Από την Αρετή Βεργούλη*, Ψυχολόγο & Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Το Κάποτε στο Χόλιγουντ αποτελεί μια εξαιρετικά μελαγχολική ταινία παρέας, μια ωδή σε μια περασμένη εποχή και μια αντανάκλαση των όσων συμβαίνουν όταν οι καιροί αλλάζουν και οι σταρ βρίσκονται να «διολισθαίνουν» σε δεύτερους ρόλους.

Η ταινία ξεκινά παρουσιάζοντάς μας τον άλλοτε σταρ της μικρής οθόνης Ρικ Ντάλτον να στριμώχνει το ταλέντο του σε ρολάκια κακών, που λειτουργούν ως κηλίδα της περιόδου ακμής του, όταν έσκιζε στο σίριαλ Bounty Law – μια κηλίδα την οποία προσπαθεί να σβήσει με το ποτό. Δίπλα του, σε ρόλο φύλακα αγγέλου βρίσκεται ο κασκαντέρ του Κλιφ Μπουθ, σε μια σχέση όπου δεν είναι απλώς συνεργάτης, αλλά «κάτι παραπάνω από αδελφός και κάτι λιγότερο από σύζυγος». Ο Ταραντίνο αναπαριστά τη διαίρεση του ατόμου, με το παρηκμασμένο, αγχώδες, ανασφαλές κομμάτι (μέσω του χαρακτήρα του Ρικ) να συναντά το συμπληρωματικό alter ego στο πρόσωπο του ανέμελου, δυνατού κασκαντέρ Μπουθ. Από το αδιέξοδο και την πτωτική πορεία ο Ρικ θα βγει χάρη στη βοήθεια του ατζέντη που, σαν από μηχανής θεός, του προτείνει να δοκιμαστεί σε B-movies γουέστερν της Τσινετσιτά.

Η όλη ιστορία τοποθετείται στους λόφους του Χόλιγουντ κατά τη δεκαετία του ’70, σε μια βίλα όπου μένει ο Ρικ με γείτονα τον Ρομάν Πολάνσκι και τη Σάρον Τέιτ. Σκηνές όπως εκείνη όπου ο Ρικ, σταματημένος στο φανάρι της γειτονιάς, κοιτάζει με ζήλια το ζευγάρι να οδηγεί χαλαρά στο μεγάλο και πολυτελές σπίτι τους, ή αυτή όπου η Σάρον Τέιτ πηγαίνει στον κινηματογράφο και η στάση του ιδιοκτήτη αλλάζει μόλις ανακαλύπτει ότι πρόκειται για μια από τις πρωταγωνίστριες της ταινίας, μας μεταφέρουν τα συναισθήματα του ανθρώπου που δεν έχει καταφέρει να είναι πρωταγωνιστής στη ζωή του και κρυφοκοιτάζει την «επιτυχημένη» ζωή του διπλανού του.

Πολλοί είδαν τον εαυτό τους στον Ρικ, ο οποίος αισθάνεται ότι δεν κατάφερε να προβιβαστεί στη μεγάλη οθόνη της επιτυχίας παρά έμεινε να κινείται στις παρυφές, πιστεύοντας ότι βρίσκεται μόλις μια ανάσα από αυτά που θα μπορούσε να πετύχει· όπως λέει και ο Ρικ στο alteregoτου, τον Μπουθ, «με μια επίσκεψη, ένα πάρτι, ένα τσακ, θα μπορούσε ίσως να γίνει…»

Στην ταινία προστίθεται και η γνωριμία του Μπουθ με μια σέξι ανήλικη χίπισσα και το παιχνίδι μαζί της. Με όχημα το σενάριο-κέντημα που αναφέρεται στο σινεμά της δεκαετίας του ’70 και με δυο κεντρικούς ήρωες που κινούνται ανάμεσα στο δράμα και στο κωμικό στοιχείο, ο Ταραντίνο μας οδηγεί με μια βαθιά βουτιά στο πόσο σημαντική είναι η γνώμη των άλλων. Η ψευδαίσθηση των ελεύθερων επιλογών, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, ο αποχαιρετισμός της νεότητας, η ψευδαίσθηση της απόλυτης αλήθειας και η εκδίκηση του «ό,τι σπέρνεις θερίζεις», τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται σε ένα δεύτερο επίπεδο.

Το σενάριο με έξυπνο τρόπο αποτυπώνει την πεποίθηση πολλών ανθρώπων ότι ξεκινώντας στη ζωή μπορούν να πετύχουν οτιδήποτε.

Ωστόσο, αιφνίδιες καταστάσεις και δυσάρεστα συμβάντα της ζωής μπορούν να επηρεάσουν την πορεία αυτή· γεγονότα όπως ένας θάνατος, μια απρογραμμάτιστη εγκυμοσύνη, να βρίσκεσαι στο σωστό μέρος τη λάθος στιγμή – όπως κάνει με την κεντρική του ηρωίδα ο Ταραντίνο, ανατρέποντας την πλοκή σε ένα κρίσιμο σημείο της ταινίας. Κάπως έτσι τα «σενάρια ζωής» γκρεμίζονται και αρκετοί άνθρωποι βρίσκονται φυλακισμένοι στα ανεκπλήρωτα όνειρα και αρνούνται να απαρνηθούν τη ζωή που είχαν «προσχεδιάσει».

Σε μια μεταφορά στο εδώ και τώρα, ας θυμηθούμε την πρόσφατη κρίση στη χώρα μας, όπου πολλοί άνθρωποι βρέθηκαν στην ίδια θέση. Έχοντας εξασφαλίσει προ κρίσης, θέσεις και εισοδήματα μέσα από σκληρό ή όχι κόπο, με την κρίση βρέθηκαν να χάνουν τη δουλειά τους, να εργάζονται με μειωμένες αποδοχές, να υποχρεώνονται σε προγράμματα εθελούσιας συνταξιοδότησης, να «παρκάρονται» σε θέσεις υποδεέστερες της προηγούμενης καριέρας τους – σε «B-movies» θέσεις του επαγγελματικού Τσινετσιτά.

Τα ερωτήματα «ποιος είμαι», «ποια θέση έχω στον κόσμο» που αναδύονται από την ταινία του Ταραντίνο απασχόλησαν πολύ παλαιότερα διάσημους ψυχολόγους, και συγκεκριμένα τον Erik Erikson. O Erikson στη θεωρία του αναλύει οκτώ ηλικίες – ιεραρχικά στάδια ανθρώπινης ανάπτυξης/ωρίμανσης έως το γήρας, στη διευρυμένη πορεία των οποίων διαμορφώνεται/αναδιαμορφώνεται η ταυτότητα, η οποία αποκρυσταλλώνεται σε δύο βασικές αναρωτήσεις: «ποιος είμαι;» και «ποια είναι η θέση μου στο κόσμο;» (Berzoff, Flanagan & Hertz, 2009· McAdams, Josselson& Lieblich, 2006).

Στο κάθε ένα από αυτά τα στάδια, ο Erikson βλέπει το άτομο να αντιμετωπίζει ενεργά ορισμένες καθοριστικές για την ανάπτυξή του αξίες, που διαμορφώνουν σταδιακά την ταυτότητά του. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει, εκτός από σεξουαλικές, επίσης έντονες ενστικτώδεις, σωματικές και γνωστικές ζυμώσεις, ορίζοντας μία βιοψυχοκοινωνική κρίση κάθε φορά, η λύση της οποίας σηματοδοτεί είτε μπλοκάρισμα/οπισθοδρόμηση είτε ουσιώδη κατοχύρωση της νέας, αναβαθμισμένης εκδοχής της ταυτότητας (Berzoff, Flanagan, & Hertz, 2009· Delgado, 2009· Erikson, 1963, 1968, 1998· Hoare, 2002· McAdams, Josselson, & Lieblich, 2006· McLeod, 2013).

Το τελευταίο στάδιο είναι η ώρα που το άτομο αποτιμά τη ζωή του αναζητώντας το νόημά της, καθώς πια δεν είναι ιδιαίτερα δραστήριο/παραγωγικό στο εργασιακό και κοινωνικό πεδίο. Οι πρότερες εμπειρίες καθορίζουν την έκβαση της τελευταίας, για τον Erikson, κρίσης: εάν το «ταμείο» βγει θετικό, το άτομο οδηγείται σε θετικά αισθήματα ικανοποίησης, καταξίωσης και πληρότητας, ενώ αν είναι αρνητικό, τότε γεννιέται ένα αίσθημα απελπισίας και απογοήτευσης. Συχνά τα νέα δεδομένα στη ζωή ενός ανθρώπου τον βρίσκουν απροετοίμαστο και η προσαρμογή σε αυτά αποδεικνύεται δύσκολη, οδηγώντας τον σε αρνητική αυτοαξιολόγηση και άσχημη ψυχολογική κατάσταση· διόλου παράλογα, αφού πολλοί άνθρωποι ταυτίζονται με τον επαγγελματικό τους ρόλο και η απώλεια του ρόλου αυτού, καθώς και της δύναμης, της εξουσίας την οποία συνεπάγεται, ισοδυναμεί για αυτούς με χάσιμο του εαυτού.

Η ταινία κλείνει με μια σύνθεση και ανασυναρμολόγηση όσων οι χαρακτήρες έχουν χτίσει αφήνοντάς μας να σκεφτούμε τις κουβέντες του Erikson για τη ζωή μας, τόσο την ατομική όσο και τη συλλογική:

“I have nothing to offer except a way of looking at things”

“Identity formation neither begins nor ends with adolescence: it is a lifelong development largely unconscious to the individual and to his society”

Erik Erickson

Βιβλιογραφία

  1. Berzoff, J., Flanagan, L. M., & Hertz, P. (Eds.). (2008). Inside out and outside in: Psychodynamic clinical theory and psychopathology in contemporary multicultural contexts (2nd ed.).Plymouth: Jason Aronson. In: Delgado, K.J. (2009). Identity: Theory and Clinical Implications. http://corescholar.libraries.wright.edu/psych_student/6
  2. Busch H & Hofer J. (2012). Self-regulation and milestones of adult development: Intimacy and generativity. Developmental psychology, 48:282-293.
  3. Erikson, E.H. (1968). Identity, youth, and crisis.New York: WW Norton. In: Tatala, M. (2010). “The role of personal adjustment to developmental crises in improving quality of life”. International Journal of Psychology and Counselling, 1: 187-193.
  4. McAdams, D.P., Josselson, R., & Lieblich, A. (2006). Identity and story: Creating self in narrative. Washington, DC: American Psychological Association. In: Sokol, J. T. (2009). “Identity Development Throughout the Lifetime: An Examination of Eriksonian Theory”. Graduate Journal of Counseling Psychology, 1(2): 14.

_______________________________________________________________

*Η Αρετή Βεργούλη είναι υποψήφια μεταπτυχιακού τίτλου στην Συμβουλευτική και Επαγγελματικός Προσανατολισμός και σπούδασε Ψυχολογία και Πολιτικές Επιστήμες. Παράλληλα ολοκλήρωσε Πρόγραμμα Ειδίκευσης στη Συστημική Ψυχοθεραπεία και Θεραπεία Οικογένειας. Ολοκλήρωσε Πρόγραμμα Ειδίκευσης Θεραπείας Διαταραχών Πρόσληψης Τροφής Ε.Ε.Ε.Σ & Αιγινήτειο Νοσοκομείο και έχει κλινική εμπειρία στο χώρο των τοξικοεξαρτήσεων. Έχει εργασθεί για χρόνια με ομάδες και σήμερα εργάζεται ιδιωτικά ως ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια στο Χαλάνδρι, δουλεύοντας με ενήλικες και εφήβους, ατομικά και ομαδικά. Έχει συμμετάσχει ως ομιλήτρια σε ημερίδες, σεμινάρια και έχει αναπτύξει συγγραφική δραστηριότητα. Έχει προσφέρει εθελοντική εργασία σε διάφορες δομές, σχολεία, γηροκομεία. Είναι δόκιμος μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (Σ.Ε.Ψ), μέλος της Ελληνικής Συμβουλευτικής Εταιρίας, Μέλος του Επιστημονικού Σωματείου  «Δράση για τη Ψυχική Υγεία» και του Εθελοντικού Προγράμματος «Γέφυρες Παντού».