε την κουβέντα βάλσαμο: «όλα είναι καλά». Και αυτό αρκούσε για να ηρεμήσω, την πίστευα.

Αυτός ο εφιάλτης ερχόταν στον ύπνο μου μέχρι περίπου τα δώδεκά μου χρόνια. Ξεκίνησε όταν ήμουν πέντε χρονών,την ίδια εποχή με το Τσέρνομπιλ. Μετά το πυρηνικό ατύχημα, θυμάμαι να καλούν όλο το χωριό για εξέταση για να δουν εάν είχαμε απορροφήσει πυρηνική ενέργεια. Για καλή μου τύχη η απεσταλμένη ομάδα του ΠΑΚΟΕ που έκανε τις μετρήσεις είχε εγκατασταθεί ακριβώς κάτω από το σπίτι μου και τους επισκεπτόμουν συχνά. Όποτε μου καρφωνόταν στο μυαλό ότι είχα πάνω μου περίσσευμα πυρηνικής ενέργειας – δηλαδή κάθε μέρα-, στεκόμουν στα σκαλοπάτια του σπιτιού όπου έβγαινε το παράθυρο του ισογείου και κοιτούσα πότε θα αραιώσει ο κόσμος. Άλλες φορές περίμενα τριάντα λεπτά, άλλες δυο ώρες για να κατέβω και να σταθώ σε μια άκρη. Έβγαζα τα πάνινα παπούτσια μου, το ρολόι με τα μουστάκια του μίκυ μάους για δείκτες και τα μεταλλικά τσιμπιδάκια από τα μαλλιά χωρίς να χρειάζεται -επηρεασμένη από τη διαδικασία που έκανα όταν έβγαζα ακτινογραφίες για το άσθμα: άσχετο δηλαδή, αλλά για κάποιο λόγο είχαν γίνει ένα στο μυαλό μου. Μόλις με έβλεπε η υπεύθυνη, έσκυβε πάνω μου με τα στρογγυλά μητρικά στήθη της να προεξέχουν από το άνοιγμα του πουκαμίσου της, μου έστρωνε τα μαλλιά και μου έκανε νόημα να περάσω. «Όλα είναι καλά», μου έλεγε. Και αυτό μου αρκούσε για να ηρεμήσω, την πίστευα. Μέχρι την επόμενη μέρα.

Ο δεύτερος εφιάλτης δεν έχω ιδέα με τι μπορεί να σχετιζόταν. Ερχόταν κι έφευγε κάπου μέσα σ’ όλα τα χρόνια του δημοτικού σχολείου. Αυτός περιλάμβανε την κατά ένα χρόνο μεγαλύτερή μου αδερφή, το κίτρινο ποδηλατάκι μας κι έναν δράκο ιδίου χρώματος. Τους βλέπω ακόμα μπροστά μου: η αδερφή μου πάνω στο ταλαιπωρημένο δίτροχο το οποίο στο όνειρο φαινόταν μικροσκοπικό σαν μινιατούρα, με τις βοηθητικές ρόδες να παραπαίουν δεξιά κι αριστερά σαν δυο γυαλιστερές ελίτσες που πάντοτε κατάφερναν να κρατήσουν την ισορροπία και πίσω της να τρέχει ο δράκος. Κανονικός δράκος, με γλώσσα που έβγαζε φωτιές, πτερύγια στην πλάτη και όλα τα σχετικά. Εγώ στεκόμουν στη γωνία του πεζοδρομίου που βρισκόταν κάτω από το σπίτι μας και την περίμενα με κομμένη την ανάσα (να σημειώσω ότι η γωνία ήταν η ίδια δίπλα από την είσοδο του γραφείου που μας εξέταζαν για τη ραδιενέργεια). Αν η αδερφή μου έφτανε μέχρι εκεί και κατάφερνε να στρίψει προς τη μεριά μου θα σωζόταν. Για κάποιο λόγο ο δράκος δεν μπορούσε να στρίψει σ’ εκείνη τη γωνία. Θεέ μου, τι αγωνία. Τι όνειρο κι αυτό. Ποτέ δεν έβλεπα το τέλος, δεν έφτανα μετά τη στροφή. Πάντοτε ξυπνούσα στο σημείο που έκανα νόημα με τα χέρια μου κι έδειχνα το δρόμο με κινήσεις αυτοκινούμενου ρομπότ που του τελειώνουν οι μπαταρίες.

Σήμερα, παρ’ όλο που είναι πραγματικότητα το έτος 2020, σαν νούμερο μου ακούγεται φουτουριστικό. Σα να ανήκει στο μέλλον κι εκεί πρέπει να μείνει. Θυμάμαι την πρωτοχρονιά που μου έλεγε μια φίλη ότι επιτέλους ήρθε μια χρονιά που ακούγεται ελπιδοφόρα λόγω των ίδιων αριθμών που περιέχει. Και φαίνεται και οπτικά ωραίο το νούμερο, απαντούσα εγώ.

Το όνειρο με τον εγκλεισμό στο σπίτι ήταν το πρώτο που μου ήρθε στο νου όταν άκουσα τον εθνικό μας επιστήμονα στις 6 το απόγευμα πριν από περίπου ένα μήνα να μας προετοιμάζει για την κατάσταση που θα είχαμε ν’ αντιμετωπίσουμε. Δεν ήρθε την ίδια τη στιγμή που άκουγα τις ανακοινώσεις και σίγουρα όχι στο συνειδητό νου. Έφτασε το βράδυ, στον ύπνο μου, σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση. Ήρθε για να μου αποδείξει ότι το προσωπικό ασυνείδητο μπορεί να γίνει συλλογικό και το αντίστροφο και πως ακόμα και αν δεν γίνει αμέσως αυτό, αξίζει να περιμένουμε μερικά χρόνια. Τώρα, δεν έχω παρά να περιμένω να έρθει η μέρα που θα ξυπνήσουν οι δράκοι και θα κυνηγήσουν την αδερφή μου κι εμένα και όλη την ανθρωπότητα. Εκτός και αν στη γωνία εμφανιστεί ο κύριος επιστήμων, πάντα η ώρα 6, και μας πει «όλα είναι καλά». Και αυτό θα αρκεί για να ηρεμήσουμε, θα τον πιστέψουμε.

 

* Πρώτη δημοσίευση στο Booksitting στο πλαίσιο αφιερώματος “Μένουμε σπίτι και γράφουμε”