Από τη Σύλβα Σαραφίδου, Νευροψυχολόγο, MSc, AKC, PhDc

Η έννοια της διάγνωσης βρίσκεται στον πυρήνα τόσο της Ψυχιατρικής όσο και της Ψυχοθεραπείας, και θεωρείται αναπόσπαστη από την διαδικασία της διαχείρισης ή αντιμετώπισης ψυχικών παθήσεων ή συμπτωμάτων. Παρόμοια, τα διαγνωστικά εγχειρίδια αποτελούνε ‘Βίβλο’ για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, που καλούνται να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες τους, ώστε να προσφέρουν στο μέγιστο. Τόσο όμως η διάγνωση όσο και τα εγχειρίδια στο οποίο βασίζεται έχουν λάβει έντονη κριτική, οδηγώντας σε κεντρικά ερωτήματα, και εν τέλη, σε αβεβαιότητα για τον απαραίτητο χαρακτήρα τους.

Τα κύρια διαγνωστικά εγχειρίδια έχουν κοινή νοοτροπία και είναι το ICD και το DSM (Diagnostic and Statistical Manual), με το δεύτερο να έχει την πιο ευρεία και διαδεδομένη χρήση (ιδιαίτερα στην Ελλάδα, χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά).

Η διάγνωση της ψυχικής πάθησης ή του συμπτώματος βάση του DSM έχει ισχυρά πλεονεκτήματα. Ενισχύει την κατανόηση του επαγγελματία για την κατάσταση του ατόμου, μα και για το τι να περιμένει από την πορεία, και κατευθύνει προς τις πιο ταιριαστές μεθόδους αντιμετώπισης.

Αυτό, οδηγεί σε κατανόηση από την πλευρά του ατόμου, και ελπίδα για πραγματική βελτίωση, ενώ η αναγνώριση σε αντίθεση με προηγούμενη αβεβαιότητα μπορεί να μειώσει το ‘βάρος’ που βιώνει το άτομο, όπου πλέον δεν αισθάνεται πως ‘κάτι τρέχει’ μαζί του, μα γνωρίζει πως υπάρχει μία γνωστή και διαχειρίσιμη πάθηση.

Ταυτόχρονα όμως, η έννοια της διάγνωσης έχει και μειονεκτήματα, τόσο για τον επαγγελματία όσο και για το άτομο. Ο επαγγελματίας είναι πιθανό να οδηγηθεί σε λάθος διάγνωση (ακόμα και έχοντας εμπειρία), ή αυτή να τον περιορίσει, μην επιτρέποντάς του να παρατηρήσει άλλες πτυχές του ατόμου, άλλα συμπτώματα, ή ακόμα και την ύπαρξη άλλης πάθησης (στην περίπτωση συννοσυρότητας- δύο ή περισσότερων παθήσεων μαζί). Επιπλέον, η ονοματοδότηση μέσω της διάγνωσης μπορεί να επιφέρει στίγμα στο άτομο, και χαρακτηρισμό από τον περίγυρο, ιδιαίτερα εάν δεν υπάρχει κατανόηση για το τι σημαίνει η πάθηση (κάτι που μπορεί να έχει επιπτώσεις στον κοινωνικό κύκλο του ατόμου και τις διαπροσωπικές του σχέσεις). Τέλος, η διάγνωση απλουστεύει το άτομο σε ένα σύνολο συμπτωμάτων, και περιορίζει το βίωμα του ίδιου του ανθρώπου (το οποίο, ιδιαίτερα στην περίπτωση ύπαρξης πάθησης, είναι ιδιαίτερα φορτισμένο με συναισθήματα, εμπειρίες), στερώντας από την όλη διαδικασία τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα.

Παρόμοια προνόμια και μειονεκτήματα έχει και το διαγνωστικό εγχειρίδιο, το οποίο αξίζει να σημειωθεί πως περιτριγυρίζεται από έντονες αντιπαραθέσεις, τόσο ως σύνολο όσο και αναφορικά με επιμέρους στοιχεία ή κατηγορίες του. Αδιαμφησβήτητα, διευκολύνει στην κατηγοριοποίηση και την διαδικασία κατανόησης (και διάγνωσης), και την καθοδήγηση προς καταλληλότερους τρόπους αντιμετώπισης (φαρμακευτικά και ψυχοκοινωνικά). Από την άλλη όμως, παρά τις προσπάθειες, οι διαγνωστικές κατηγορίες έχουν ‘θολά’ όρια μεταξύ τους (καθώς ένα άτομο μπορεί να ταιριάζει σε πάνω από μία κατηγορίες, κάποιες περιπτώσεις δεν ταιριάζουν σε καμία, και συχνά τα κοινά μεταξύ τους περιπλέκουν)και αποδίδει στην ψυχική ασθένεια μονόπλευρο αντί για ολιστικό χαρακτήρα (ενώ ετούτη είναι περίπλοκη, με πληθώρα επιρροών και παραγόντων που την επηρεάζουν- σχεδόν αδύνατο να περικλείσουμε όλα ετούτα σε έναν ορισμό ή μία διάγνωση). Ο μεγαλύτερος περιορισμός όμως είναι ο έντονα απρόσωπος χαρακτήρας του DSM, το οποίο δεν λαμβάνει υπόψιν προσωπικές διαφορές (παρά την αναφορά σε αυτές), ούτε το ίδιο το βίωμα του ατόμου, και την ‘βαρύτητα’ αυτού, ενώ υποβαθμίζει το άτομο σε ένα σύνολο συμπτωμάτων, λειτουργώντας ‘ακυρωτικά’ προς τον άνθρωπο.

Τα έντονα θετικά, μα και τα κρίσιμα αρνητικά της έννοιας της διάγνωσης και του DSM προβληματίζουν, με την ‘λύση’ να κρύβεται κάπου στην μέση, και το DSM να έχει χαρακτηριστεί ως ‘απρόσωπο, ατελές, απαραίτητο’!

Το διαγνωστικό εγχειρίδιο, και η διάγνωση βάση αυτού μπορούν να κατευθύνουν, όχι όμως να καθορίζουν.

Έτσι μπορούν να διατηρηθούν τα δομικά πλεονεκτήματα αυτών και ο επιστημονικός τους χαρακτήρας, χωρίς να περιοριστεί η ανθρωπιστική και ανθρωποκεντρική πτυχή, εστιάζοντας στο άτομο και όχι στην πάθηση ή το σύμπτωμα.

 

 

Βιβλιογραφία:

Χαρτοκόλλης, Π., (1991). Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο

Campbell, C., Xenitidis, K., (2014). Craddlock and Mynors- Wallis’s assault on thinking, The British Journal of Psychiatry, 205, 497-501

Craddock, N., Mynors- Wallis, L., (2014). Psychiatric diagnosis: Impersonal, imperfect and important, The British Journal of Psychiatry, 204, 93-95

McLaughlin, H., (2009). What’s in a name: ‘client’, ‘patient’, ‘customer’, ‘consumer’, ‘expert by experience’, ‘service user’- What’s next? British Journal of Social Work, 39, 1101-1117