Από τη Σύλβα Σαραφίδου, Ψυχολόγο, MSc, AKC

Συνήθως αναζητάμε θεραπεία επειδή επιζητούμε την αλλαγή. Υπάρχει κάποιο δυσλειτουργικό στοιχείο (στην ζωή ή την προσωπικότητα) το οποίο το άτομο επιθυμεί να αλλάξει, μετατρέποντάς το σε λειτουργικό και αρμονικό. Με λίγα λόγια, το άτομο επιθυμεί την βελτίωση, ότι και αν σημαίνει αυτό για τον καθένα. Αυτό ισχύει τόσο για τον υγιή πληθυσμό, όσο και για άτομα με ψυχοπαθολογία.

Τι συμβαίνει όμως όταν η φύση της νόσου είναι τέτοια που δεν επιτρέπει την δυνατότητα βελτίωσης; Κάποιος μπορεί να πάσχει από κάποια πάθηση η οποία να μην επιδέχεται αλλαγή, να μην μπορεί να μετριαστεί με φαρμακοθεραπεία και ψυχοθεραπεία. Τέτοια παραδείγματα είναι αρκετά: εξελικτικές παθήσεις (όπως σύνδρομο Down), ή νευροεκφυλιστικές παθήσεις (όπως σκλήρυνση) δεν είναι σπάνιες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα συμπτώματα δεν μπορούν να υποχωρίσουν, μόνο να αυξηθούν, μειώνοντας σταδιακά κι άλλο την λειτουργικότητα του ατόμου. Σε αυτή την κατηγορία υπόκειται και η άνοια (όλων των τύπων), που παρουσιάζει έντονα φθίνουσα πορεία.

Εάν δεν μπορεί να επέλθει αλλαγή λοιπόν, τι μπορεί να γίνει; Σε τέτοιες περιπτώσεις προοδευτικών παθήσεων του εγκεφάλου, αντί να αναζητούμε την μη-επιτεύξιμη αλλαγή, μπορούμε να στοχεύσουμε στην Θεραπευτική Στασιμότητα.

Ζώντας με μια τέτοια πάθηση σημαίνει πολλά για το άτομο. Μπορεί να έχει γνωστικά ελλείμματα, συναισθηματική ένταση, πρακτικούς περιορισμούς. Έτσι, κάποια στιγμή είναι πιθανό το άτομο να ξεκινήσει θεραπεία – είτε φαρμακοθεραπεία, είτε κάποιας μορφής ψυχοθεραπεία*, ή και τα δύο, ανάλογα τις ανάγκες. Αυτό μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο προόδου της νόσου. Όταν λοιπόν το άτομο ξεκινήσει σε κάποιο στάδιο θεραπεία, πρώτος στόχος είναι η σταθεροποίηση και η άμεση διαχείριση. Η άμεση διαχείριση αναφέρεται σε ζητήματα επείγοντα (για παράδειγμα επιθετικότητα και ξεσπάσματα θυμού). Κάτι τέτοιο είναι πιθανό να γίνει με φαρμακοθεραπεία, όπως και στο καθαρά ψυχιατρικό κομμάτι. Η σταθεροποίηση αναφέρεται στο να διακοπεί η γρήγορη πρόοδος της νόσου, και αυτή να επιβραδυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο, χωρίς να προξενήσει περαιτέρω ελλείμματα στο άτομο.

Στην πορεία, όταν το άτομο δεν θα βρίσκεται σε κάποιας μορφής ένταση, και θα έχει συνηθίσει την διαδικασία των θεραπειών, στόχος γίνεται η διατήρηση στασιμότητας. Οι προσπάθειες εστιάζονται στο να καθυστερήσει η πορεία προόδου της νόσου, και να διατηρηθεί για όσο το δυνατόν περισσότερο το υπάρχον επίπεδο λειτουργικότητας σε όλες τις πτυχές του ατόμου (σωματικά, γνωστικά, συναισθηματικά, συμπεριφορικά), όποιο και αν είναι αυτό.

Στο σημείο αυτό, κάπου κατά την διάρκεια της θεραπείας, συμβαίνει κάτι ανέλπιστο. Το άτομο μπορεί να δείξει μια καλύτερη, μια βελτιωμένη εικόνα στην καθημερινότητα! Πιθανόν να δείχνει πιο ήρεμο συναισθηματικά, πιο συνεργάσιμο, πιο δεκτικό, μπορεί ακόμα και να φαίνεται γνωστικά ή σωματικά καλύτερα. Πώς συμβαίνει κάτι τέτοιο;

Ουσιαστικά, αυτή η ‘βελτιωμένη εικόνα’ είναι πλασματική. Το άτομο δεν βελτιώθηκε πραγματικά, δεν άλλαξε κάτι στην δομή και λειτουργία του εγκεφάλου του, και η πάθησή του παραμένει προοδευτική και μη αναστρέψιμη. Αυτό που έγινε είναι ότι το άτομο συνήθισε! Μέσα από την θεραπεία (φαρμακοθεραπεία και/ ή ψυχοθεραπεία κάποιας μορφής) το άτομο αρχικά σταθεροποιήθηκε και έπειτα μπήκε σε μια ροή. Συνειδητά ή ασυνείδητα, ‘έμαθε’ στο πρόγραμμά του, και στην καθημερινότητά του. Έτσι, μπορούμε να πούμε πως το άτομο βίωσε την θεραπευτική αλλαγή επιτυγχάνοντας την θεραπευτική στασιμότητα!

Μέσα από την έννοια της θεραπευτικής στασιμότητας μπορεί να γίνει κατανοητή η σημασία της θεραπευτικής παρέμβασης σε μη αναστρέψιμες και προοδευτικές παθήσεις.

Επειδή μία πάθηση δεν ‘περνάει’ ή δεν ‘γιατρεύεται’ δεν σημαίνει πως το άτομο δεν έχει ανάγκη από μία παρέμβαση, και πως αυτή δεν μπορεί να είναι βοηθητική για την συνολική καθημερινότητα του ανθρώπου. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις μπορούν να σταθεροποιήσουν το άτομο, δίνοντας νόημα στην ζωή με προοδευτική πάθηση.

Ο όρος Θεραπευτική Στασιμότητα αναφέρεται στην επίτευξη της αλλαγής και βελτίωσης της καθημερινότητας του ατόμου, μέσα από την επίτευξη της σταθεροποίησης και επιβράδυνσης της νόσου. Η θεραπευτική στασιμότητα δεν υπονοεί πραγματική βελτίωση ή διακοπή της νόσου. Είναι ένας ρεαλιστικός στόχος και ένα επιτεύξιμο αποτέλεσμα που μπορεί να βελτιώσει όχι την πάθηση, η οποία παραμένει μη αναστρέψιμη, μα την καθημερινότητα του ατόμου, και κατ’ επέκταση την ποιότητα ζωής του.

*Η ψυχοθεραπεία θα μπορούσε να είναι διαφόρων υπό- προσεγγίσεων ανάλογα με την πάθηση του ατόμου. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο όρος χρησιμοποιείται με πολύ ευρεία έννοια, συμπεριλαμβάνοντας από λεκτική ψυχοθεραπεία (π.χ. υπαρξιακή για σκλήρυνση), εργοθεραπεία (π.χ. για εξελικτικές παθήσεις), νοητική ενδυνάμωση (π.χ. για το Αλτσχάιμερ). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει θεραπευτική διάδραση και θεραπευτική σχέση. 

Βιβιογραφία

Feltham, C., Horton, I., (2000). Οδηγός Συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας, Αθήνα, Εκδόσεις Π. Ασημάκη

Gauthier, S., (2007). Clinical Diagnosis and Management of Alzheimer’s Disease, UK, Informa Healthcare

Leary, M., Tangery, J., P., (2012). Handbook of Self and Identity, New York, US, The Guilford Press

Parks, R., W., Wilson, R., S., Zec, R., F., (1993). Neuropsychology of Alzheimer’s Disease and Other Dementias, Nnew York, Oxford University Press

Sarafidou, S., (2018). Neurodegeneration and the Self: Implications for Therapy, International Journal of Current Research, 10 (7)

Σαραφίδου, Σ., (2018). Ιδέες: Δραστηριότητες για την Άνοια, Αθήνα, Εκδόσεις Οσελότος