Όταν οι έφηβοι προτιμούν τους φίλους από τους γονείς τους

Επιμέλεια – Μετάφραση: Ελεάνα Πανδιά, Επικοινωνιολόγος, MA, υπ. διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου

Συγγραφέας: Jenn Director Knudsen

Μια νέα μελέτη δείχνει ότι οι έφηβοι αντιμετωπίζουν το στρες αποτελεσματικότερα όταν συναναστρέφονται συνομηλίκους τους, παρά ενήλικες. Πολλοί γονείς δυσκολεύονται να παραδεχτούν την αλήθεια. Οι έφηβοι αρχίζουν να βασίζονται όλο και λιγότερο στους ενήλικες στη ζωή τους και πιο έντονα στους συνομηλίκους τους. Είναι δύσκολο να αποδεχτείτε ότι χρειάζεται να τους αφήσετε περισσότερο χώρο. Αλλά η εμπιστοσύνη που δείχνουν οι έφηβοι στους φίλους τους, ευνοεί την ανάπτυξή τους και ενισχύει το αίσθημα ότι ανήκουν κάπου.

Σε μια νέα μελέτη διαπιστώθηκε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει συχνότερα αμέσως μετά από ένα αγχωτικό συμβάν, όπως η αποτυχία σε κάποιο διαγώνισμα. Ερευνητές από τα πανεπιστήμια Murdoch και Griffith της Αυστραλίας παρατήρησαν έφηβους σε πραγματικό χρόνο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και διαπίστωσαν ότι, μετά από ένα δυσάρεστο συμβάν, οι έφηβοι, ισορροπούν πιο εύκολα συναισθηματικά όταν είναι με τους συμμαθητές τους σε σχέση με το όταν βρίσκονται στη συντροφιά των ενηλίκων. “Η συναναστροφή μεταξύ συνομηλίκων σε περιόδους στρες μπορεί να προσφέρει στους εφήβους έναν ανοιχτό, υποστηρικτικό και ικανοποιητικό χώρο που μπορεί να βοηθήσει στην αποδυνάμωση της συναισθηματικής αναταραχής της εφηβείας”, γράφουν οι ερευνητές οι οποίοι συγκέντρωσαν δεδομένα από 108 αγόρια και κορίτσια ηλικίας 13 έως 16 ετών, που ανήκουν στο δυναμικό ενός σχολείου με μαθητές που προέρχονταν από μειονοτικές οικογένειες και οικογένειες χαμηλού οικονομικού και μορφωτικού επιπέδου στη Δυτική Αυστραλία. Πέντε φορές την ημέρα, για επτά ημέρες, οι έφηβοι συμπλήρωναν τις ηλεκτρονικές έρευνες που έστελναν οι ερευνητές στα smartphones τους κατά τη διάρκεια και μετά το σχολείο, αν και όχι όσο βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διδακτικές ώρες. Σε κάθε έρευνα ετίθετο η ερώτηση: “Είχε συμβεί κάτι δυσάρεστο όταν ανταλλάξατε το τελευταίο μήνυμα;” Οι έφηβοι αξιολογούσαν την πρόσφατη εμπειρία τους μεταξύ 1 (“κάπως δυσάρεστο”) και 5 (“πολύ δυσάρεστο”) και περιέγραφαν σύντομα τι είχε συμβεί. Περιέγραφαν επίσης πόσο χαρούμενοι, λυπημένοι, μοναχικοί, ζηλόφθονοι και ανήσυχοι ένιωθαν και τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφονταν και μοιράζονταν την εμπειρία.

Η επικεφαλής της μελέτης Bep Uink δήλωσε ότι ενώ οι συμμετέχοντες βίωναν συνθήκες «τυπικού εφηβικού άγχους» όπως ένας χωρισμός ή η αποτυχία σε ένα διαγώνισμα, ανέφεραν επίσης πρόσθετους παράγοντες άγχους, όπως η πίεση να κάνουν σεξ, η αντιμετώπιση περιστατικών ρατσισμού, η επιθυμία να ξεπεράσουν έναν καυγά, η διαβίωση σε μία οικογένεια όταν τα αδέρφια τους μπορεί να ζουν σε άλλη οικογένεια, η φροντίδα και η ανάληψη ευθύνης για νεότερα αδέρφια και η εργασία μετά το σχολείο για να εξασφαλίσουν επιπλέον εισόδημα.  Διαπίστωσαν ότι οι έφηβοι που συναναστρέφονταν (ή είχαν επικοινωνήσει απευθείας με) τους φίλους τους αμέσως μετά από ένα αγχωτικό συμβάν ανέφεραν χαμηλότερα επίπεδα θλίψης, ζήλιας και ανησυχίας – και υψηλότερα επίπεδα ευτυχίας – από αυτά που είχαν όταν ήταν μόνοι ή με ενήλικη συντροφιά. Είτε συναντιόντουσαν με τους φίλους από κοντά ή μέσω διαδικτύου, η επίδραση των συνομηλίκων τους ήταν ίδια. Οι φίλοι φαίνεται να προσφέρουν «συναισθηματική τόνωση» – τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, λέει η συν-συγγραφέας της μελέτης, Kathryn Modecki.

Τα οφέλη που προκύπτουν από τη συναναστροφή με φίλους σε σχέση με τη συναναστροφή με την οικογένεια μετά από ένα στρεσογόνο γεγονός φαινόταν να είναι ακόμη πιο πολλά για τα κορίτσια σε σχέση με τα αγόρια. Οι αλληλεπιδράσεις των κοριτσιών συχνά περιλαμβάνουν συνομιλία, εξηγεί ο Uink, ενώ τα αγόρια συχνά αλληλεπιδρούν μέσω μιας αθλητικής δραστηριότητας. «Τα κορίτσια αναμένουν να λάβουν περισσότερη υποστήριξη από τις συνομήλικές τους σε σχέση με τα αγόρια», εξηγεί η Modecki, ενώ τα αγόρια είναι «λιγότερο πιθανό να συγκεντρωθούν σε μικρές ομάδες για να συζητήσουν».

Πώς παρηγορούν οι έφηβοι ο ένας τον άλλον; Η κοινωνική υποστήριξη και οι αντιπερισπασμοί μπορεί να είναι μερικοί από τους τρόπους με τους οποίους οι έφηβοι βοηθούν ο ένας τον άλλο να αντιμετωπίσει τα «σκαμπανεβάσματα της καθημερινής ζωής», υποθέτει η Uink. Με άλλα λόγια, οι έφηβοι μπορούν να ενθαρρύνουν τους φίλους τους, να τους βοηθήσουν να ξεπεράσουν μια αρνητική διάθεση ή τις ανησυχίες τους. Ενώ οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και άλλοι ενήλικες μπορεί να θεωρούν τους εαυτούς τους υπεύθυνους να απαλύνουν τις ανησυχίες και τα άγχη των εφήβων ωστόσο, η Uink τους ενθαρρύνει να βοηθήσουν τους νέους εφήβους να καλλιεργήσουν την ικανότητα υποστήριξης του εαυτού τους και των άλλων, μέσω της ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων όπως η καλοσύνη, η κατανόηση και η συμπόνια.  H Uink, η οποία διενέργησε την έρευνα ως μέρος της διδακτορικής της διατριβής, υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα της μελέτης των νέων με χαμηλό εισόδημα, οι οποίοι συνήθως υπο-εκπροσωπούνται στις έρευνες. “Οι οικονομικά μειονεκτούσες ομάδες νέων αναφέρουν υψηλότερα ποσοστά έκθεσης σε στρεσογόνους παράγοντες καθημερινά – έτσι τα ευρήματα αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τη ζωή τους», γράφει μαζί με τους συνεργάτες της στο International Journal of Behavioral Development.

Πηγή: greatergood.berkeley.edu