Η αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας

Η επιθετικότητα είναι η απάντηση στην ματαίωση, δηλαδή την απογοήτευση μίας επιθυμίας με σκοπό την αποφόρτιση των προσωπικών αναγκών και επιθυμιών.
Η επιθετικότητα είναι η απάντηση στην ματαίωση, δηλαδή την απογοήτευση μίας επιθυμίας με σκοπό την αποφόρτιση των προσωπικών αναγκών και επιθυμιών.

Ο αντικοινωνικός τρόπος ζωής συνίσταται από ένα ευρύ φάσμα συναφών συμπεριφορών, στις οποίες περιλαμβάνονται βίαια και μη βίαια παραπτώματα, χρήση απαγορευμένων ουσιών, αποφυγή εργασίας, επικίνδυνη οδήγηση και ανεξέλεγκτη σεξουαλική ζωή. Τα αντικοινωνικά άτομα συχνά παρουσιάζουν ποικιλομορφία στη συμπεριφορά τους, αν και η πρώιμη ενήλικη ζωή χαρακτηρίζεται από μετάπτωση σε ατομική παραβατικότητα από την αρχική ομαδική παραβατικότητα.

Η Αντικοινωνική Διαταραχή της Προσωπικότητας είναι ένας σχετικά πρόσφατος όρος για τη διαταραχή της προσωπικότητας που παλαιότερα ονομαζόταν «ψυχοπαθητική», «κοινωνικοπαθητική» ή «δυσκοινωνική» διαταραχή. Ανήκει στην ομάδα Β΄ των Διαταραχών της Προσωπικότητας. Σε αυτή την ομάδα κατηγοριοποιούνται τα άτομα που παρουσιάζονται με έντονα δραματικά συναισθήματα. Οι διαγνώσεις σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνουν άτομα με ένα εύρος συμπτωμάτων, τα οποία συγκλίνουν στο ότι τείνουν να συμπεριφέρονται με τρόπο ασταθή, απρόβλεπτο, αλλοπρόσαλλο και απαιτητικό, που αποζητά και διεκδικεί την προσοχή.

Τα άτομα με Αντικοινωνική Διαταραχή της Προσωπικότητας έχουν συχνά παραβατική συμπεριφορά, είναι παρορμητικά, βίαια και ριψοκίνδυνα. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι ενώ έχουν συνείδηση των πράξεών τους δεν αισθάνονται ή/και δεν εκφράζουν μετάνοια ή καμία ενσυναίσθηση για τις ανάγκες και τα συναισθήματα των άλλων. Ακόμη το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της διαταραχής είναι ένα μακρύ ιστορικό περιφρόνησης και παραβίασης των δικαιωμάτων των άλλων, που εκδηλώνεται με ανεύθυνη και χωρίς ενοχές συμπεριφορά, αδιαφορία για το νόμο και παράνομη συμπεριφορά, αδυναμία για σταθερή εργασία, εκμετάλλευση και χειραγώγηση των άλλων, καθώς και αδυναμία για σταθερές σχέσεις.

Τα άτομα με Αντικοινωνική Διαταραχή της Προσωπικότητας δεν νοιάζονται για τους άλλους, είναι κυνικά και περιφρονούν τα αισθήματα, τα δικαιώματα και τον πόνο των άλλων ανθρώπων. Συχνά παρουσιάζονται πολύ σίγουρα για τον εαυτό τους, με πολλαπλούς σεξουαλικούς συντρόφους και ιδιαίτερα εκμεταλλευτικά στις σεξουαλικές τους σχέσεις. Τα άτομα με την εν λόγω διαταραχή ως γονείς μπορεί να αφήσουν τα παιδιά τους να πεινάσουν ή να μην τα φροντίζουν όταν τους έχουν ανάγκη. Ακόμη, δημιουργούν πολλά χρέη και χαρακτηρίζονται από την ευκολία με την οποία εξαπατούν και εγκληματούν.

Άτομα με τη διαταραχή αυτή αρχίζουν την αντικοινωνική τους συμπεριφορά πριν τα 15 έτη, οπότε και παρουσιάζουν κάποια από τα συμπτώματα της Διαταραχής της Διαγωγής, δηλαδή επιθετικότητα προς ανθρώπους και ζώα, καταστροφή ιδιοκτησίας, εξαπάτηση ή κλοπές και σοβαρή παραβίαση κανόνων. Στη εφηβεία, η σεξουαλική δραστηριότητα των ατόμων αυτών ξεκινά νωρίς και μπορεί να είναι ασυνήθιστα επιθετική ή βίαιη, εμφανίζεται συχνά κατάχρηση αλκοόλ και άλλων ουσιών και αρχίζουν οι δυσκολίες με το νόμο.

Κατά την ενήλικη ζωή, τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά εμμένουν και επιπροσθέτως τα άτομα αυτά δεν μπορούν συνήθως να κρατήσουν υπεύθυνα μία δουλειά, μία σχέση ή να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους ως γονείς και αδιαφορούν για τη δική τους ασφάλεια ή των άλλων, για παράδειγμα οδηγούν συχνά υπό την επήρεια αλκοόλ και έχουν πολλαπλά ατυχήματα. Επιπλέον, προοδευτικά ενδέχεται να οδηγούνται σε αλκοολισμό, αλητεία, κοινωνική απομόνωση και παράνομες πράξεις. Η έλλειψη συνέπειας και αισθήματος ευθύνης και η αδυναμία των ατόμων αυτών να μάθουν από τις εμπειρίες τους και τα λάθη τους συνιστούν χαρακτηριστικά της διαταραχής.

Πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό των ατόμων με αυτή τη διαταραχή είναι η απουσία ενοχής. Επίσης, χαρακτηριστική είναι η γοητεία και η ικανότητα χειραγώγησης που έχουν οι ασθενείς αυτοί, με αποτέλεσμα κατά τη διαδικασία της συνέντευξης να φαίνονται απόλυτα λειτουργικοί. Για αυτό το λόγο πολλές φορές η διάγνωση πρέπει να βασίζεται στη συλλογή πληροφοριών από την οικογένεια, το ευρύτερο περιβάλλον και τις αστυνομικές ή δικαστικές αρχές.

Η πορεία της διαταραχής είναι χρόνια, αλλά με το πέρασμα των ετών ενδέχεται να γίνει λιγότερο εμφανής ή και να υπάρξει ύφεση καθώς το άτομο περνά την ηλικία των 40 ετών. Ωστόσο, η ύφεση αυτή αφορά κατά κύριο λόγο την εγκληματική συμπεριφορά και σε μικρότερο βαθμό την υπόλοιπη αντικοινωνική συμπεριφορά και την κατάχρηση ουσιών.

Οι παράγοντες που ευθύνονται για την εμφάνιση της Αντικοινωνικής Διαταραχής της Προσωπικότητας είναι τόσο περιβαλλοντικοί όσο και βιολογικοί. Ο πιο βασικός περιβαλλοντικός παράγοντας της εν λόγω διαταραχής είναι η διαταραγμένη συμπεριφορά των γονιών κατά την πρώιμη παιδική ηλικία. Ακόμη αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στα άτομα που πάσχουν από τη διαταραχή το τμήμα του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για την εκμάθηση από τα λάθη, δηλαδή η αμυγδαλή, τείνει να είναι μικρότερο και να ανταποκρίνεται λιγότερο σθεναρά στην ευχαρίστηση.

Άτομα με αυτή τη διαταραχή δεν έρχονται συνήθως μόνα τους στη θεραπεία και είναι πιο πιθανό να ανευρεθούν σε φυλακές και δικαστήρια. Όταν εμφανίζονται σε ψυχιατρικές υπηρεσίες, συχνά προσέρχονται παρά τη θέλησή τους ή για να αποφύγουν νομικές συνέπειες. Η θεραπεία των ασθενών με Αντικοινωνική Διαταραχή της Προσωπικότητας είναι εξαιρετικά δύσκολή, κυρίως διότι τα άτομα αυτά δεν είναι κινητοποιημένα για θεραπεία, δεν μαθαίνουν από τις εμπειρίες τους και δεν μπορούν να βάλουν όρια στη συμπεριφορά τους. Στους χώρους των νοσοκομείων και στις φυλακές υπάρχουν μακροχρόνια, συμπεριφορικά προσανατολισμένα, προγράμματα, με σκοπό να ελέγξουν την αντικοινωνική συμπεριφορά των ασθενών, να θέσουν όρια και να αποκαταστήσουν τη λειτουργικότητά τους. Η φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει το λίθιο, τη καρβαμαζεπίνη ή την προπρανολόλη, ουσίες που μπορεί να βοηθήσουν στον έλεγχο της βίαιης συμπεριφοράς. Αν και τα φάρμακα δεν αντιμετωπίζουν άμεσα τις συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν τη διαταραχή, μπορούν, όμως, να χρησιμεύσουν στην αντιμετώπιση των συνθηκών που συνυπάρχουν με αυτή.

Η επιθετικότητα δεν είναι από μόνη της κάτι αρνητικό. Είναι ένα ένστικτο που μοιραζόμαστε με τα άλλα ζώα και μας είναι χρήσιμο για να επιβιώνουμε. Εάν δεν είχαμε αυτή την ενέργεια δε θα είχαμε ούτε τη δύναμη να αντιδρούμε, να αμυνόμαστε, να εξερευνούμε, να γνωρίζουμε και να αγαπάμε, αλλά το πρόβλημα είναι ότι αυτή η δύναμη αν δεν ελέγχεται από εμάς μπορεί να εξεγερθεί ενάντια σε όλους και σε όλα συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μας. Μπορεί, λοιπόν, να γίνει καταστροφική. Πέρα από τη πραγματική φυσική βία, η επιθετικότητα εκφράζεται με πολλούς τρόπους: είναι η φιλοδοξία να νικάς πάντα, να γίνεσαι ολοένα πιο κυριαρχικός, να θέλεις πάντα να είσαι πρώτος σε οποιοδήποτε τομέα. Ο άνθρωπος γίνεται εχθρικός και επιθετικός γιατί αισθάνεται δυστυχισμένος. Η επιθετικότητα είναι η απάντηση στην ματαίωση, δηλαδή την απογοήτευση μίας επιθυμίας με σκοπό την αποφόρτιση των προσωπικών αναγκών και επιθυμιών.

Εν κατακλείδι, η σοβαρή αντικοινωνική συμπεριφορά προλαμβάνεται παρά θεραπεύεται. Για την πρόληψη απαιτείται πρωτοβουλία της πολιτείας με επίκεντρο ειδικότερα την οικογένεια. Η παρέμβαση για το παιδί σε κίνδυνο μέσα στην οικογένεια ή για εκείνο που δεν έχει οικογένεια είναι έργο περίπλοκο και απαιτεί συνολική μελέτη και προσέγγιση με πρωτοβουλία και συνεργασία των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας και ψυχικής υγείας. Το πρόβλημα αυτό καμία υπηρεσία δεν μπορεί να το χειριστεί μόνη της. Στο κρίσιμο αυτό θέμα της παρέμβασης στην οικογένεια πρέπει να αναζητηθούν πληροφορίες και από άλλες χώρες όπου έχουν ασκηθεί με επιτυχία συντονισμένες προσπάθειες πρόληψης.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Μάνου, Ν., Βασικά στοιχεία Κλινικής ψυχιατρικής, (1997), Θεσσαλονίκη: University Studio Press
Γκοτζαμάνης, Κ. (2004). Διαγνωστικά Κριτήρια DSM-IV-TR. Αθήνα: Λίτσας