<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Διηγήματα online &#8211; Ψυχο-γραφήματα</title>
	<atom:link href="https://www.psychografimata.com/category/book-therapy/diigimata-on-line/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.psychografimata.com</link>
	<description>...γιατί όλα είναι θέμα ψυχολογίας</description>
	<lastBuildDate>Mon, 11 Dec 2023 10:41:25 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.4.19</generator>
	<item>
		<title>Χριστουγεννιάτικη ιστορία</title>
		<link>https://www.psychografimata.com/christougenniatiki-istoria/</link>
					<comments>https://www.psychografimata.com/christougenniatiki-istoria/#disqus_thread</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Δήμητρα Διδαγγέλου]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 23 Dec 2023 08:04:41 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Βιβλιοθεραπεία]]></category>
		<category><![CDATA[Διηγήματα online]]></category>
		<category><![CDATA[διαδικτυακό]]></category>
		<category><![CDATA[διηγημα]]></category>
		<category><![CDATA[Οn line]]></category>
		<category><![CDATA[Στέλλα Σαμιώτου -Φιτζάιμονς]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://psychografimata.com/?p=12600</guid>

					<description><![CDATA[<p><span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">7</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span> Γράφει η Στέλλα Σαμιώτου -Φιτζάιμονς Το χιόνι έπεφτε κι εξαφανιζόταν αστραπιαία σαν το μαλλί της γριάς πάνω σε βρεγμένο τραπεζομάντιλο. Τα φαντάσματα τριγυρνούσαν απαλά κι ερωτευμένα γύρω από τη λίμνη κι ο άνεμος χόρευε στο σκοτεινό ουρανό. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και χιόνιζε όπως τον παλιό, καλό καιρό. Δυο λευκά περιστέρια με χρυσαφένια ράμφη πέταξαν πάνω [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/christougenniatiki-istoria/">Χριστουγεννιάτικη ιστορία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">7</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span><p><em><strong>Γράφει η Στέλλα Σαμιώτου -Φιτζάιμονς</strong></em></p>
<p>Το χιόνι έπεφτε κι εξαφανιζόταν αστραπιαία σαν το μαλλί της γριάς πάνω σε βρεγμένο τραπεζομάντιλο. Τα φαντάσματα τριγυρνούσαν απαλά κι ερωτευμένα γύρω από τη λίμνη κι ο άνεμος χόρευε στο σκοτεινό ουρανό. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και χιόνιζε όπως τον παλιό, καλό καιρό.</p>
<p>Δυο λευκά περιστέρια με χρυσαφένια ράμφη πέταξαν πάνω απ’ τη λίμνη.  Ήταν τοσοδούλικα και χάραξαν πολλούς κύκλους γύρω από τo νερό πριν να ρίξουν μέσα ένα ασημένιο κουτί. Μετά πέταξαν μακριά τόσο γρήγορα όσο ήρθαν, ορμητικά σαν το νερό πάνω σε φλεγόμενο κλαδί.</p>
<p>Η λίμνη άνοιξε με έναν αναστεναγμό και καταβρόχθισε το δώρο από τον ουρανό. Το κουτί είχε έξι εκατοστά μήκος κι έξι εκατοστά πλάτος, αλλά καθώς ταξίδευε προς τον πάτο της λίμνης, μεγάλωνε διαρκώς μέχρι που στο τέλος μπορούσε άνετα να χωρέσει μια τούρτα σοκολάτα. Ή ακόμα και τον παλιό τσελεμεντέ της γιαγιάς με τις τσακισμένες σελίδες. Τα σκοτεινά νερά φωτίστηκαν από την ασημένια λάμψη του κουτιού που έπεσε από ψηλά.</p>
<p>Η Κυρά της Λίμνης κράτησε το φωτεινό αντικείμενο στα χέρια της. Το διάφανο δέρμα της έλαμψε και τα γαλανά μάτια της ανοιγόκλεισαν δυο φορές. Μισάνοιξε το καπάκι και κρυφοκοίταξε μέσα στο κουτί.</p>
<p>Το χιόνι έπεφτε με τις χούφτες, σκληρά, με την επιμονή της επιβίωσης. Ένας δυνατός άνεμος σηκώθηκε από το δάσος, ταξίδεψε πάνω από τους κοιμισμένους αγρούς και φίλησε τη λίμνη με το πάθος του φλεγόμενου ήλιου.</p>
<p>Ο Στιν Λέδερμπερυ, ένα αγόρι δώδεκα χρονών, βγήκε από το δάσος. Προχώρησε στην όχθη του νερού, τυλιγμένος στο μακρύ χειμωνιάτικο παλτό του πατέρα του. Τα μπαλώματα που είχε ράψει η μητέρα του κρατιούνταν ακόμα στο παλιό ύφασμα &#8212; όλα εκτός από ένα.  Μια μεγάλη τρύπα στο δεξί του ώμο άφηνε τον άνεμο να τρυπώνει ανενόχλητος και ο Στιν έτρεμε κάθε φορά που ένιωθε ένα καινούριο φύσημα.</p>
<p>Κοίταξε τα σκοτεινά νερά. Οι νιφάδες χόρευαν γύρω από το πρόσωπό του σαν να κυνηγούσαν τον άνεμο. Ο Στιν όμως δεν πρόσεξε ούτε τις νιφάδες ούτε τον άνεμο. Τα μάτια του ήταν καθηλωμένα στο νερό. Η αναπνοή του ήταν γρήγορη και ρηχή.</p>
<p>Έκανε ένα αβέβαιο βήμα. Αν έκανε ένα ακόμα, θα έβρεχε τα πόδια του.  Δίστασε για μια στιγμή, μα αμέσως μετά προχώρησε με ανανεωμένη αποφασιστικότητα.</p>
<p>Τα πόδια του εισχώρησαν στο παγωμένο νερό όπως μια λεπίδα μπαίνει μέσα σ’ έναν εφιάλτη. Ο Στιν δεν έδωσε σημασία. Περνούσε σιγά-σιγά στην άλλη πλευρά και οι αισθήσεις του λιποτακτούσαν.</p>
<p>Το δάσος άνοιξε και πάλι κι ένας κουρασμένος χιονάνθρωπος ξεπετάχτηκε από μέσα του. Ήταν στρογγυλός και ψηλός κι είχε πάνω του όλα όσα θα περίμενε κανείς να δει σ’ ένα χιονάνθρωπο: κουμπιά για μάτια, καρότο για μύτη, τσιμπούκι στο στόμα και κασκόλ στο λαιμό. Το μοναδικό παράταιρο πράγμα πάνω του ήταν το μπαστούνι στο δεξί του χέρι.</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος προχώρησε βιαστικά προς τη λίμνη όταν είδε τον Στιν. Μόνο που στην περίπτωση ενός χιονάνθρωπου όταν λέμε «βιαστικά» εννοούμε πως τίναξε το κάτω μέρος του κορμιού του κάπως πιο ζωηρά από πριν. Όσο κι αν προσπαθούσε, ό,τι κι αν έκανε, δε θα έφτανε το αγόρι έγκαιρα.</p>
<p>«Στιν! Περίμενε!» του φώναξε, αλλά η ακοή του Στιν είχε πάψει να λειτουργεί εδώ και ώρα. Ο Στιν μπήκε στη λίμνη όπως θα έμπαινε ένας υπνοβάτης.</p>
<p>Το νερό έφτασε στους μηρούς και τη μέση του, κάλυψε το στήθος του, το λαιμό του.  Ο Χιονάνθρωπος έφτασε στη λίμνη ένα δευτερόλεπτο πριν να εξαφανιστεί το κεφάλι του Στιν.</p>
<p>«Όχι!!» φώναξε, μα μόνο ο άνεμος τού απάντησε με έναν αυστηρό κι ανελέητο βρυχηθμό.</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος παρέμεινε ακίνητος στην όχθη της λίμνης. Κοίταξε το είδωλό του, μια αξιολύπητη, στρογγυλή έκρηξη από νεκρό χιόνι.  Ποθούσε να σώσει τον Στιν, το αγόρι που του είχε δώσει μορφή και ύπαρξη πριν από δύο ημέρες. Φλεγόταν από τον πόθο να πέσει στο νερό και να βγάλει τον Στιν, αλλά ούτε οι φλόγες από όλα τα χριστουγεννιάτικα τζάκια δε θα έσωζαν τον ίδιο, έναν χιονάνθρωπο, από το λιώσιμο, έτσι κι έμπαινε στη λίμνη.</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος ευχήθηκε να ήταν άνθρωπος, ευχήθηκε να είχε σάρκα που θα αντιστεκόταν στο νερό. Ευχήθηκε να μπορούσε να φυσήξει ζωή στα πνευμόνια κάποιου αν χρειαζόταν. Παρατήρησε μερικές μπουρμπουλήθρες στο νερό και κατάλαβε πως τα πνευμόνια του Στιν ήταν καταδικασμένα να χάσουν αυτή την άνιση μάχη.</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος δεν άντεξε να μείνει άλλο ακίνητος. Ο Στιν περπατούσε στα υπόγεια μονοπάτια της λήθης, κι ο ίδιος, δημιούργημα και σύντροφος του Στιν, στεκόταν αναποφάσιστος στην όχθη για να προστατέψει τη δικιά του άχρηστη παγωνιά.</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος βούτηξε στο νερό κι ο παφλασμός ήταν τόσο δυνατός που γέμισε τη λευκή καρδιά του με ανατριχίλα. Καταδύθηκε γρήγορα στο υγρό βασίλειο κι ένιωσε να γίνεται όλο και ελαφρύτερος.</p>
<p>Κοίταξε τριγύρω στο σκοτεινό νερό και είδε το κορμί του Στιν στον πάτο, κουλουριασμένο σαν να ταξίδευε παρέα με το Μορφέα.</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος πάλεψε ενάντια στον αφανισμό του κι έφτασε το κορμί του Στιν με έναν πήδο. Ανασήκωσε το αγόρι τρυφερά και περπάτησε στο βυθό. Το σώμα του ενωνόταν σιγά-σιγά με το υδάτινο περιβάλλον με κάθε βήμα που έκανε.</p>
<p>Με μια ύστατη προσπάθεια έφτασε στην όχθη κι έσπρωξε τον Στιν στη στεριά και την ασφάλεια. Ο Χιονάνθρωπος χαμογέλασε και η καρδιά του ζεστάθηκε καθώς κοίταξε για τελευταία φορά το αγαπημένο αγόρι πριν να βυθιστεί και πάλι στο νερό, πολύ αδύναμος για να αντισταθεί στη βαρύτητα.</p>
<p>Έπεσε σ’ ένα λάκκο από σκοτάδι, κάθε δευτερόλεπτο καταβρόχθιζε το σώμα του, τη στρογγυλάδα του, την παγωνιά του, μέχρι που στο τέλος είχε απομείνει ο μισός. Ήταν μικρότερος κι από τον Στην τώρα.</p>
<p>Παραδόθηκε στο τέλος του, όπως ένας ταραγμένος νους παραδίνεται στα αρχαία όνειρα της νιρβάνα. Πίστεψε πως είδε ένα αμυδρό, ασημένιο φως να πλησιάζει και συμπέρανε πως αυτό ήταν το τέλος της χιονένιας ζωής του.</p>
<p>Το φως πλησίασε κι άλλο. Ο Χιονάνθρωπος  έκλεισε τα κουμπιά-μάτια του. Ένιωσε ένα χέρι χωρίς βάρος στο κεφάλι του κι άκουσε μια ψιθυριστή φωνή στο αυτί του:</p>
<p>«Έκανες κάτι καλό απόψε.»</p>
<p>Η φωνή έμοιαζε με νερό που έχει παγιδευτεί σε γυάλινο κλουβί.</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος άνοιξε τα μάτια του και είδα την Κυρά της Λίμνης. Ήταν ψηλή και όμορφη με τα μακριά λευκά μαλλιά της τυλιγμένα γύρω από το κορμί της, τα γαλανά μάτια της να αντανακλούν το φως σαν διαμάντια.</p>
<p>Στα χέρια της κρατούσε το ασημένιο κουτί που έλαβε από τον ουρανό. Φλεγόταν σαν να έκρυβε χιλιάδες βολτ μαζί, σαν δυο εκατομμύρια αστέρια.</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος ήταν άφωνος.</p>
<p>«Τι θέλεις;» τον ρώτησε η Κυρά της Λίμνης.</p>
<p>«Θέλω&#8211; Θέλω&#8211; Θέλω να μάθω το μέλλον!» απάντησε, ασθμαίνοντας στην προσπάθειά του να μεγαλώσει το κορμί του πάλι.</p>
<p>Η Κυρά το σκέφτηκε λίγο με κλειστά τα μάτια.</p>
<p>«Το μέλλον γίνεται παρελθόν μέσα σε δευτερόλεπτα,» είπε με τη γυάλινη φωνή της. «Θα σου δείξω το παρελθόν, λοιπόν.»</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος ένευσε. Μπορούσε να δει όπως ποτέ πριν.</p>
<p>«Ο Στιν θέλησε να πεθάνει στο νερό,» ξεκίνησε η Κυρά, «επειδή ο πατέρας του πνίγηκε απόψε και δεν είχε το κουράγιο να το πει στη μητέρα του. Ήταν ατύχημα, ο πατέρας του έπεσε από τη γέφυρα στην οποία δούλευε. Οι συνάδελφοί του το είδαν. Ήξεραν πως ο πατέρας του Στιν δεν μπορούσε να κολυμπήσει. Αλλά κανείς δε νοιαζόταν αρκετά γι΄ αυτόν, ειδικά μια τέτοια παγωμένη νύχτα. Κανείς δεν έπεσε στο νερό για να τον σώσει κι ο πατέρας του Στιν πνίγηκε.»</p>
<p>Η Κυράς της Λίμνης σταμάτησε. Άκουγε τον άνεμο κι ο άνεμος άκουγε τα λόγια της. Ρώτησε τον άνεμο αν ο Στιν θα ζούσε. Κι ο άνεμος απάντησε πως ο Στιν δεν επιθυμούσε να ζήσει αλλά το νεανικό του σώμα προσπαθούσε να κρατηθεί στη ζωή όπως τα φύλλα κρατιούνται πάνω στο δέντρο.</p>
<p>Η Κυρά της Λίμνης κοίταξε πάλι το Χιονάνθρωπο. Έβαλε το ασημένιο κουτί μπροστά στα μάτια του.</p>
<p>«Το βλέπεις αυτό;»</p>
<p>«Τι είναι;» ρώτησε ο Χιονάνθρωπος.</p>
<p>«Είναι ένα πνεύμα. Κάθε παραμονή Χριστουγέννων μπορώ να κρατήσω ένα πνεύμα μαζί μου στο βυθό. Το κρατάω για ένα χρόνο πριν να παραλάβω το καινούριο πνεύμα, και τότε το παλιό πετάει μακριά για να ενωθεί ξανά τους δικούς του στο ατελεύτητο προσκύνημα των ουρανών. Τα φωτεινά πνεύματα μού κρατάνε συντροφιά εδώ κάτω στη σιωπή των νερών.  Αλλά η πράξη σου ήταν τόσο σημαντική που αποφάσισα να ελευθερώσω αυτό το πνεύμα απόψε. Μέσα σου.”</p>
<p>Άνοιξε το κουτί λίγο και το φως που ελευθερώθηκε ήταν τόσο φωτεινό που έκανε τα αστέρια να χλομιάσουν.</p>
<p>Η Κυρά της Λίμνης κοίταξε πάλι το Χιονάνθρωπο.</p>
<p>«Ετούτο είναι το πνεύμα του πατέρα του Στιν.»</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος άκουγε σιωπηλός καθώς μετατρεπόταν σε μια μικρή, άσπρη μπάλα ποδοσφαίρου.</p>
<p>«Όταν το ελευθερώσω, θα διεισδύσει στο σώμα σου με μια δύναμη που δεν ήξερες πως ήταν δυνατή. Οι δυο σας θα ενωθείτε μέσω της αγάπης σας για τον Στιν. Και οι δυο σας μαζί θα τον σώσετε.»</p>
<p>Ο Χιονάνθρωπος ένιωσε τα πρώτα του δάκρυα στα μάγουλά του να τον ξεζουμίζουν ακόμα περισσότερο.</p>
<p>Η Κυρά της Λίμνης άνοιξε το κουτί. Έβγαλε το πνεύμα και το ακούμπησε στην καρδιά του Χιονάνθρωπου.</p>
<p>Το μισολιωμένο κορμί του Χιονάνθρωπου διαπεράστηκε από ένα ισχυρό ηλεκτρικό σοκ και το στόμα του ψιθύρισε τα τελευταία του λόγια πριν να χαθεί μέσα στη νέα ύπαρξή του:</p>
<p>«Πνεύμα του Χιονιού.»</p>
<p>Το χιόνι έπεφτε με την επιμονή της ζεστής σοκολάτας πάνω σε παγωτό βανίλια. Τα φαντάσματα τριγύριζαν στις όχθες της λίμνης κατσούφικα κι έψαχναν να βρουν κάποιον να τρομάξουν.</p>
<p>Το σώμα του Στιν ξεπάγιαζε από το κρύο και την αγωνία αλλά το μέτωπό του καιγόταν. Οι νιφάδες σκέπαζαν τα μάτια του, τα φύκια σέρνονταν στα μάγουλά του.</p>
<p>Η επιφάνεια του νερού αναταράχτηκε ξαφνικά. Το χιόνι διέκοψε την κάθοδό του και τα φαντάσματα κοιτάχτηκαν παραξενεμένα.  Μια ανθρώπινη σιλουέτα βγήκε από τη λίμνη και προχώρησε στην όχθη. Βρήκε τον Στιν και γονάτισε δίπλα του. Το χιόνι άρχισε να χορεύει πάλι και τα φαντάσματα ετοιμάστηκαν να κρυφακούσουν.</p>
<p>Ο άντρας ήταν χλομός, τα ρούχα του βρεγμένα σαν παξιμάδι μουλιασμένο στο γάλα. Βαθιές ρυτίδες διαπερνούσαν το μέτωπό του μα το στόμα του ήταν νεανικό.  Άγγιξε το πρόσωπο του παιδιού και έδιωξε το χιόνι και τα φύκια.</p>
<p>Τα μάτια του Στιν άνοιξαν από την ανάμνηση των αγαπημένων χεριών.</p>
<p>«Πατέρα!» αναφώνησε, σοκαρισμένος και δύσπιστος.</p>
<p>Τα μάτια του πατέρα του βούρκωσαν.</p>
<p>«Είμαστε ευλογημένοι,» είπε. «Μας ευλόγησαν τα πνεύματα του νερού και του χιονιού.»</p>
<p>Ανασήκωσε τον Στιν και φίλησε τα μάτια του.</p>
<p>«Δες, καλό μου αγόρι», του είπε, «η πόλη ετοιμάζεται για τα Χριστούγεννα.»</p>
<p>Η Ομίχλη εξαφανίστηκε και τα χριστουγεννιάτικα φώτα της πόλης άνοιξαν την αγκαλιά τους για να δεχτούν το βλέμμα του Στιν. Ο πατέρας έπιασε το χέρι του.</p>
<p>«Έλα,» του είπε, «η μητέρα σου πρέπει να ανησυχεί πολύ.»</p>
<p>Οι δυο τους πήραν το δρόμο της επιστροφής κρατώντας σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου.</p>
<p>«Τι έγινε;» ρώτησαν τον άνεμο τα φαντάσματα.</p>
<p>«Η ευχή ενός Χιονάνθρωπου έγινε πραγματικότητα,» απάντησε ο άνεμος. «Ένας Χιονάνθρωπος έγινε αληθινός άνθρωπος απόψε. Πάντα πρέπει να χάσεις μέρος του εαυτού σου για να γίνεις αληθινός.»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>_______________________________________________</p>
<p><em>Η</em><em> </em><strong><em>Στέλλα Σαμιώτου Φιτσάιμονς</em></strong><em> </em><em>γεννήθηκε στο Μαρούσι και ζει στο Λος Άντζελες. &#8216;Εχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων “</em><em><a href="http://biblionet.gr/main.asp?page=showbook&amp;bookid=2402" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><em>Αποσπάσματα από το τέλος ενός προσώπου</em></a></em><em>”, τη νουβέλα &#8220;</em><em><a href="https://www.createspace.com/3862118" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><em>Μέχρι να γίνεις γάτα</em></a></em><em>&#8221; και το</em><em> </em><em>μυθιστόρημα &#8220;</em><em>The</em> <em>Plantation</em><em>&#8220;. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα και ποίηση σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα και την</em><em> Αμερική. Ξεκίνησε το ψηφιακό λογοτεχνικό περιοδικό</em><em> </em><em><a href="http://stellasliterarybistro.com/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><em>Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας</em></a></em><em> </em><em>το 2009 και είναι εξαιρετικά περήφανη γι&#8217; αυτό.</em></p>
<p>Το διήγημα «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό «Λογοτεχνικό Μπιστρό» της Στέλλας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/christougenniatiki-istoria/">Χριστουγεννιάτικη ιστορία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.psychografimata.com/christougenniatiki-istoria/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Επάγγελμα αναπληρώτρια &#8211; Διήγημα</title>
		<link>https://www.psychografimata.com/%ce%b5%cf%80%ce%ac%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bc%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%8e%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1/</link>
					<comments>https://www.psychografimata.com/%ce%b5%cf%80%ce%ac%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bc%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%8e%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1/#disqus_thread</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[syntaktis4]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 20 Feb 2022 07:31:32 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Βιβλιοθεραπεία]]></category>
		<category><![CDATA[Διηγήματα online]]></category>
		<category><![CDATA[αναπληρώτρια]]></category>
		<category><![CDATA[δάσκαλος]]></category>
		<category><![CDATA[παιδιά]]></category>
		<category><![CDATA[σχολείο]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.psychografimata.com/?p=58847</guid>

					<description><![CDATA[<p><span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">2</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span> Γράφει η Αθηνά Παπαργύρη*, Μαθηματικός MSc, υποψήφια διδάκτωρ της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών Το ρολόι λέει 7.15 π.μ. Ο συννεφιασμένος ουρανός καθυστερεί ακόμα περισσότερο τη μέρα να φανεί. Η μυρωδιά του καφέ έχει κατακλύσει το αμάξι. Σκέφτεται ακόμα τα λόγια της κοπέλας στο καφέ. «τι ανάγκη έχετε εσείς; όλο διακοπές είστε. Σας τη χάλασε [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b5%cf%80%ce%ac%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bc%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%8e%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1/">Επάγγελμα αναπληρώτρια &#8211; Διήγημα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">2</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span><p><strong>Γράφει η Αθηνά Παπαργύρη*, Μαθηματικός MSc, υποψήφια διδάκτωρ της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Το ρολόι λέει 7.15 π.μ. Ο συννεφιασμένος ουρανός καθυστερεί ακόμα περισσότερο τη μέρα να φανεί. Η μυρωδιά του καφέ έχει κατακλύσει το αμάξι. Σκέφτεται ακόμα τα λόγια της κοπέλας στο καφέ. «τι ανάγκη έχετε εσείς; όλο διακοπές είστε. Σας τη χάλασε που άνοιξε τα σχολεία». Χαζεύει στο φανάρι τους περαστικούς. Σκυθρωπά κεφάλια. Κάποιοι τσακώνονται στη στάση. Άλλοι κορνάρουν φανερώνοντας τον εκνευρισμό τους. Έχει αρκετό δρόμο ακόμη μέχρι το σχολείο και ψάχνει ένα σταθμό στο ραδιόφωνο να τη συντροφεύσει. Τουλάχιστον, φέτος είναι στον τόπο της αναπληρώτρια. Δε χρειάζεται να τραβολογά τα παιδιά μαζί της στο νησί. Θυμήθηκε πως χοροπηδούσε ο γιός της, όταν τον Σεπτέμβρη βγήκε η τοποθέτησή της. Την προσοχή της τράβηξε πάλι το ραδιόφωνο. Ακόμα να βρει το σταθμό που έψαχνε. Ειδήσεις κυριαρχούν κι εδώ. Ανακοινώνονται τα νέα πρωτόκολλα. Μέτρα, απόψεις, οδηγίες πάλι! Το κλείνει αμέσως. Καλύτερα να τραγουδήσει η ίδια. Ούτως ή άλλως δεν την ακούει κανείς.</p>
<p style="text-align: justify;">Πίσω από την πλαγιά ξεπροβάλλει το χωριό και στην είσοδό του ορθώνεται το σχολείο. Παρκάρει και βγαίνει βιαστικά. Αν και πάει σε τρία σχολεία, θυμάται το πρόγραμμά της. Ξέρει πως τα πρωτάκια της, την περιμένουν. Εδώ και ένα μήνα προσπαθεί να τους μάθει τα κλάσματα, αλλά φαντάζει ακατόρθωτο. Δύο χρόνια τηλεκπαίδευση. Τρόμαξαν να συνηθίσουν τους βασικούς κανόνες της τάξης και να μην σηκώνονται από τις θέσεις τους. Μπήκε στο γραφείο και καλημέρισε τους συναδέρφους της. Άλλοι φοβισμένοι φορώντας διπλή μάσκα, άλλοι προβληματισμένοι. Θυμούνται τα πρωτόκολλα; Έχουν μείνει και πίσω στην ύλη. Τρέχει και η τράπεζα θεμάτων. Προχωρά η αξιολόγηση. Άλλοι βγάζουν φωτοτυπίες. Να προλάβουν τα διαγωνίσματα. Κάποιος σιγοτραγουδά. Όλοι όμως εκεί. Κι ας νοσούν στο σπίτι οι δικοί τους άνθρωποι. Πώς το είπε η κοπέλα στο καφέ; «τι ανάγκη έχετε εσείς;» Το κουδούνι την καλεί στην τάξη. Προχωρά στο διάδρομο και ακούει φωνές. Κάποιοι ξέχασαν να κάνουν τα self tests. Τρέχει ο διευθυντής. Στο τηλέφωνο γονείς. Κι άλλα παιδιά δεν θα έρθουν σήμερα. Μακάρι να το περνούν ελαφρά, σκέφτεται και καλημερίζει τα πρωτάκια της.</p>
<p style="text-align: justify;">Της χαμογελούν στιγμιαία και σκοτεινιάζουν πάλι τα μάτια τους. Κάποια κρυώνουν και κουλουριάζονται δίπλα στα ανοιχτά παράθυρα, αλλά ξέρουν πως δεν μπορούν να τα κλείσουν. Έξι φίλοι τους λείπουν. Άλλα της ρίχνουν κλεφτές ματιές, φοβούμενα τη στιγμή που θα ζητήσει τις ασκήσεις τους. Ένα ξύνει νευρικά το μολύβι, που ποτέ δεν χρησιμοποιεί. Και τότε πιάνει τον εαυτό της να ρωτά «Σας αρέσουν οι παρτιτούρες;» Τα αιφνιδίασε. Όλα τώρα την κοιτούν με απορία. «Αν σας δώσω μια παρτιτούρα και σας εξηγήσω πως μπαίνουν οι νότες στο πεντάγραμμο και το κλειδί του Σολ, θα σας αρέσει η παρτιτούρα;» δεν απαντάνε. Τι είναι αυτά που τους ρωτά. Κοιτάζονται. Μα καλά, κλάσματα δεν έκαναν; «τι να μας αρέσει από την παρτιτούρα κυρία;» λέει κάποιος. Ακριβώς, του απαντά. «Αν δεν έχετε το κατάλληλο μουσικό όργανο, η παρτιτούρα είναι μόνο σύμβολα σε χαρτί. Έτσι είναι και τα μαθηματικά. Σύμβολα σε χαρτί. Εγώ όμως, θα σας μάθω να ακούτε τη μουσική.»</p>
<p style="text-align: justify;">Ξέρει  πως δεν κατάλαβαν ακριβώς τι τους είπε, αλλά επιτέλους είδε τη λάμψη στα μάτια τους. Γύρισε στον πίνακα και ένα χαμόγελο κρυβόταν πίσω από τη μάσκα της. Όσο υπάρχουν παιδιά και δάσκαλοι σκέφτηκε, η ζωή και η ελπίδα θα νικά.</p>
<p>________________________________________________________________________</p>
<p style="text-align: justify;">* Η Αθηνά Παπαργύρη γεννήθηκε στις 26/12/1984 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Διακοπτό Αιγιαλείας. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Πάτρα ως μάχιμη εκπαιδευτικός, μαθηματικός MSc στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο αγοριών.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b5%cf%80%ce%ac%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bc%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%8e%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1/">Επάγγελμα αναπληρώτρια &#8211; Διήγημα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.psychografimata.com/%ce%b5%cf%80%ce%ac%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bc%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%8e%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η μικρή κόκκινη Χριστουγεννιάτικη μπάλα</title>
		<link>https://www.psychografimata.com/%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%ae-%ce%ba%cf%8c%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%cf%80/</link>
					<comments>https://www.psychografimata.com/%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%ae-%ce%ba%cf%8c%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%cf%80/#disqus_thread</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[syntaktis4]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 21 Dec 2021 13:10:30 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Βιβλιοθεραπεία]]></category>
		<category><![CDATA[Διηγήματα online]]></category>
		<category><![CDATA[online]]></category>
		<category><![CDATA[Αναστασία Αρτεμίου]]></category>
		<category><![CDATA[διαδικτυακό]]></category>
		<category><![CDATA[διηγημα]]></category>
		<category><![CDATA[διήγημα online]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.psychografimata.com/?p=50057</guid>

					<description><![CDATA[<p><span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">2</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span> Γράφει η Αναστασία Αρτεμίου Φωλιασμένη μέσα στα Χριστουγεννιάτικα στολίδια μιας σύγχρονης οικογένειας, μια μικρή κόκκινη Χριστουγεννιάτικη μπάλα ήταν η τελευταία από τα πολύχρωμα vintage στολίδια που, μια φορά κι έναν καιρό, έλαμψαν λαμπρά και ακούραστα ανάμεσα στα δέντρα του χθες. Με το πέρασμα των χρόνων, η μικρή κόκκινη Χριστουγεννιάτικη μπάλα βρέθηκε γεμάτη ανασφάλεια και παντελώς [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%ae-%ce%ba%cf%8c%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%cf%80/">Η μικρή κόκκινη Χριστουγεννιάτικη μπάλα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">2</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span><p><strong>Γράφει η <a href="https://www.psychografimata.com/%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%af%ce%b1-%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%b5%ce%bc%ce%af%ce%bf%cf%85/" target="_blank" rel="noopener noreferrer">Αναστασία Αρτεμίου</a></strong></p>
<p style="text-align: justify;">Φωλιασμένη μέσα στα Χριστουγεννιάτικα στολίδια μιας σύγχρονης οικογένειας, μια μικρή κόκκινη Χριστουγεννιάτικη μπάλα ήταν η τελευταία από τα πολύχρωμα vintage στολίδια που, μια φορά κι έναν καιρό, έλαμψαν λαμπρά και ακούραστα ανάμεσα στα δέντρα του χθες.</p>
<p style="text-align: justify;">Με το πέρασμα των χρόνων, η μικρή κόκκινη Χριστουγεννιάτικη μπάλα βρέθηκε γεμάτη ανασφάλεια και παντελώς υποτιμημένη στο πίσω μέρος του μεγαλοπρεπούς χριστουγεννιάτικου δέντρου.</p>
<p style="text-align: justify;">Φοβόταν ότι έγινε απλά πολύ συνηθισμένη ανάμεσα στα φανταχτερά στολίδια της σύγχρονης εποχής, που είναι εξοπλισμένα με κατασκευαστική γοητεία.</p>
<p style="text-align: justify;">Παρόλα αυτά, η μικρή κόκκινη Χριστουγεννιάτικη μπαλίτσα ήξερε καλά ότι ο αληθινός σκοπός της,είναι να λάμψει φωτεινά και να προσφέρει το όνειρο μέσα στο όλο πνεύμα των Χριστουγέννων.</p>
<p style="text-align: justify;">«Ένα δικό μου, κλαδί και ένα σπίτι να φωτίσω», τι περισσότερο θα μπορούσε μια μικρή κόκκινη Χριστουγεννιάτικη μπάλα να ζητήσει; «Τι είδους μικρή κόκκινη χριστουγεννιάτικη μπάλα θα ήμουν, αν έχανα τα Χριστούγεννα; Δε θα έχω κανέναν σκοπό, κανένα σκοπό …»</p>
<p style="text-align: justify;">Ο φόβος της μη ύπαρξης φούντωνε μέσα της, όσο σκεφτόταν ότι έχει κι ένα πολύ μικρό ράγισμα στο στόμιό της, που το κάλυπτε περίτεχνα η χρυσή κορδέλα της.</p>
<p style="text-align: justify;">Είχε κρυφακούσει πολλές κουβέντες, που την ήθελαν στην αποθήκη ή και στα σκουπίδια. Ένιωθε τόσο διαφορετική και μόνη. Πόσο σκληροί μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι. Με πόση ευκολία σε ξεφορτώνονται, αν δεν τους κάνεις… αν δεν ταιριάζεις με τους γύρω σου…</p>
<p style="text-align: justify;"> Πάντα,όμως, η δύναμη της θέλησης κάνει θαύματα. Έτσι και η κόκκινη μπαλίτσα, παραμονή Χριστουγέννων έζησε το θαύμα της. Η μαμά της οικογένειας αποφάσισε να πάρει τη μπαλίτσα από το δέντρο και να την στολίσει σ’ ένα όμορφο κλαδί πεύκου επάνω από το τζάκι μαζί με κάποιες άλλες όμοιές της, που είχαν ξεμείνει σ ένα κουτί στο πατάρι. Η κόκκινη μπαλίτσα στραφτάλιζε από τη χαρά της, στην περίοπτη θέση που τοποθετήθηκε μέσα στο σπίτι.</p>
<p style="text-align: justify;">Σε μια εποχή του βαθύτερου σκοταδιού, ένα φως πάντα λάμπει. Τώρα, αν δεν πιστεύετε ότι οι μπάλες έχουν συναισθήματα, σίγουρα θα πιστέψετε ότι οι άνθρωποι αισθάνονται συναισθηματικά πληγωμένοι, όταν τους προσπεράσουν για οποιοδήποτε λόγο.</p>
<p style="text-align: justify;">Είναι δύσκολο να είσαι «διαφορετικός», αλλά είναι και σπουδαίο να διαμορφώνεις μόνος σου, τις δικές σου, αξίες και να μη δέχεσαι παθητικά την κοινή λογική και τη γνώμη των άλλων.</p>
<p style="text-align: justify;">Αυτά είναι τα διδάγματα που μας έμαθε η μικρή κόκκινη Χριστουγεννιάτικη μπαλίτσα,  η οποία αγωνίζεται μέσα στη μακριά χειμωνιάτικη νύχτα, ακόμα, μετά από όλα τα χρόνια να «λάμπει φωτεινά και να χρωματίζει όνειρα» ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p style="text-align: justify;">Πρώτη δημοσίευση: typologos.com</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%ae-%ce%ba%cf%8c%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%cf%80/">Η μικρή κόκκινη Χριστουγεννιάτικη μπάλα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.psychografimata.com/%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%ae-%ce%ba%cf%8c%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%cf%80/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Είχε χιούμορ η Βιρτζίνια Γουλφ;</title>
		<link>https://www.psychografimata.com/iche-chioumor-i-virtzinia-goulf/</link>
					<comments>https://www.psychografimata.com/iche-chioumor-i-virtzinia-goulf/#disqus_thread</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Δήμητρα Διδαγγέλου]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 07 Aug 2021 08:07:49 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Βιβλιοθεραπεία]]></category>
		<category><![CDATA[Διηγήματα online]]></category>
		<category><![CDATA[διαδικτυακό]]></category>
		<category><![CDATA[διηγημα]]></category>
		<category><![CDATA[Εύη Καρκίτη]]></category>
		<category><![CDATA[Οn line]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://psychografimata.com/?p=13170</guid>

					<description><![CDATA[<p><span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">5</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span> Γράφει η Εύη Καρκίτη Η χειρότερη στιγμή μιας ερωτικής απογοήτευσης είναι η στιγμή εκείνη που αρχίζεις να αναρωτιέσαι για το αν έχεις φταίξει κι εσύ. Ψάχνεις να βρεις πού έκανες λάθος. Μήπως δεν ήσουν αρκετός. Πραγματικά αξιοθρήνητο. Είναι δύσκολο να αποδεχτείς πως ενώ ήσουν σε όλα εντάξει, πιστός, δοτικός, υποστηρικτικός, ευχάριστος, υπέροχος, μοναδικός και ανεπανάληπτος, [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/iche-chioumor-i-virtzinia-goulf/">Είχε χιούμορ η Βιρτζίνια Γουλφ;</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">5</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span><p><strong>Γράφει η Εύη Καρκίτη</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Η χειρότερη στιγμή μιας ερωτικής απογοήτευσης είναι η στιγμή εκείνη που αρχίζεις να αναρωτιέσαι για το αν έχεις φταίξει κι εσύ. Ψάχνεις να βρεις πού έκανες λάθος. Μήπως δεν ήσουν αρκετός. Πραγματικά αξιοθρήνητο. Είναι δύσκολο να αποδεχτείς πως ενώ ήσουν σε όλα εντάξει, πιστός, δοτικός, υποστηρικτικός, ευχάριστος, υπέροχος, μοναδικός και ανεπανάληπτος, σηκώθηκε ξαφνικά ένας αέρας, τυφώνας πες καλύτερα, ο τυφώνας του τρίτου προσώπου, εκείνο το έκτακτο και ακραίο καιρικό φαινόμενο, που σε πετάει σε μια άκρη με σπασμένη στέγη που μπάζει νερά, μπάζει και πόνο. Δεν είναι αυτή η πρώτη φάση της ερωτικής απογοήτευσης. Είναι δεύτερη. Η πρώτη είναι ο θυμός. Ένας θυμός που σε παραλύει και σε τυφλώνει. Αλλά τίποτε δεν είναι με σαφήνεια οριοθετημένο. Μπορείς ωραιότατα να βγάζεις καπνούς απ’ τα αυτιά, να θέλεις να ρίξεις γροθιές στους τοίχους και να κάνεις κομμάτια όποιο αντικείμενο πέφτει στα χέρια σου ενώ ψάχνεις τις λογικές εξηγήσεις σε κάτι  που έτσι κι αλλιώς δεν έχει λογική.</p>
<p style="text-align: justify;">Να σας πω για τα δικά μου ευρήματα, τρέμοντας φυσικά από οργή: μερικές λεπτές τρίχες στη βούρτσα των μαλλιών, ένα τσιγάρο κρυμμένο για τη στιγμή που θα το είχε πραγματικά ανάγκη, μερικά βιβλία που ξέχασε να μαζέψει, έτσι που έφυγε σαν κυνηγημένη για να «μην το κάνει ακόμη πιο δύσκολο», ανάμεσά τους και  το μυθιστόρημα του Γκράχαμ Σουίφτ «Υδάτινη χώρα», με τσακισμένη τη σελίδα στη σκηνή που η Μαίρη, η σύζυγος του καθηγητή, κλέβει βραδάκι Παρασκευής, ένα παιδάκι από το σούπερ μάρκετ, γιατί δεν μπορεί να κάνει δικό της. Δεν χόρταινε πια να το διαβάζει αυτό το βιβλίο. Α, τις ξέρω πολύ καλά κάτι ευαίσθητες αναγνώστριες σαν εκείνη. Είναι όλες μαλακισμένες. Τρελαίνονται με κάτι νερόβραστους Εγγλέζους, Γκράχαμ Σουίφτ και  παπαριές. Τα δικά μου γούστα ήταν διαφορετικά. Από τότε που με εγκατέλειψε για τον άλλον, θα ήθελα να ζω σ’ ένα μυθιστόρημα σαν τον «Βούδα των προαστίων». Εντάξει, δεν λέω πως θα ήθελα να είμαι και ο Καρίμ ή ο Τσάρλι ή κάποιος από τους πρωταγωνιστές.  Ποτέ δεν είχα μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου. Μου έφτανε να είμαι ένας χαρακτήρας μικρός και ασήμαντος που δεν  έχει καν δική του φωνή και εμφανίζεται ξαφνικά σε μια σελίδα. Δεν θα με πείραζε να ζω και σε κάποιο άλλο μυθιστόρημα του Κιουρέισι, έστω κι αν το αγαπώ λιγότερο, αρκεί να είχα μια έντονη ερωτική ζωή. Να ήμουν ένας θεός του σεξ. Να πηδάω από εδώ, να πηδάω από εκεί και να τη φωνάζω να καμαρώσει τις επιδόσεις μου. «Κοίτα κυρά μου», θα ήθελα να της έλεγα, «αυτές είναι οι σωστές γυναίκες. Οι γυναίκες που ξέρουν να εκτιμήσουν ένα καλό γαμήσι».</p>
<p style="text-align: justify;">Αλήθεια, κόντευε να μου στρίψει. Ναι, γιατί με άφησε για κάποιον άλλο, στα ξαφνικά. Για ένα ειδύλλιο, μη χέσω, που έγινε αφάνταστα σημαντικό μέσα σε  έναν μόλις μήνα, που στήθηκε κάτω από τη μύτη μου, την ερωτευμένη μου μύτη, τη μύτη που κάθε πρωί, λες και δεν είχε άλλη δουλειά, τρύπωνε για να αναζητήσει τις μυρωδιές της. Όχι, δεν με εγκατέλειψε για τον καλύτερο φίλο μου. Οι περισσότεροι νομίζετε πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος ερωτικός πόνος και σας λέω πως πέφτετε έξω. Ο καλύτερος φίλος σου ξέρεις πώς μοιάζει και πώς είναι, έχεις δει τα μούτρα του το πρωί, ξέρεις τα κουσούρια του, ξέρεις πως την παίζει χαζεύοντας τσόντες, πόσο κάθαρμα μπορεί να γίνει με τις γυναίκες. Με τον καλύτερο φίλο γνωρίζεις τον αντίπαλο και πας και χτυπάς στα ίσια. Χώνεσαι στη μέση και ζητάς και από τους δυο εξηγήσεις. Έχεις τη δυνατότητα να δηλητηριάσεις τη σχέση τους με ενοχές, το ξέρω είμαι απαίσιος, ένας απαίσιος άνθρωπος. Όμως, το να σε εγκαταλείψουν για τον καλύτερο φίλο, σε μεταμορφώνει σε ένα πρόσωπο σημαντικό, σχεδόν τραγικό -ή έστω τραγικό παρά τρίχα- που του αξίζει να γίνει μυθιστόρημα ή διήγημα, εντάξει, βολεύομαι και με το να γίνω απλώς ένα τραγούδι. Δεν θα γίνω τίποτε από αυτά. Γιατί με εγκατέλειψε για ένα πρόσωπο άγνωστο και σκοτεινό, που δεν συνάντησα ποτέ και ούτε θα συναντήσω, που δεν γνωρίζω καν το όνομά του και ούτε θα το μάθω. Και αυτό το «ποτέ» και το «ούτε» δεν το λέω στην τύχη. Προσπάθησα να μάθω ποιος είναι και πώς τον λένε, αλλά εκείνη είχε καλύψει προσεκτικά τα ίχνη τους. Την ικέτεψα, αλλά δεν είπε κουβέντα. Με άφησε εντελώς απ’ έξω, στη φρίκη του να μη γνωρίζω πραγματικά τίποτε, να παλεύω με τη φαντασία μου. Και ναι, στη φαντασία μου ο «άλλος» έγινε ένας πραγματικός καλλιτέχνης της αποπλάνησης, που ξεγέλασε το δικό μου, αγαπημένο κοριτσάκι, σαν να ήταν ο ακόλαστος Βαλμόν, από τις «Επικίνδυνες σχέσεις», καλά εκπαιδευμένος από την μαντάμ Μερτέιγ, για να τις ρίχνει όλες στο κρεβάτι.</p>
<p style="text-align: justify;">Σας τα λέω όλα αυτά, όμως βαθιά μέσα μου δεν πιστεύω πως εκείνη θα τσιμπούσε από έναν τύπο σαν τον Βαλμόν. Δεν ήταν δα και καμιά άβγαλτη μαντάμ ντε Τουρβίλ, είχε αρκετές εμπειρίες στη ζωή της και επιπλέον, είχε διαβάσει και το βιβλίο του Λακλός. Κάτι κουλτουριάρες σαν τη δική μου μπορούν να σε βάλουν να παλέψεις με τα πραγματικά μεγάλα μεγέθη. Είναι ικανές, ρε μάγκα μου, να σε εγκαταλείψουν για τον ίδιο τον Ρωμαίο, να σε κάνουν πραγματικά σκόνη, να μην ξέρεις πού πατάς και πού βρίσκεσαι. Να χάσεις κάθε αυτοεκτίμηση.</p>
<p style="text-align: justify;">Μετά, η οργή ξεφούσκωσε, έσκασε σαν μπαλόνι, με κρότο, που σε τρομάζει και σε κάνει να πετάγεσαι, αφήνοντας πίσω της μόνο τη θλίψη, τον ατόφιο ερωτικό πόνο της εγκατάλειψης. Τότε ήταν που άρχισα να ξεπορτίζω.</p>
<p style="text-align: justify;">Βρήκα σαν τους γέρους το αγαπημένο μου πάρκο, το αγαπημένο μου παγκάκι. Έσερνα μαζί μου και ένα δικό της βιβλίο, σκισμένο και ταλαιπωρημένο, ένα βιβλίο που αγαπούσε, το «Στον Φάρο» της Βιρτζίνια Γουλφ. Να πω την αλήθεια, ντρεπόμουν λιγάκι να με βλέπουν ολόκληρο άντρα να κυκλοφορώ με αυτό το μωβ εξώφυλλο, στο οποίο απεικονίζονταν τα μούτρα της ξινής. Στην αρχή απλώς το κρατούσα σαν αντικείμενο. Μετά, εκεί στο παγκάκι, με θέα τη θάλασσα, ξεκίνησα να το διαβάζω. Δεν το περίμενα, αλλά ήταν σαν να άκουγα τη φωνή της Βιρτζίνια, να φτάνει στα αυτιά μου, σαν ψίθυρος, επιτρέποντας μου να τη γνωρίσω. Και η γνωριμία μου μαζί της, μου θύμισε ένα άλλο κορίτσι, τη σπασίκλα της τάξης στη Β΄ Λυκείου, που την είχαν οι πάντες στο κράξιμο. Σε μια ημερήσια εκδρομή όμως, καθίσαμε δίπλα-δίπλα, μακριά από τα βλέμματα των άλλων και, ξαφνικά, στραφήκαμε σχεδόν ταυτόχρονα ο ένας προς την πλευρά του άλλου και φιληθήκαμε με πάθος για ατέλειωτη ώρα, σε ένα φιλί που μούδιασε τις γλώσσες μας και όταν κάποτε τα στόματα απομακρύνθηκαν, τα σάλια μας έμοιαζαν με ασημένιες κλωστές που κατά κάποιο τρόπο τα κρατούσαν ακόμη ενωμένα. Ναι, η Βιρτζίνια μού μιλούσε, γλώσσα δεν έβαζε μέσα, μέχρι που έμαθα απ’ έξω ολόκληρα αποσπάσματα του βιβλίου.</p>
<p style="text-align: justify;">«Όλα αυτά τα βιβλία θα ‘πρεπε να βγουν έξω και να λιαστούν στη χλόη. Σοβάδες είχαν πέσει στο χωλ. Το λούκι πάνω απ’ το παράθυρο του γραφείου είχε φράξει και το νερό έμπαινε μέσα. Το χαλί είχε καταστραφεί. Αλλά θα ‘πρεπε να ‘χουν έρθει οι ίδιοι. Θα ‘πρεπε να ‘χουν στείλει κάποιον να τα δει. Υπήρχαν ρούχα στις ντουλάπες. Είχαν αφήσει ρούχα σε όλες τις κρεβατοκάμαρες. Τι θα τα κάνει όλα αυτά;».</p>
<p style="text-align: justify;">Το χειρότερο; Τα αποσπάσματα αυτά μπορούσα να τα συμπληρώσω με δικές μου σκέψεις και λέξεις. Απαράδεκτος; Εντάξει, απαράδεκτος. Δεν ξέρω η ίδια η Βιρτζίνια πώς θα το έπαιρνε. Θα θύμωνε ή μήπως θα διασκέδαζε και θα γελούσε; Δεν νομίζω όμως πως είχε και πολύ σπουδαίο χιούμορ. Αποφάσισα το ζήτημα αυτό να το ξεκαθαρίσω. Εκείνη θα ήξερε και αν τη ρωτούσα θα έδινε, όπως πάντα όταν ήθελε, μια εμπεριστατωμένη απάντηση. Γι’ αυτό της τηλεφώνησα. Ήταν το πρώτο τηλεφώνημα μετά τον χωρισμό μας. Και το τελευταίο. Σχημάτισα τον αριθμό και άκουσα, μετά από πολύ καιρό τη φωνή της. «Ναι» απάντησε, κάπως επιτακτικά. «Εγώ είμαι και θέλω να ρωτήσω κάτι. Ξέρεις αν είχε χιούμορ η Βιρτζίνια Γουλφ;».</p>
<p style="text-align: justify;">Δεν χρειάζεται να προσθέσω πως δεν περίμενα για την απάντηση. Έτρεξα πίσω στο σπίτι, όπου η απουσία της ήταν πιο έντονη και από την παρουσία της, τον καιρό που ήμασταν μαζί. Έρχεσαι, μερικές φορές, πολύ κοντά σε κάποιον και το θεωρείς ως κάτι δεδομένο και αυτονόητο. Δεν βλέπεις τις στροφές στον ίλιγγο των σχέσεων. Δεν φαντάζεσαι πως σε μια τέτοια στροφή κάποιος που μέχρι χθες ήταν μαζί σου, μπορεί να σε προσπεράσει. Δεν έχει εξήγηση. Ή αν έχει η εξήγηση δεν παρηγορεί, δεν σε βοηθάει να κερδίσεις και τίποτε. Είναι εντελώς άχρηστες αυτές οι εξηγήσεις. Περιττές.</p>
<p style="text-align: justify;">Μετά, έβαλα να ακούσω το «Over» του Peter Hammill. Και λίγο αργότερα αποφάσισα να σας τα γράψω. Κι έκανα το πρώτο βήμα για τη θεραπεία μου.</p>
<p style="text-align: justify;">Έκανα την οδύνη μου αφήγηση.<br />
_____________________________________________</p>
<p> Η Εύη Καρκίτη γεννήθηκε και ζει στην Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε για περισσότερα από είκοσι χρόνια στο ραδιόφωνο και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια είναι στην συντακτική ομάδα του περιοδικού close up και διατηρεί τη στήλη για το βιβλίο στον “Αγγελιοφόρο της Κυριακής”.</p>
<p>Το διήγημα &#8220;Είχε χιούμορ η Βιρτζίνια Γουλφ;&#8221; δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο <a href="http://bookstand.gr/2013/01/01/%CE%B5%CE%B9%CF%87%CE%B5-%CF%87%CE%B9%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%81-%CE%B7-%CE%B2%CE%B9%CF%81%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%86/">Bookstand</a>.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/iche-chioumor-i-virtzinia-goulf/">Είχε χιούμορ η Βιρτζίνια Γουλφ;</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.psychografimata.com/iche-chioumor-i-virtzinia-goulf/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Γράμμα στη μάνα  (διήγημα «1821»)</title>
		<link>https://www.psychografimata.com/%ce%b3%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1-1821/</link>
					<comments>https://www.psychografimata.com/%ce%b3%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1-1821/#disqus_thread</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[syntaktis4]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 16 May 2021 05:55:05 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Newsletter]]></category>
		<category><![CDATA[Βιβλιοθεραπεία]]></category>
		<category><![CDATA[Διηγήματα online]]></category>
		<category><![CDATA[Βίκη Κοσμοπούλου]]></category>
		<category><![CDATA[διηγημα]]></category>
		<category><![CDATA[διήγημα online]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.psychografimata.com/?p=56297</guid>

					<description><![CDATA[<p><span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">6</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span> Από τη Βίκη Κοσμοπούλου Μάνα, Σου γράφω γιατί ντρέπουμαι και μοναχά σε σένα μπορώ να τα πω. Φοβούμαι, μάνα, φοβούμαι πολύ. Και ντρέπουμαι για μένα, και ντρέπουμαι τους άλλους που είναι γενναίοι. Δεν είμαι γενναίος, μάνα, αλλά λογίζουμαι για ήρωας. Τα βράδια λουφάζω κάτου από ένα δέντρο. Θυμάσαι, μάνα, το δέντρο που είχαμε παλιά στην [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b3%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1-1821/">Γράμμα στη μάνα  (διήγημα «1821»)</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">6</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span><p style="text-align: justify;"><strong>Από τη Βίκη Κοσμοπούλου</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Μάνα,</p>
<p style="text-align: justify;">Σου γράφω γιατί ντρέπουμαι και μοναχά σε σένα μπορώ να τα πω. Φοβούμαι, μάνα, φοβούμαι πολύ. Και ντρέπουμαι για μένα, και ντρέπουμαι τους άλλους που είναι γενναίοι. Δεν είμαι γενναίος, μάνα, αλλά λογίζουμαι για ήρωας. Τα βράδια λουφάζω κάτου από ένα δέντρο. Θυμάσαι, μάνα, το δέντρο που είχαμε παλιά στην αυλή δίπλα στον στάβλο; Τέτοιο είναι. Και κάθουμαι και σκέφτουμαι, τότες που ήμουνα πιο παιδί απ’ ό,τι είμαι τώρα, που είχες γελάσει σαν είχα σκιαχτεί με τ’ άλογο. Θυμάσαι; Χλιμίντρισε κι εγώ πετάχτηκα ως απάνου, κι εσύ χαμογέλασες και αρχίνησες να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Τα βράδια κάθουμαι και συλλογίζουμαι εσένα και το σπίτι. Και στα ονείρατά μου έρχουνται ανάκατα η εικόνα σου και ο θόρυβος της μάχης. Θόρυβος, μάνα. Θέλω να κλείνω τ’αυτιά μου. Δεν βαστάω άλλο. Θέλω ν’ ακούω το νανούρισμα απ’ το στόμα σου και να κοιτάζουμε τ’ αστέρια από την πίσω αυλή. Μεγάλωσε η μπουρνελιά μου, μάνα; Θέλω να πάρω αέρα, να ανασάνω. Πνίγουμαι. Φοβούμαι, μάνα, πως δεν είμαι άξιος να είμαι σ’ ευτούνο εδώ τον πόλεμο. Θέλω να σηκώσω το ανάστημά μου, μα δεν μπορώ. Δεν ξέρω αν το λέει η ψυχή μου. Βλέπω τους άλλους κι εγώ δεν βρίσκω τ’ αγρίμι μέσα μου. Γιατί δεν θέριεψες τ’ αγρίμι που θέλει φτούνη η τρέλα, μάνα; Κοιμάται το αγρίμι. Νανουρίστηκε κι αυτό μαζί με μένα κείνες τις νυχτιές άραγε στην πίσω αυλή;</p>
<p style="text-align: justify;">Σου γράφω κ’ είναι γλυκοχάραμα. Μόνο εγώ είμαι ξυπνητός και δεν με πιάνει ύπνος. Ψες γλεντοκοπούσαν εδώ τα παλικάρια. Κατατρούπωσαν τον οχτρό. Δεν βάζω κι εμένανε μέσα. Κρυβόμουνα περισσότερο, μάνα, παρά πολέμαγα. Δεν πρέπει να γλεντάω εγώ, σε μένανε δεν πρέπει η χαρά, μονάχα η ντροπή. Αίμα παντού, μάνα, αίμα και βογκητά. Θυμάσαι που γένναγε η γελάδα, μάνα; Τέτοια μουγκρητά που μου τρυπούνε το κεφάλι. Να φύγω, μάνα, να φύγω, αλλά λογίζουμαι για γενναίος και μένω μαζί με τους άλλους. Και σαν σταμάτησε η μάχη και φάγανε και ήπιανε, ρίξανε τρεις μπαταριές. Γλεντάνε τον θάνατο, μάνα. Θυμάσαι τότες που πέθανε το γαϊδουράκι μου κι έκλαιγα στο κατώγι; Κι ήρθες εσύ και μου χαμογέλασες και αρχίνησες να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά; Έτσι κλαίω και τώρα, μάνα.</p>
<p style="text-align: justify;">Το βράδυ ονειρεύτηκα πως ήμασταν στο χτήμα και ο πατέρας μου ήρθε σαν πνεύμα και μας ηύρε. Ήτανε όπως τονε θυμάσαι, αλλά χωρίς μουστάκι, κ’ έβγαλε από το ταγάρι του και μου έδωκε ένα καριοφίλι. «Πάρ’ το» μου λέει, «για σένα είναι αυτό, μωρέ!» και γω δεν το πήρα, μάνα. Τόνε κοίταγα στα μάτια κι έκλαιγα από την ντροπή μου. Τότες εκείνος, λέει, πέταξε το μαραφέτι στο χώμα κι έφυγε. Ντροπιάζω και τον πατέρα, μάνα. Εκείνος ήτανε πραγματικά γενναίος. Εκείνος κοίταγε τον οχτρό στα ίσα. Κι όλοι εδώ που τόνε ξέρανε για κείνονε μου λένε και μου βαράνε την πλάτη. Βάρος, μάνα, βάρος είναι για μένα ακόμα και ο θάνατος του πατέρα. Δεν είμαι σαν κι εκείνονε, ποτές δεν θα γίνω, αν προλάβω να γίνω μεγάλος. Φοβούμαι, μάνα, μην μείνω στον τόπο και με λογαριάσουνε για γενναίο.</p>
<p style="text-align: justify;">Σου γράφω κ’ είναι γλυκοχάραμα. Μόνο εγώ είμαι ξυπνητός και δεν με πιάνει ύπνος. Ψες γλεντοκοπούσαν εδώ τα παλικάρια. Κατατρούπωσαν τον οχτρό. Δεν βάζω κι εμένανε μέσα. Κρυβόμουνα περισσότερο, μάνα, παρά πολέμαγα. Δεν πρέπει να γλεντάω εγώ, σε μένανε δεν πρέπει η χαρά, μονάχα η ντροπή.</p>
<p style="text-align: justify;">Είπαν θα κινήσουμε για την Τριπολιτσά. Έχουμε μαζί μας τον Κολοκοτρώνη. Θυμάσαι, μάνα, που είχε έρθει να ιδεί τον πατέρα ένα πρωί; Κι ήμουνα και γω, μικρό παιδάκι τότες, και με σήκωσε από κάτου που είχα πέσει και είπε: «Δεν πέφτουνε οι γενναίοι. Κι αν πέσουνε ξανασηκώνουνται μοναχοί τους». Προψές με κοίταξε και σαν να είδε μέσα μου. Ήρθε και με βρήκε. Μου μίλησε για τον πατέρα και μου ’πε πως οι γενναίοι κάποτε πέφτουνε και οι γιοι τους πρέπει να τους αναστήσουν. Από μένα, λέει, θ’ αναστηθεί ο πατέρας. Τ’ ακούς, μάνα; Μ’ έπιασε απ’ τους ώμους και με σταυροφίλησε. Κι εγώ σκεφτόμουνα το τελευταίο Πάσχα που σταυροφιλιόντουσαν όλοι και γλεντάγανε που έβραζε κρυφά φτούνη η επανάσταση. Τώρα κείνος περιμένει να μ’ έχει δίπλα του στην Τριπολιτσά. Δεν βαστάω να είμαι κοντά του. Φοβούμαι ότι θα κιοτέψω και θα ντροπιαστώ.</p>
<p style="text-align: justify;">Ανάθεμα στον θάνατο, μάνα, ανάθεμα. Κοιτάω τ’ άρματα που είναι πιο βαριά από μένανε και έχω σφίξιμο στα στήθια. Και το μπαρούτι να μυρίζει και να μου τρυπάει τα ρουθούνια και να μην μπορώ να πάρω ανάσα. Αέρα, μάνα, αέρα ν’ ανασάνω. Όπως ανάσανα, όταν μου ’βγαλες κείνο το στραγάλι που μου ’χε κάτσει στον λαιμό. Θυμάσαι; Και μετά αρχίνησες να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Αυτό σκέφτουμαι όταν φωνάζουν για να ριχτούν στη μάχη. Έχω κόψει μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου, μάνα, που έχει πάνω το χάδι σου. Την έχω χώσει στο ταγάρι μου και την έχω σαν φυλαχτό. Έτσι σαν κινήσουμε για την Τριπολιτσά με τους άλλους θα είσαι και συ μαζί μου.</p>
<p style="text-align: justify;">Μάνα, κάτι παράξενο συνέβηκε. Μέρες πριν, ούτε ξέρω πόσες είναι να σου πω, στη μάχη που κάναμε ήρθα σώμα με σώμα μ’ ένα Τουρκόπουλο. Ήταν πάνου κάτου στα χρόνια μου και είχαμε τα ίδια μάτια. Μέσα στο βουητό σταματήσαμε και κοιταχτήκαμε. Έκανε τάχατες πως με τρυπάει με το σπαθί του. Το ίδιο έκανα και γω και πέσαμε χάμου κάνοντας τους λαβωμένους. Μου ψιθύρισε τ’ όνομά του. Μαχμούτ τονε λέγανε. Γύρισα του ’πα και το δικό μου. Του ’δωκα το φυλαχτό που μου ’δωκες να τονε προσέχει κι εκείνος μου ’βαλε στο χέρι το δικό του. Σύρε, μάνα, κι άναψε ένα κερί για τον Μαχμούτ. Μπορεί και η δικιά του μάνα να κάνει μια προσευχή για μένανε. Από κείνη τη μάχη δεν είναι πως ντρέπουμαι λιγότερο, αλλά ξέρω πως υπάρχει και ο Μαχμούτ που είναι ίδιος σαν και του λόγου μου. Κι ίσως, σαν τελειώσει φτούνη η τρέλα και ζήσουμε, κάτσουμε κάτου από έναν πλάτανο και μιλήσουμε με τα μάτια και αγκαλιαστούμε και κλάψουμε.</p>
<p style="text-align: justify;">Θυμάσαι, μάνα, που φοβόμουνα το σκοτάδι; Έτσι φοβούμαι και τώρα και θέλω να ’ρθω να κουρνιάσω στην ποδιά σου, και συ να μου χαμογελάσεις και ν’ αρχινήσεις να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Τα βράδια που σιγοκαίει η φωτιά σκέφτουμαι το λυχνάρι που άναβες στην κάμαρή μου και έκλεινα τα μάτια μου και έβλεπα σε ονείρατα τις ιστορίες που μου έλεγες.</p>
<p style="text-align: justify;">Τι θ’ απογίνω, μάνα; Σαν με λαβώσει στ’ αληθινά ο οχτρός τι θ’ απογίνω; Τι πόνο θα σου δώκω; Μην κλάψεις, μάνα. Δεν είμαι άξιος για τα δάκρυά σου. Και τι θα πω στον πατέρα σαν τον ανταμώσω; Ότι δείλιασα μπροστά στα γιαταγάνια και δεν πολέμησα στα ίσα; Πως δεν μπόρεσα να τον αναστήσω με το αίμα του οχτρού; Δεν είμαι άξιος ζωντανός, δεν θα ’μαι άξιος ούτε στον άλλο κόσμο. Ατιμάζω το όνομα και την ανδρεία του. Τα κόκαλά μου θα ζέχνουν φόβο και προδοσία. Θυμάσαι, μάνα, που φοβόμουνα το σκοτάδι; Έτσι φοβούμαι και τώρα και θέλω να ’ρθω να κουρνιάσω στην ποδιά σου, και συ να μου χαμογελάσεις και ν’ αρχινήσεις να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Τα βράδια που σιγοκαίει η φωτιά σκέφτουμαι το λυχνάρι που άναβες στην κάμαρή μου και έκλεινα τα μάτια μου και έβλεπα σε ονείρατα τις ιστορίες που μου έλεγες.</p>
<p style="text-align: justify;">Τώρα εδώ, λένε, ότι εμείς γράφουμε την ιστορία. Ο Κολοκοτρώνης λέει ότι βαφτιζούμαστε με αίμα για την ελευθερία της πατρίδας. Τ’ ακούς, μάνα; Ξαναβαφτίζουμαι με αίμα. Αίματα παντού. Κι έχω λερώσει τη φορεσιά μου. Να το ξέρεις, μάνα, έχω επάνου μου το αίμα το δικό μας και του οχτρού. Όλα τα αίματα μαζί. Το ένα πάνου στο άλλο. Αλίμονο. Εγώ που τα αίματα τρέμω πιο πολύ απ’ όλα. Θυμάσαι, μάνα, που έπεσα και χτύπησα και όλο τρέχανε αίματα στα πόδια μου και έτρεμα, και συ μου χαμογέλασες και αρχίνησες να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά; Έτσι τρέμω και τώρα και θέλω να φύγω από δω χάμου. Να ’ρθω να πλύνεις τη φορεσιά μου και με τ’ απόνερα να ποτίσεις την μπουρνελιά μου, να μεγαλώσει κι αυτή με αίμα. Και σαν θα τρώω τις μπουρνέλες να θυμούμαι τη δειλία μου και να μπαίνει όλο και πιο βαθιά μέσα μου η ντροπή, μέρα τη μέρα. Το ξέρω, σε πικραίνω, μάνα.</p>
<p style="text-align: justify;">Έχει χαράξει για τα καλά. Τ’ άλογα έχουν αρχινήσει και χλιμιντράνε. Μυρίζουνε, λένε, τον οχτρό. Ο ήλιος έχει βαρέσει απάνου στο βουνό. Θα κινήσουμε για την Τριπολιτσά σε λίγο και κει τι θα γενεί δεν ξέρω. Θέλω να ξέρεις όμως τούτο. Θέλω να ζήσω. Θέλω να δω τον ήλιο πολλές φορές ακόμα. Θέλω να βγω ζωντανός από φτούνη την κόλαση που μου καίει τα σωθικά. Έχω ιδεί τόσα παλικάρια να πεθαίνουνε, αληθινά παλικάρια, με φωτιά στα μάτια να καίγουνται για αίμα που μυρίζει λευτεριά. Τη θέλω και γω τη λευτεριά, δεν είναι πως δεν τη θέλω, αλλά δεν είμαι φτιαγμένος για αίμα. Κι αυτό θα με στοιχειώνει, μάνα, αν ζήσω. Θα ζω με το αίμα των άλλων, των γενναίων, και την ντροπή μου. Μα η ζωή είναι γλυκιά. Έτσι δεν μου ’λεγες, μάνα; Η ζωή είναι γλυκιά σαν τις μπουρνέλες που τρώγαμε το καλοκαίρι.</p>
<p style="text-align: justify;">Θέλω να ξέρεις κάτι που δεν σου ’χω πει ποτές, γιατί μπορεί να μην ανταμώσουμε ξανά. Όταν ήμουνα μικρός, πιο μικρός από ό,τι είμαι τώρα, σου ’χα γράψει ένα γράμμα. Το ’χω κρύψει στον στάβλο ανάμεσα στις σανίδες, εκεί που βάζουμε το σαμάρι. Αν δεν ζήσω να πας να το γυρέψεις. Αν όχι θα σ’ τα πω εγώ σαν ανταμώσουμε. Σου υπόσχομαι, μάνα, ότι θα γυρίσω και θα σ’ τα πω εγώ, και συ θα μου χαμογελάσεις και θ’ αρχινήσεις να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Γιατί πάντα αυτό έκανες, μάνα. Θα πολεμήσω, μάνα. Θα προσπαθήσω να πολεμήσω. Θα προσπαθήσω να μην φοβούμαι. Θα προσπαθήσω να μην ντρέπουμαι για μένα. Θα προσπαθήσω να μην ντρέπουμαι τα παλικάρια. Θα προσπαθήσω να είμαι ήρωας, κι ας μην είμαι γενναίος. Θα προσπαθήσω για κείνο το χαμόγελό σου και το χάδι στα μαλλιά.</p>
<p style="text-align: right;">Έχε γεια<br />
Ο γιος σου</p>
<p>___________________________________________________________________</p>
<p style="text-align: justify;"><em>Διήγημα που διακρίθηκε στον διαγωνισμό «200 χρόνια τώρα&#8230;», με θέμα «200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση», που συνδιοργάνωσαν η Book Press με τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Τα διηγήματα που ξεχώρισαν θα κυκλοφορήσουν σε e-book από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.</em></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b3%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1-1821/">Γράμμα στη μάνα  (διήγημα «1821»)</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.psychografimata.com/%ce%b3%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1-1821/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ιστορίες εγκλεισμού</title>
		<link>https://www.psychografimata.com/%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%b5%ce%b3%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%8d/</link>
					<comments>https://www.psychografimata.com/%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%b5%ce%b3%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%8d/#disqus_thread</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ρεβέκκα Τσοχαντάρη]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 24 Apr 2021 04:45:10 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Newsletter]]></category>
		<category><![CDATA[Βιβλιοθεραπεία]]></category>
		<category><![CDATA[Διηγήματα online]]></category>
		<category><![CDATA[διασπορά του κοροναϊού]]></category>
		<category><![CDATA[εγκλεισμός]]></category>
		<category><![CDATA[ενσυνειδητότητα]]></category>
		<category><![CDATA[ημερολόγιο]]></category>
		<category><![CDATA[κοροναϊός]]></category>
		<category><![CDATA[μένουμε σπίτι]]></category>
		<category><![CDATA[συναίσθημα]]></category>
		<category><![CDATA[χρόνος]]></category>
		<category><![CDATA[ψυχολογια]]></category>
		<category><![CDATA[ψυχολόγος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.psychografimata.com/?p=52210</guid>

					<description><![CDATA[<p><span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">4</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span> Από την Χρυσαυγή Τσώλα, Ψυχολόγο &#8211; Συστημική ψυχοθεραπεύτρια 23 Μαρτίου 2020: Πρώτη μέρα από τον δεκαπενθήμερο (τουλάχιστον) υποχρεωτικό εγκλεισμό στα σπίτια μας &#8211; μέτρο για την πρόληψη εξάπλωσης του Κορονοϊού. Υπόλοιπο: 14 μέρες. Παρατηρώ το βλέμμα μου το οποίο αρχίζει να εστιάζει σε μικρά σημεία αντικειμένων του σπιτιού. Στη γωνία του καναπέ, στα πόδια του [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%b5%ce%b3%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%8d/">Ιστορίες εγκλεισμού</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">4</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span><p><strong>Από την Χρυσαυγή Τσώλα, </strong><strong>Ψυχολόγο &#8211; Συστημική ψυχοθεραπεύτρια</strong></p>
<p><strong>23 Μαρτίου 2020</strong>: Πρώτη μέρα από τον δεκαπενθήμερο (τουλάχιστον) υποχρεωτικό εγκλεισμό στα σπίτια μας &#8211; μέτρο για την πρόληψη εξάπλωσης του Κορονοϊού. Υπόλοιπο: 14 μέρες.</p>
<p>Παρατηρώ το βλέμμα μου το οποίο αρχίζει να εστιάζει σε μικρά σημεία αντικειμένων του σπιτιού. Στη γωνία του καναπέ, στα πόδια του τραπεζιού, στο πόμολο της πόρτας. Η εικόνα τεμαχίζεται. Υπάρχουν μόνο μέρη. Το σύνολο χάνεται. Η οπτική συρρικνώνεται. Είναι άραγε ένας τρόπος να πω στον εαυτό μου ότι ανοίγοντας με αργούς ρυθμούς το βλέμμα, κάθε στιγμή θα έχω τη δυνατότητα να αντικρίζω κάτι καινούριο; Από το μυαλό μου περνούν αφηγήσεις θεραπευόμενων που έχουν βιώσει ακούσιο εγκλεισμό σε ψυχιατρικές κλινικές. Πως να μοιάζει αυτή η ακραία αποστέρηση; Ποια εικόνα θα την περιέγραφε;</p>
<p>Το βλέμμα μου επανέρχεται συνέχεια σε ένα μέρος του καλοριφέρ. Φαντάζομαι ανάμεσα στα κενά του, σφηνωμένη μία ουκρανική κούκλα που έχω πάνω στο τραπέζι… Κάπως έτσι δημιουργείται η πρώτη εικόνα στο μυαλό μου και οι πρώτες σκέψεις γι’ αυτό το πρότζεκτ με θέμα τις επιπτώσεις του εγκλεισμού. Κάθε φωτογραφία &#8211; τραβηγμένη μέσα στο σπίτι μου &#8211; θα εξιστορεί και ένα βίωμα εγκλεισμού. Έναν εγκλεισμό, όπως μπορώ να τον καταλάβω και να τον νιώσω, από αφηγήσεις ανθρώπων που τον βίωσαν, από βιβλία και από ταινίες. Έναν εγκλεισμό σκληρό, ολοκληρωτικό, τραυματικό, που αφήνει για πάντα ένα ίχνος στην ψυχή. Όσο για τον δικό μου δεκαπενθήμερο εγκλεισμό… η εξαίρεση με αριθμό 6 (κίνηση με κατοικίδιο ζώο), μου επέτρεψε να δω πολύ ουρανό.<em> </em></p>
<p><strong><em>Ατέρμονη επανάληψη</em></strong></p>
<p><img class="wp-image-52211 alignnone" src="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture1-300x192.jpg" alt="" width="699" height="448" srcset="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture1-300x192.jpg 300w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture1.jpg 468w" sizes="(max-width: 699px) 100vw, 699px" /></p>
<p>Μία από τις συνθήκες του εγκλεισμού είναι η επαναληψιμότητα και η ανάγκη να υπερβώ τον χρόνο, να τον ξεπεράσω. Ο Χρόνης Μίσσιος περιγράφει αυτή τη βασανιστική μάχη με τον χρόνο «…σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ&#8217; την αρχή».</p>
<p><strong><em>Εγώ και ο εαυτός μου</em></strong></p>
<p><img class="wp-image-52212 alignnone" src="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture2-300x250.jpg" alt="" width="350" height="292" srcset="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture2-300x250.jpg 300w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture2.jpg 382w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p>Η κατασκευή ενός μη σχεσιακού εαυτού είναι μία φυσική συνέπεια του εγκλεισμού. Συγκροτείται ένα υποκείμενο όπου η μόνη αντανάκλαση που μπορεί να δει, είναι εκείνη του εαυτού του. Ένας ψυχισμός αποκομμένος είναι ένας ψυχισμός σε σύγχυση. Πέρα από την αντανάκλασή μου στον καθρέφτη, είναι αναγκαία και η αντανάκλασή μου στα μάτια των άλλων, για να συγκροτήσω κάτι παραπάνω από τη μορφή της φιγούρας μου. Για να υπάρξω.</p>
<p><strong><em>Κενό</em></strong></p>
<p><img class="alignnone wp-image-52213" src="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture3-300x169.jpg" alt="" width="701" height="395" srcset="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture3-300x169.jpg 300w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture3.jpg 467w" sizes="(max-width: 701px) 100vw, 701px" /></p>
<p>Στρυμωγμένη ανάμεσα σε άχρωμους τοίχους και έχοντας χάσει πολλά, προσπαθώ να μη χάσω εμένα. Έξω, κανείς. Ένα εσωτερικό κενό όλο και μεγαλώνει. Μέσα, σχεδόν κανείς.</p>
<p><strong><em>Βουβές κραυγές</em></strong></p>
<p><img class="alignnone wp-image-52214" src="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture4-300x169.jpg" alt="" width="707" height="398" srcset="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture4-300x169.jpg 300w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture4.jpg 468w" sizes="(max-width: 707px) 100vw, 707px" /></p>
<p>Ακολουθούν κραυγές αγωνίας, εγκατάλειψης, μοναξιάς. Αλλά κραυγές χωρίς ήχο αφού κανείς δεν είναι εκεί να τις ακούσει. Ο ¨άλλος¨ δεν υπάρχει, δε συν-παρίσταται.<em> </em></p>
<p><strong><em>Η ζωή…κάπου εκεί έξω..</em></strong></p>
<p><img class=" wp-image-52215 alignnone" src="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture5-300x275.png" alt="" width="350" height="321" srcset="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture5-300x275.png 300w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture5-768x703.png 768w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture5-655x600.png 655w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture5-696x637.png 696w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture5-459x420.png 459w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture5.png 973w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p>Στην πορεία, φτάνω να ξεχάσω πώς είναι να ζει κανείς. Αν είμαι τυχερή-ή και άτυχη-βρίσκω μια χαραμάδα….</p>
<p><img class=" wp-image-52217 alignnone" src="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture6-300x300.jpg" alt="" width="350" height="350" srcset="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture6-300x300.jpg 300w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture6-150x150.jpg 150w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture6-420x420.jpg 420w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture6.jpg 461w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p>…και παρατηρώ από μακριά όλα τα χρώματα εκεί έξω, τα οποία δημιουργούν μία θλιβερή αντίθεση με τη δική μου ασπρόμαυρη ζωή. Νιώθω ότι απουσιάζω τόσο πολύ «που μοιάζει σαν από πάντα και μία μέρα» [James Riley].</p>
<p><strong><em>Κατακερματισμός εαυτού</em><em> </em></strong></p>
<p><img class="alignnone wp-image-52216" src="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture7-300x300.jpg" alt="" width="350" height="350" srcset="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture7-300x300.jpg 300w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture7-150x150.jpg 150w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture7-420x420.jpg 420w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture7.jpg 467w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p>Τελικά διαλύομαι σε κομμάτια. Οι διάφορες πτυχές μου δε μπορούν να συντεθούν. Το παζλ δε μπορεί να ολοκληρωθεί γιατί κάποια κομμάτια χάθηκαν και άλλα, με τον καιρό, έχουν φθαρεί. Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω και την ίδια μου την εικόνα.</p>
<p><em>Ιδρυματισμός</em></p>
<p><img class="alignnone wp-image-52218" src="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture8-300x157.jpg" alt="" width="730" height="382" srcset="https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture8-300x157.jpg 300w, https://www.psychografimata.com/wp-content/uploads/2020/04/Picture8.jpg 467w" sizes="(max-width: 730px) 100vw, 730px" /></p>
<p>Φτάνει η μέρα που μπορώ να βάλω το χέρι μου στην πόρτα, να γυρίσω το κλειδί και, ανοίγοντας, να δω όλα αυτά τα χρώματα από κοντά. Αξίζει όμως την αναστάτωση μία τέτοια κίνηση; Αφού ένα κάποιο χρώμα φαίνεται να το βρήκα και δω μέσα.</p>
<p>…Τι ωραία λουλούδια! Μαραμένα μεν, αλλά λουλούδια.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%b5%ce%b3%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%8d/">Ιστορίες εγκλεισμού</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.psychografimata.com/%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%b5%ce%b3%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%8d/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το Λάστιχο</title>
		<link>https://www.psychografimata.com/%cf%84%ce%bf-%ce%bb%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%87%ce%bf/</link>
					<comments>https://www.psychografimata.com/%cf%84%ce%bf-%ce%bb%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%87%ce%bf/#disqus_thread</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[syntaktis4]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 15 Nov 2020 07:10:34 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Newsletter]]></category>
		<category><![CDATA[Βιβλιοθεραπεία]]></category>
		<category><![CDATA[Διηγήματα online]]></category>
		<category><![CDATA[online]]></category>
		<category><![CDATA[διαδικτυακό]]></category>
		<category><![CDATA[διηγημα]]></category>
		<category><![CDATA[διήγημα on line]]></category>
		<category><![CDATA[διήγημα online]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.psychografimata.com/?p=54189</guid>

					<description><![CDATA[<p><span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">3</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span> Γράφει η  Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου* Τ’ αυτοκίνητο βρωμάει τσίπουρο, ούτε μεθυσμένο να ‘ταν. Ο Άρης παίρνει τις στροφές απότομα κι όλο και πέφτει μέσα στις λακκούβες του δρόμου. Μου ‘ρχεται αναγούλα. Πάλι τα ‘πιε. Στο γνωστό ταβερνάκι, δίπλα απ’ το λογιστικό γραφείο του, με τα φιλαράκια του. Του ρίχνω κλεφτές ματιές προσπαθώντας να κρατηθώ ανέκφραστη. Αν [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%cf%84%ce%bf-%ce%bb%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%87%ce%bf/">Το Λάστιχο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">3</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span><p><strong>Γράφει η  Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου*</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Τ’ αυτοκίνητο βρωμάει τσίπουρο, ούτε μεθυσμένο να ‘ταν. Ο Άρης παίρνει τις στροφές απότομα κι όλο και πέφτει μέσα στις λακκούβες του δρόμου. Μου ‘ρχεται αναγούλα. Πάλι τα ‘πιε. Στο γνωστό ταβερνάκι, δίπλα απ’ το λογιστικό γραφείο του, με τα φιλαράκια του.</p>
<p style="text-align: justify;">Του ρίχνω κλεφτές ματιές προσπαθώντας να κρατηθώ ανέκφραστη. Αν υπαινιχθώ  το παραμικρό, είναι ικανός να μετατρέψει τ’ αυτοκίνητο σ’ αεροπλάνο. Για να μου τη σπάσει. Κατεβάζω το παράθυρο. Λίγο. Ίσα ίσα.</p>
<p>Χτυπάει το κινητό μου. Το σηκώνω. «Ναι, ναι, Γρηγόρη. Όλα καλά. Ευχαριστώ και πάλι. Ευχαριστώ πολύ. Καλό βράδυ».</p>
<p>«Ο Γρηγόρης ο χήρος; Ο δασκαλάκος; Και γιατί τον ευχαριστείς, και πολύ κιόλας;» λέει ο Άρης.</p>
<p>«Α, δεν πρόλαβα να στο πω&#8230;»</p>
<p>Με κοιτάζει. «Τι να μου πεις;»</p>
<p>«Το πρωί, όπως πήγαινα στο σχολείο με τη Θάλεια, να, έπαθα λάστιχο».</p>
<p>«Λάστιχο; Και μου το λες τώρα;»</p>
<p>«Είχα και τη φίλη της τη Μαρία, την κόρη του Γρηγόρη μαζί. Και το Γρηγόρη δηλαδή. Είχε τ’ αυτοκίνητό του στο συνεργείο και&#8230;»</p>
<p>«Εσένα βρήκε να τους πας σχολείο; Ο πονηροδασκαλάκος», λέει κάτω απ’ τα μουστάκια του. Λακκούβα ξανά.  «Εμ, βέβαια, έτσι που οδηγάει, θα το τσάκισε το Φιατάκι του». Γελάει.</p>
<p>«Όχι, για το τακτικό του σέρβις το πήγε».</p>
<p>«Μάλιστα&#8230; Και;»</p>
<p>«Ε, να, καθώς κατεβαίναμε τη Βουλιαγμένης, ακούμε ένα μπάμ και τ’ αυτοκίνητο άρχισε να κάνει ζιγκ ζαγκ. Τρόμαξα τόσο.  Καμιά πρόκα θα πάτησα, ποιος ξέρει&#8230;»</p>
<p>«Έτσι που οδηγάς εσύ&#8230; Μήπως το πέταξες σε κάνα πεζοδρόμιο;»</p>
<p>«’Οχι, όχι, τίποτα τέτοιο. Μετά σταμάτησα στον παράδρομο, έξω απ’ τον Σκλαβενίτη και τί να δούμε, το λάστιχο είχε γίνει πίτα. Ευτυχώς που ήταν κι ο Γρηγόρης εκεί». Σταυρώνω τα χέρια μου μπροστά μου.</p>
<p>«Γιατί; Έσκυψε και το φούσκωσε;» Γελάει. «Τι να κάνει αυτός, βρε; Ένα ‘φου’ να του κάνεις και πέφτει χάμω. Φαντάζομαι τη μούρη του. Πώς δεν έπαθε έμφραγμα να τρέχετε πρωί πρωί». Λακκούβα πάλι. Το γέλιο του κούφιο.</p>
<p>«Κι όμως. Το έβγαλε, έβαλε στη θέση του τη ρεζέρβα και το πήγαμε ως το βουλκανιζατέρ στην Κύπρου, ξέρεις, απέναντι απ’ το Δημαρχείο».</p>
<p>«Γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο; Γιατί εκεί; Εγώ θα σου πω σε ποιο βουλκανιζατέρ θα πας, όχι αυτός ο τζιτζιφιόγκος».</p>
<p>«Μα, σ’ έπαιρνα, χτυπούσε, αλλά δεν απαντούσες. Πήρα πολλές φορές».</p>
<p>«Ναι, καλά. Δεν είδα καμία κλήση σου εγώ».</p>
<p>«Αλήθεια&#8230;»</p>
<p>«Πόσα σου πήρε αυτός ο κλέφτης;»</p>
<p>«Είκοσι ευρώ».</p>
<p>«Είκοσι ευρώ; Σ’ έκλεψε. Τι σου είπα; Σ’ είδε γυναίκα, χαζή κι ανίδεη και σ’ έκλεψε». Μ’ αγριοκοιτάζει. «Ένα μπαλωματάκι δεν έκανε, ε; Ένα απλό μπαλωματάκι. Δεν στ’ άλλαξε κιόλας».</p>
<p style="text-align: justify;">Σκύβω το κεφάλι μου και το κουνάω καταφατικά. Σύμφωνα με τον Άρη, όλοι οι άντρες που συναντώ σ’ αυτή τη ζωή θέλουν ή να με πιάσουν γκόμενα ή να με κλέψουν. «Μα, τι να ‘κανα; Να τ’ άφηνα έτσι;»</p>
<p>«Χτυπάει με τη μπουνιά του το τιμόνι. «Ναι, ναι γαμώτο μου. Να τα ‘φηνες έτσι, στην άκρη του δρόμου. Και να μ’ έπαιρνες τηλέφωνο».</p>
<p>«Μα, σε πήρα. Έκανα πολλά τηλέφωνα. Δες τις κλήσεις σου».</p>
<p style="text-align: justify;">«Τι να δω, μωρή;  Καμιά κλήση από σένα δεν έχω. Μερικές άγνωστες μόνο. Ξέρεις ότι δεν απαντάω σε άγνωστες κλήσεις. Να, κοίτα&#8230;» Μου πετάει το κινητό στο κεφάλι. Πονάω αλλά ευτυχώς προλαβαίνω και το πιάνω πριν χτυπήσει το τζάμι ή πέσει κάτω και τότε… ποιος με σώζει.</p>
<p style="text-align: justify;">«Μπορεί να μην είχε σήμα ή να μπλόκαρε, δεν ξέρω», λέω, καταπίνοντας ένα λυγμό.</p>
<p style="text-align: justify;">Κι άλλη απότομη, δεξιά στροφή. Κρατιέμαι απ’ το χερούλι της πόρτας μ’ όλη μου τη δύναμη και καταφέρνω να μη γείρω ούτε εκατοστό προς το μέρος του. Κρατάω το τηλέφωνο στην ιδρωμένη μου παλάμη κι αυτό βρωμάει τσίπουρο και τσιγάρο. Το κρατάω, αλλά δεν το ανοίγω. Δεν έχω κάτι να ελέγξω. Άλλωστε, δεν έχει σημασία. Να του πω ότι είχα ξεχάσει σπίτι το κινητό μου το πρωί και τον έπαιρνα απ’ το τηλέφωνο του Γρηγόρη;</p>
<p style="text-align: justify;">Το κινητό του Γρηγόρη ήταν πεντακάθαρο. Και δεν μύριζε καθόλου άσχημα. Ακόμα και η Θάλεια το παρατήρησε. Και μου το ‘δωσε με τόση προθυμία, το χέρι του  απαλό χάδι  στο δικό μου. Κι η βόλτα αυτή ως το βουλκανιζατέρ μ’ αυτόν οδηγό, ήταν η καλύτερη που είχα κάνει ποτέ μου. Ήρεμη, σα βόλτα με βαρκούλα σε νερά λίμνης. Του είπα ότι ήμουν πολύ ταραγμένη για να οδηγήσω. Στο δρόμο μιλάγαμε, μιλάγαμε… Σε μια τόσο μικρή βόλτα και είπαμε τόσα πολλά, πώς χώρεσαν τόσες κουβέντες σ’ ένα διάστημα ενός τετάρτου, σα σποράκια σε βραγιά έπεφταν, ούτε που το καταλάβαμε, και δεν με διέκοπτε,  η φωνή του απαλά κυματάκια στη βάρκα μας, κι εγώ κράταγα σφιχτά την τσάντα μου όπου είχα το κινητό μου στο αθόρυβο. Όχι για πολύ. Ώσπου να φτάσουμε σπίτι, εγώ και το παιδί. Στο σπίτι που μας περιμένει. Στο σπίτι που μας αξίζει.</p>
<p>____________________________________________________________________</p>
<p style="text-align: justify;">Η  Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα ήσυχο, ορεινό χωριό του Ξηρομέρου (στο  οποίο ελπίζει να τα καταφέρει να αποσυρθεί μια μέρα και να συγκεντρωθεί στο γράψιμο ιστοριών, μακριά απ’ την πολύβουη πρωτεύουσα) και τώρα ζει στην Αθήνα με το σύζυγό της και τα δυο της παιδιά. Κατέχει πτυχίο στην Λογοτεχνία [BA (Hons) Literature] και μεταπτυχιακό στην Διημιουργική γραφή [MA in Creative Writing] απ’ το Lancaster University. Οι ιστορίες της έχουν δημοσιευτεί σε online και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά σε Ελλάδα και εξωτερικό.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%cf%84%ce%bf-%ce%bb%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%87%ce%bf/">Το Λάστιχο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.psychografimata.com/%cf%84%ce%bf-%ce%bb%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%87%ce%bf/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αληθινά Όνειρα</title>
		<link>https://www.psychografimata.com/%ce%b1%ce%bb%ce%b7%ce%b8%ce%b9%ce%bd%ce%ac-%cf%8c%ce%bd%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1/</link>
					<comments>https://www.psychografimata.com/%ce%b1%ce%bb%ce%b7%ce%b8%ce%b9%ce%bd%ce%ac-%cf%8c%ce%bd%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1/#disqus_thread</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Δήμητρα Διδαγγέλου]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 30 May 2020 06:21:30 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Βιβλιοθεραπεία]]></category>
		<category><![CDATA[Διηγήματα online]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.psychografimata.com/?p=53209</guid>

					<description><![CDATA[<p><span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">3</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span> Γράφει η Δήμητρα Διδαγγέλου * &#160; Έναν – δυο επαναλαμβανόμενους εφιάλτες είχα όταν ήμουν μικρή. Έχω υποψία και για έναν τρίτο με πανελλήνιες εξετάσεις, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι ήταν όνειρο. Στον πρώτο, λέει, μας είχαν δώσει οδηγίες να μείνουμε στα σπίτια μας και να μη βγαίνουμε καθόλου έξω. Έπρεπε να έχουμε ακόμα και τα [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b1%ce%bb%ce%b7%ce%b8%ce%b9%ce%bd%ce%ac-%cf%8c%ce%bd%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1/">Αληθινά Όνειρα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">3</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span><p><em>Γράφει η Δήμητρα Διδαγγέλου</em> <em>*</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p style="text-align: justify;">Έναν – δυο επαναλαμβανόμενους εφιάλτες είχα όταν ήμουν μικρή. Έχω υποψία και για έναν τρίτο με πανελλήνιες εξετάσεις, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι ήταν όνειρο.</p>
<p style="text-align: justify;">Στον πρώτο, λέει, μας είχαν δώσει οδηγίες να μείνουμε στα σπίτια μας και να μη βγαίνουμε καθόλου έξω. Έπρεπε να έχουμε ακόμα και τα παντζούρια κλειστά για να μη μας δει ο ήλιος. Ο κίνδυνος προερχόταν από τις ακτίνες του, τον αόρατο εχθρό. Μα, πώς μπορούσαμε να μην ερχόμαστε σ’ επαφή με τον ήλιο; Και πού θα έπαιζα; Πότε θα τελείωνε αυτό; Η μαμά μου, όπως πάντα, καθησυχαστική, μου έλεγε την κουβέντα βάλσαμο: «όλα είναι καλά». Και αυτό αρκούσε για να ηρεμήσω, την πίστευα.</p>
<p style="text-align: justify;">Αυτός ο εφιάλτης ερχόταν στον ύπνο μου μέχρι περίπου τα δώδεκά μου χρόνια. Ξεκίνησε όταν ήμουν πέντε χρονών,την ίδια εποχή με το Τσέρνομπιλ. Μετά το πυρηνικό ατύχημα, θυμάμαι να καλούν όλο το χωριό για εξέταση για να δουν εάν είχαμε απορροφήσει πυρηνική ενέργεια. Για καλή μου τύχη η απεσταλμένη ομάδα του ΠΑΚΟΕ που έκανε τις μετρήσεις είχε εγκατασταθεί ακριβώς κάτω από το σπίτι μου και τους επισκεπτόμουν συχνά. Όποτε μου καρφωνόταν στο μυαλό ότι είχα πάνω μου περίσσευμα πυρηνικής ενέργειας – δηλαδή κάθε μέρα-, στεκόμουν στα σκαλοπάτια του σπιτιού όπου έβγαινε το παράθυρο του ισογείου και κοιτούσα πότε θα αραιώσει ο κόσμος. Άλλες φορές περίμενα τριάντα λεπτά, άλλες δυο ώρες για να κατέβω και να σταθώ σε μια άκρη. Έβγαζα τα πάνινα παπούτσια μου, το ρολόι με τα μουστάκια του μίκυ μάους για δείκτες και τα μεταλλικά τσιμπιδάκια από τα μαλλιά χωρίς να χρειάζεται -επηρεασμένη από τη διαδικασία που έκανα όταν έβγαζα ακτινογραφίες για το άσθμα: άσχετο δηλαδή, αλλά για κάποιο λόγο είχαν γίνει ένα στο μυαλό μου. Μόλις με έβλεπε η υπεύθυνη, έσκυβε πάνω μου με τα στρογγυλά μητρικά στήθη της να προεξέχουν από το άνοιγμα του πουκαμίσου της, μου έστρωνε τα μαλλιά και μου έκανε νόημα να περάσω. «Όλα είναι καλά», μου έλεγε. Και αυτό μου αρκούσε για να ηρεμήσω, την πίστευα. Μέχρι την επόμενη μέρα.</p>
<p style="text-align: justify;">Ο δεύτερος εφιάλτης δεν έχω ιδέα με τι μπορεί να σχετιζόταν. Ερχόταν κι έφευγε κάπου μέσα σ’ όλα τα χρόνια του δημοτικού σχολείου. Αυτός περιλάμβανε την κατά ένα χρόνο μεγαλύτερή μου αδερφή, το κίτρινο ποδηλατάκι μας κι έναν δράκο ιδίου χρώματος. Τους βλέπω ακόμα μπροστά μου: η αδερφή μου πάνω στο ταλαιπωρημένο δίτροχο το οποίο στο όνειρο φαινόταν μικροσκοπικό σαν μινιατούρα, με τις βοηθητικές ρόδες να παραπαίουν δεξιά κι αριστερά σαν δυο γυαλιστερές ελίτσες που πάντοτε κατάφερναν να κρατήσουν την ισορροπία και πίσω της να τρέχει ο δράκος. Κανονικός δράκος, με γλώσσα που έβγαζε φωτιές, πτερύγια στην πλάτη και όλα τα σχετικά. Εγώ στεκόμουν στη γωνία του πεζοδρομίου που βρισκόταν κάτω από το σπίτι μας και την περίμενα με κομμένη την ανάσα (να σημειώσω ότι η γωνία ήταν η ίδια δίπλα από την είσοδο του γραφείου που μας εξέταζαν για τη ραδιενέργεια). Αν η αδερφή μου έφτανε μέχρι εκεί και κατάφερνε να στρίψει προς τη μεριά μου θα σωζόταν. Για κάποιο λόγο ο δράκος δεν μπορούσε να στρίψει σ’ εκείνη τη γωνία. Θεέ μου, τι αγωνία. Τι όνειρο κι αυτό. Ποτέ δεν έβλεπα το τέλος, δεν έφτανα μετά τη στροφή. Πάντοτε ξυπνούσα στο σημείο που έκανα νόημα με τα χέρια μου κι έδειχνα το δρόμο με κινήσεις αυτοκινούμενου ρομπότ που του τελειώνουν οι μπαταρίες.</p>
<p style="text-align: justify;">Σήμερα, παρ’ όλο που είναι πραγματικότητα το έτος 2020, σαν νούμερο μου ακούγεται φουτουριστικό. Σα να ανήκει στο μέλλον κι εκεί πρέπει να μείνει. Θυμάμαι την πρωτοχρονιά που μου έλεγε μια φίλη ότι επιτέλους ήρθε μια χρονιά που ακούγεται ελπιδοφόρα λόγω των ίδιων αριθμών που περιέχει. Και φαίνεται και οπτικά ωραίο το νούμερο, απαντούσα εγώ.</p>
<p style="text-align: justify;">Το όνειρο με τον εγκλεισμό στο σπίτι ήταν το πρώτο που μου ήρθε στο νου όταν άκουσα τον εθνικό μας επιστήμονα στις 6 το απόγευμα πριν από περίπου ένα μήνα να μας προετοιμάζει για την κατάσταση που θα είχαμε ν’ αντιμετωπίσουμε. Δεν ήρθε την ίδια τη στιγμή που άκουγα τις ανακοινώσεις και σίγουρα όχι στο συνειδητό νου. Έφτασε το βράδυ, στον ύπνο μου, σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση. Ήρθε για να μου αποδείξει ότι το προσωπικό ασυνείδητο μπορεί να γίνει συλλογικό και το αντίστροφο και πως ακόμα και αν δεν γίνει αμέσως αυτό, αξίζει να περιμένουμε μερικά χρόνια. Τώρα, δεν έχω παρά να περιμένω να έρθει η μέρα που θα ξυπνήσουν οι δράκοι και θα κυνηγήσουν την αδερφή μου κι εμένα και όλη την ανθρωπότητα. Εκτός και αν στη γωνία εμφανιστεί ο κύριος επιστήμων, πάντα η ώρα 6, και μας πει «όλα είναι καλά». Και αυτό θα αρκεί για να ηρεμήσουμε, θα τον πιστέψουμε.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em> * Πρώτη δημοσίευση στο<a href="https://booksitting.wordpress.com/" target="_blank" rel="noopener noreferrer"> Booksitting</a></em> στο πλαίσιο αφιερώματος &#8220;Μένουμε σπίτι και γράφουμε&#8221;</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b1%ce%bb%ce%b7%ce%b8%ce%b9%ce%bd%ce%ac-%cf%8c%ce%bd%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1/">Αληθινά Όνειρα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.psychografimata.com/%ce%b1%ce%bb%ce%b7%ce%b8%ce%b9%ce%bd%ce%ac-%cf%8c%ce%bd%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Δακρυσμένο χαμόγελο</title>
		<link>https://www.psychografimata.com/%ce%b4%ce%b1%ce%ba%cf%81%cf%85%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf-%cf%87%ce%b1%ce%bc%cf%8c%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf/</link>
					<comments>https://www.psychografimata.com/%ce%b4%ce%b1%ce%ba%cf%81%cf%85%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf-%cf%87%ce%b1%ce%bc%cf%8c%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf/#disqus_thread</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ρεβέκκα Τσοχαντάρη]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 22 Nov 2019 04:00:43 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Βιβλιοθεραπεία]]></category>
		<category><![CDATA[Διηγήματα online]]></category>
		<category><![CDATA[online]]></category>
		<category><![CDATA[διαδικτυακό]]></category>
		<category><![CDATA[διηγημα]]></category>
		<category><![CDATA[διήγημα on line]]></category>
		<category><![CDATA[διήγημα online]]></category>
		<category><![CDATA[Χριστίνα Κοσμοπούλου]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.psychografimata.com/?p=49435</guid>

					<description><![CDATA[<p><span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">2</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span> Της Χριστίνας Κοσμοπούλου* «Ευχαριστώ πολύ. Να σου φέρω κάτι άλλο;» ρώτησε χαμογελώντας. «Όχι κυρ-Βαγγέλη, σ’ ευχαριστώ. Θα φύγω να ξεκουραστείτε κι εσείς. Καλό βράδυ!» απάντησε ο τελευταίος πελάτης του μαγαζιού για απόψε και απομακρύνθηκε. Ο Βαγγέλης… Ο πιο καλοσυνάτος και αξιαγάπητος σερβιτόρος του νησιού. Είχε φανατικούς θαμώνες το μαγαζί, λόγω του Βαγγέλη. Κάποια στιγμή το [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b4%ce%b1%ce%ba%cf%81%cf%85%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf-%cf%87%ce%b1%ce%bc%cf%8c%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf/">Δακρυσμένο χαμόγελο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">2</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span><p><strong>Της Χριστίνας Κοσμοπούλου*</strong></p>
<p>«Ευχαριστώ πολύ. Να σου φέρω κάτι άλλο;» ρώτησε χαμογελώντας.<br />
«Όχι κυρ-Βαγγέλη, σ’ ευχαριστώ. Θα φύγω να ξεκουραστείτε κι εσείς. Καλό βράδυ!» απάντησε ο τελευταίος πελάτης του μαγαζιού για απόψε και απομακρύνθηκε.</p>
<p>Ο Βαγγέλης… Ο πιο καλοσυνάτος και αξιαγάπητος σερβιτόρος του νησιού. Είχε φανατικούς θαμώνες το μαγαζί, λόγω του Βαγγέλη. Κάποια στιγμή το αφεντικό του τον είχε απολύσει για ένα καλοκαίρι. Ήθελε να πιάσει τον παλμό της νεολαίας και είχε προσλάβει άλλους πιο εμφανίσιμους και νέους συναδέλφους του. Μα η απόπειρα αυτή απέτυχε παταγωδώς. Όλοι τον αναζητούσαν. Και σιγά-σιγά σταμάτησαν να πηγαίνουν στο μαγαζί και ξεκίνησαν να συχνάζουν στο σπίτι του για να πιουν τον καφέ τους και να συζητήσουν.</p>
<p>Όλοι ήθελαν τον Βαγγέλη για συντροφιά τους. Κι ας μιλούσε ελάχιστα. Άκουγε, αυτό είχε σημασία. Οι άνθρωποι τον ήθελαν πλάι τους, γιατί ήξερε να ακούει με τα μάτια του ανοιχτά και να χαμογελάει αληθινά από τα βάθη της ψυχής του. Και ο Βαγγέλης τους αγαπούσε πολύ τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και επέλεξε ένα επάγγελμα που του επέτρεπε να περνάει σχεδόν όλη τη μέρα του μαζί τους.</p>
<p>Οι μέρες που δεν δούλευε ήταν οι χειρότερές του. Ήταν εκείνες οι μέρες που κανείς δεν τον έβλεπε. Η πόρτα έμενε κλειδωμένη και τα παράθυρα κλειστά. Ήταν εκείνες οι μέρες που ξυπνούσε, αλλά δεν σηκωνόταν από το κρεβάτι. Και με το χαμόγελο από συνήθεια κολλημένο στο πρόσωπό του, ξεκινούσε να κλαίει. Ως το βράδυ. Βουβά… Βουβά και χαμογελαστά.</p>
<p>________________________________________________________________________</p>
<p><strong>*</strong>Η Χριστίνα Κοσμοπούλου γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1992 και μεγάλωσε στις Μυκήνες Αργολίδας. Σπούδασε Βιολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Έχοντας μια πηγαία αγάπη για τα βιβλία και τη λογοτεχνία, ξεκίνησε να γράφει από πολύ μικρή ηλικία. Έχει λάβει μέρος σε διαγωνισμούς ποίησης και διηγήματος με  σημαντικότερη διάκριση τη 2η θέση στον διαγωνισμό ποίησης “Ας σηκώσουμε το άπειρο” με το ποίημά της “Απόκρημνα μεσάνυχτα”. Κείμενα της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά και στο λογοτεχνικό blog “<a href="https://dual-nature.com/about-us/greek/" target="_blank" rel="noopener noreferrer">Dual Nature</a>” που συν-δημιούργησε με τον Παναγιώτη Μποζιονέλο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/%ce%b4%ce%b1%ce%ba%cf%81%cf%85%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf-%cf%87%ce%b1%ce%bc%cf%8c%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf/">Δακρυσμένο χαμόγελο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.psychografimata.com/%ce%b4%ce%b1%ce%ba%cf%81%cf%85%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf-%cf%87%ce%b1%ce%bc%cf%8c%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Smating</title>
		<link>https://www.psychografimata.com/smating/</link>
					<comments>https://www.psychografimata.com/smating/#disqus_thread</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ρεβέκκα Τσοχαντάρη]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 23 Oct 2019 04:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Βιβλιοθεραπεία]]></category>
		<category><![CDATA[Διηγήματα online]]></category>
		<category><![CDATA[online]]></category>
		<category><![CDATA[διαδικτυακό]]></category>
		<category><![CDATA[διηγημα]]></category>
		<category><![CDATA[διήγημα on line]]></category>
		<category><![CDATA[διήγημα online]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.psychografimata.com/?p=49167</guid>

					<description><![CDATA[<p><span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">7</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span> Γράφει η Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου* Η μαμά λέει ότι πρέπει ν’ αρχίσω να χτίζω το ‘εγώ’ μου, την ‘ταυτότητά’ μου και οι λέξεις της πέφτουν η μια πάνω στην άλλη προσεκτικά, αλλά με κρότο, σαν τουβλάκια λέγκο. Τώρα που μένω μόνος μου πρέπει, λέει, να κάνω ένα φάκελο με όλα τα χαρτιά μου, Αστυνομική ταυτότητα, Απολυτήριο Λυκείου, [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/smating/">Smating</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<span class="rt-reading-time" style="display: block;"><span class="rt-label rt-prefix">Χρόνος ανάγνωσης</span> <span class="rt-time">7</span> <span class="rt-label rt-postfix">΄</span></span><p><strong>Γράφει η Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου*</strong></p>
<p>Η μαμά λέει ότι πρέπει ν’ αρχίσω να χτίζω το ‘εγώ’ μου, την ‘ταυτότητά’ μου και οι λέξεις της πέφτουν η μια πάνω στην άλλη προσεκτικά, αλλά με κρότο, σαν τουβλάκια λέγκο. Τώρα που μένω μόνος μου πρέπει, λέει, να κάνω ένα φάκελο με όλα τα χαρτιά μου, Αστυνομική ταυτότητα, Απολυτήριο Λυκείου, Βεβαίωση ΑΜΚΑ, Βεβαίωση ΑΦΜ, Δίπλωμα Οδήγησης, Βιβλιάριο Υγείας, ακόμα και τ’ αποτελέμσατα όλων των ιατρικών εξετάσεων που έχω κάνει μέχρι τώρα κι αργότερα, όταν αποφοιτήσω με το καλό, το Πτυχίο Οικονομικών της ΑΣΟΕΕ. Σ’ αυτό το φάκελο θα είναι κλεισμένο το ‘εγώ’ μου, που θα παχαίνει και θα παχαίνει με τον καιρό, αλλά και που θα με διαχωρίζει απ’ τα άλλα ‘εγώ’ γύρω μου, θα με κάνει ‘μοναδικό’ και θα αποδεικνύει εμπράκτως και σαφώς την ύπαρξή μου μέσα στην κοινωνία, όπως αυτή θα επισφραγίζεται απ’ τα υπογεγραμμένα, επίσημα αυτά έγγραφα.</p>
<p>Εμένα μου ακούγεται σα να προσπαθεί να με κάνει ‘μια απ’ τα ίδια’, ένα απλό κομμάτι, ένα τουβλάκι μιας συνολικής κατασκευής λέγκο, που κάποιος ή κάποιοι το κινούν, του βρίσκουν θέση, του αλλάζουν θέση, το διαλύουν σε κομμάτια όποτε θέλουν και όποτε θέλουν πάλι, το συναρμολογούν με την ίδια ή διαφορετική διάταξη. Όλα τα τουβλάκια πανομοιότυπα, άντε ν’ αλλάξει λίγο το σχήμα ή το χρώμα, άντε να ‘χει λίγο πιο ανεβασμένο αιματοκρίτη, π.χ. κάποιος ή μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στο απολυτήριο Λυκείου, που αυτό δεν αποτελεί και πάντα αντικειμενικό κριτήριο της ευφυίας ή των ικανοτήτων τους. Κάποιες φορές αυτό εξαρτάται κι απ’ το πόσο καλά ξέρουν οι γονείς τους να ‘προσεγγίζουν’ τους καθηγητές και να τους ‘ανταμοίβουν’ για το ιερό τους λειτούργημα, με τα κατάλληλα υλικά ή προφορικά (γεμάτα κοσμητικά επίθετα) μέσα που στοχεύουν στα υψηλόφρονα αισθήματα και την ανάγκη τους για κολακεία και αυτοεκτίμηση. Αυτό είναι γνωστό και εμφανές και, παραδόξως, κοινώς αποδεκτό ή απλώς κοινώς επιδεχόμενο παράβλεψης. Όλοι βλέπουμε τα τουβλάκια ν’ αλλάζουν θέση και μικρότερα να μετακινούνται σε υψηλότερες θέσεις και μεγαλύτερα, πολλάκις, να βρίσκονται στη βάση της κατασκευής, που δικαιολογείται και νομοτελειακά.</p>
<p>Όταν λέω στη μαμά τις απόψεις μου κι ότι δεν θέλω να φτιάξω το ‘εγώ’ μου μέσα σ’ αυτή την κοινωνία ηλιθίων, όπου αναξιοκρατία κι αδικία επικρατεί, αυτή μου λέει ότι θέλω δε θέλω θα πρέπει να ενσωματωθώ κι εγώ, να ειδικευτώ, να επιβιώσω, να συνεργαστώ, να υποταχτώ κι όλα αυτά τα ρήματα που λήγουν σ’ αυτό το ωμέγα που περιμένει ξαπλωμένο κι αδειανό. Εγώ της λέω ότι προτιμάω να κάθομαι σπίτι και να τρέφομαι με κονσέρβες, παρά να συνεργάζομαι με ανοήτους κι αυτή λέει, «Ναι, αλλά ποιος θα τις αγοράζει τις κονσέρβες αυτές κι ως πότε; Ο πατέρας σου θα πάρει μια μίζερη σύνταξη σύντομα και τότε&#8230;». Μετά σηκώνει το ένα φρύδι της κι αλλάζει ύφος. «Και είναι ζωή αυτή βρε παιδί μου για έναν πανέξυπνο νέο σαν και σένα; Αν νοιώθεις ότι υπερέχεις, βγες στον κόσμο να το αποδείξεις και πού ξέρεις, μπορεί να γίνεις πρότυπο, παράδειγμα προς μίμηση και ν’ αλλάξεις, να σχεδιάσεις εσύ όπως θες το εργασιακό ή φιλικό ή κι ερωτικό σου περιβάλλον, τον κόσμο ολόκληρο».</p>
<p>Την κοιτάζω καλά καλά, μια στα μάτια, μια στο στόμα, να δω αν με κοροιδεύει ή αν το εννοεί, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο κι αποφασίζω ότι δεν με νοιάζει κιόλας.</p>
<p>«Αυτό απαιτεί σκληρή, ασταμάτητη δουλειά, μαμά και δεν έχω καμία διάθεση να είμαι εγώ αυτός που θα σώσει τον κόσμο. ‘Ασε που δεν μπορεί κανείς να ξέρει πού μπορείς να καταλήξεις τελικά. Κι ο Χριστός ο ίδιος που επιχείρησε να το κάνει, κατέληξε καρφωμένος στο σταυρό στα τριάντα του. Γι’ αυτό, όχι ευχαριστώ», λέω. «Ας αναλάβει άλλος το έργο αυτό». Και κλείνομαι στο δωμάτιό μου και παίζω minecraft, δημιουργώ τον δικό μου κόσμο με πολύ μικρότερη προσπάθεια, αλλά ευελιξία και στρατηγική παρ’ όλα αυτά, που πραγματικά με κάνει να θαυμάζω τον εαυτό μου.</p>
<p>Η μαμά επιμένει να πάμε να δούμε αυτή τη σπουδαία, όπως την αποκαλεί, ψυχολόγο στη Βασιλίσσης Σοφίας. Κοκαλώνω όταν το πρωτακούω.</p>
<p>«Με θεωρείς τρελό;» της λέω κι αυτή με μάτια και στόμα ορθάνοιχτα, αλλά και με χέρια απλωμένα λες και είναι έτοιμη να τινάξει κάποιο τραπεζομάντιλο απ’ τα ψίχουλα, λέει,</p>
<p>«Ψυχολόγος είναι, όχι ψυχίατρος. Ο ψυχολόγος είναι κάτι σα σύμβουλος. Όλοι πάνε τώρα πια. Να μιλήσετε λίγο, ν’ αναλύσει τα πράγματα, να τα ταξινομήσει, να τα προβάλλει καλύτερα σαν τρίτο, πιο αποστασιοποιημένο πρόσωπο που είναι και να σε βοηθήσει ν’ αντιληφθείς πράγματα που μόνος σου αλλιώς δεν θα μπορούσες».</p>
<p>«Να με βάλει κι αυτή σε φάκελλο, δηλαδή, να με ‘ταυτοποιήσει’. Γιατί ψάχνεσαι, μαμά; Είμαι κι εγώ ένα ακόμα τουβλάκι, μόνο που το καλούπι στράβωσε στο ψήσιμο και χάλασε και δεν εφάπτεται, δεν κολλάει με τ’ άλλα. Ε, και τι έγινε; Δεν θα λείψω σε κανέναν».</p>
<p>«Γι’ αυτό θέλω να μιλήσουμε&#8230;»</p>
<p>«Ω, καλά καλά». Υποκύπτω για να γλιτώσω τη γκρίνια της και να της αποδείξω ότι εγώ έχω δίκιο.</p>
<p>Το γραφείο της ψυχολόγου είναι γεμάτο μονόχρωμα έπιπλα με πολλές γωνίες, παραλληλόγραμμος γκρι καναπές, τετράγωνη, μπεζ πολυθρόνα, παραλληλόγραμμο, καφέ γραφείο και τετράγωνο βάζο για τα λουλούδια – απορώ πού το βρήκε – ακόμα και το κεφάλι της γιατρου είναι παράξενα μεγάλο και τετράγωνο, μαλλιά σε αυστηρό καρέ και ολόισια κομένη λες με χάρακα αφέλεια και αυτή είναι όλη χωμένη σ’ ένα φαρδύ, μαύρο ταγιέρ. Οι τοίχοι καλυμμένοι σχεδόν με πίνακες αφηρημένης τέχνης. Εδώ κι αν έχει παραλληλόγραμμα. Τους κοιτάζω και προσπαθώ να καταλάβω τί θέλουν να επικοινωνήσουν. Η γιατρός με παρακολουθεί καθώς εγώ παρατηρώ τις αλλοπρόσαλλες μορφές στους πίνακες, υπογεγραμμένοι οι περισσότεροι από κάποιον Asger Jorn και Willem de Kooning.</p>
<p>«Σας ενδιαφέρι η τέχνη, κύριε Πατρόκλου;» λέει επιτηδευμένα μειλίχια και μου δίνει την εντύπωση ότι απευθύνεται σε κάποιον ηλικιωμένο κύριο που κάθεται ακριβώς πίσω μου, παρ’ όλο που είμαστε μόνοι στο κρύο δωμάτιο.</p>
<p>«Ναι, γιατί όχι;» λέω χωρίς να την κοιτάξω. Παρατηρώ αυτό το ‘Smating’ του Willem de Kooning. Όλων των ειδών τα σχήματα και χρώματα αγκαλιασμένα το ένα με τ’ άλλο, σχηματίζουν ένα σύνολο από δεν ξέρω κι εγώ τι.</p>
<p>«Τι βλέπετε σ’ αυτόν τον πίνακα, κύριε Πατρόκλου;»</p>
<p>«Μμ.. Διάφορα σχήματα ανακατεμένα, αλλά και μάτια ανθρώπων που πνίγονται μέσα σ’ αυτό το συνονθύλευμα σχημάτων και μας κοιτάζουν τρομαγμένα και ξαφνιασμένα».</p>
<p>«Γιατί νομίζετε;»</p>
<p>«Ξέρω γω. Ψάχνουν ίσως να βρουν το ‘εγώ’ τους που πνίγεται απ’ το σύνολο, τη ‘μοναδικότητά τους’ που χάνεται σ’ αυτό το χωνευτήρι». Α, θα τ’ ακούσει κι αυτή.</p>
<p>«Έτσι νομίζετε ε; Δεν βρίσκετε το σύνολο αρμονικό; Δε δένει σαν αυτόνομη, λειτουργική ύπαρξη;»</p>
<p>«Εγώ δε βλέπω κάποιο αρμονικό δέσιμο, κυρία. Με πνίγει, εδώ πνίγει τα ίδια του τα κομμάτα, τα κατατρώει. Δεν είναι εμφανές;» Την κοιτάζω σα να αμφισβητώ τις ικανότητές της να αναλύει έργα τέχνης.</p>
<p>«Μάλιστα. Τι λέτε τότε γι’ αυτόν τον πίνακα του Asger Jorn;» Μου δείχνει τον πίνακα με κάτι ανθρωπάκια με δυστυχισμένες φάτσες και μεγάλες μύτες και στο κέντρο ένα ανθρωπάκι, σα χαμένο παπάκι μοιάζει, που οι γύρω του φαίνονται να προσπαθούν αγωνιωδώς να το καθοδηγήσουν, σα να περιμένουν κάτι απ’ αυτό, αλλά κι αυτά τα ίδια όμως να μην είναι σίγουρα για το τι ακριβώς αναμένουν ή αν πραγματικά το επιθυμούν τελικά.</p>
<p>«Τι συναισθήματα σας προκαλεί ουτός ο πίνακας;»</p>
<p>«Δυστυχία και καταπίεση», της λέω και τότε μου δείχνει έναν άλλο πίνακα της Jean Dubuffet με παράξενα, σα λιωμένα κουτιά μ’ ανθρώπους μέσα και στη μέση ένας δρόμος όπου άνθρωποι με καπέλα περπατάνε ο ένας πίσω απ’ τον άλλο. Πολλά σχήματα και χρώματα σ’ ένα σύνολο που μου θυμίζει χαλί που ξέβαψε.</p>
<p>«Βλέπετε παρ’ όλη την ιδιομορφία των σχημάτων εδώ, στο δρόμο προχωρούν άνθρωποι, υπάρχει δραστηριότητα, ζωή».</p>
<p>«Δεν μ’ αρέσει που όλοι μοιάζουν τόσο. Όλοι φορούν καπέλα».</p>
<p>«Όλοι έχουν κάτι να προσφέρουν στο σύνολο, κάτι δικό τους, κάποιες δεξιότητες, ταλέντα, γι’ αυτό ίσως&#8230;»</p>
<p>«Και μετά θα μπουν κι αυτοί σε κουτιά;»</p>
<p>«Ίσως. Ίσως τα κουτιά να συμβολίζουν την ιδιωτικότητά τους, την ταυτότητα του καθενός».</p>
<p>«Μοιάζουν σαν να είναι τιμωρημένα γιατί δεν μπορούν να προσφέρουν, να βγουν στο δρόμο κι αυτοί. Δεν είναι λειτουργικά μέλη του συστήματος».</p>
<p>«Τιμωρημένοι; Από ποιούς;»</p>
<p>«Απ’ το σύστημα. Περιθωριοποιημένοι».</p>
<p>«Πολλές φορές περιθωριοποιούνται από μόνοι τους οι άνθρωποι. Το επιβάλλουν οι ίδιοι στον εαυτό τους».</p>
<p>«Γιατί;»</p>
<p>Αντί γι’ απάντηση μου δείχνει έναν πίνακα που μοιάζει μ’ ινώδη ιστό αράχνης, που από κάτω του έχει τα θύματά του, παγιδευμένα, του De Koooning κι αυτός. Πολλά σχήματα και χρώματα αγκαλιασμένα κι ένας άσπρος ιστός που διαπερνά τα πάντα, τα συνδέει, τα κρατάει δεμένα.</p>
<p>«Τι λέτε γι’ αυτόν; Αλληλοσυμπληρώνονται», λέει. «Έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον, ενώνονται για να λειτουργήσουν καλύτερα. Είναι η φύση μας. Η ισχύς εν τη ενώση».</p>
<p>«Εγώ τα βλέπω σαν παγιδευμένα όλα», λέω και την κοιτάζω σταθερά στα μάτια ξεφυσώντας. Δεν είμαι υποχρεωμένος να δω αυτά που βλέπει αυτή, σώνει και καλά. Αν μπορούν να σταθούν και μόνα τους, σε τι εξυπηρετεί ο ιστός; Για να τα επίβλέπει και να τα χειραγωγεί;</p>
<p>Στο δρόμο για το σπίτι, στο ταξί, με ρωτάει η μαμά μου,</p>
<p>«Πώς ήταν;»</p>
<p>«Σα μάθημα ζωγραφικής».</p>
<p>«Τι κατάλαβες; Τι αποκόμισες;»</p>
<p>«Ότι πρέπει επειγόντως ν’ αλλάξει πίνακες και διακόσμηση».</p>
<p>Η μαμά μου σουφρώνει τα χείλη της. Οι κόρες της κυλάνε πίσω απ’ τα βλέφαρά της.</p>
<p>«Ξέρω γω&#8230;Ότι πρέπει να βρω και ν’ αγοράσω το κατάλληλο καπέλο και να βγω απ’ το κουτί μου γιατί έχει ξεβάψει και λιώνει καθημερινά, χάνει το σχήμα του και αν ο ιστός απόδυναμώσει δεν θα μπορεί πια να με κρατήσει και θα χρειαστεί να βγω στο δρόμο. Ως τότε, πρέπει να ‘χω βρει το κατάλληλο καπέλο».</p>
<p>Η επόμενη κουβέντα της μάνας μου, που με κοιτάζει μ’ ορθάνοιχτα μάτια και στόμα είναι ότι πρέπει να συμβουλευτούμε έναν ψυχίατρο και γρήγορα μάλιστα. «Δεν είναι τίποτα. Όλοι πάνε τώρα», λέει.</p>
<p>«Είμαι σίγουρος», λέω.</p>
<p>Όπως κοιτάζω τα μάτια της μάνας μου είναι σαν να βλέπω τα μάτια στον πίνακα Smating του DeKooning και προσπαθώ να θυμηθώ τι στ’ αλήθεια να σημαίνει η λέξη smating. Νομίζω κάτι σαν ‘γίνομαι επιθυμητός, αποδεκτός, ταιριαστός, συνευρίσκομαι με την αδερφή ψυχή μου’ ή κάτι τέτοιο.. Κι αυτό που βλέπεις σ’ αυτά τα μάτια είναι μια απελπιστική επιθυμία, μια απέραντη ανάγκη και φόβο για την επίτευξη όλων αυτών των στόχων, που φαντάζουν τόσο ουτοπικοί όμως, και το χειρότερο είναι ότι όταν κοιτάζω τον καθρέφτη του οδηγού, αυτό αρχίζω να βλέπω να εισχωρεί σιγά σιγά και στα δικά μου μάτια. Αυτό και τα τουβλάκια-ταυτότητες καθώς ελίσσονται, αναμειγνύονται, συγχωνεύονται, τόσο γρήγορα και με τόσo άγχος, όλα δεμένα με το ίδιο πλέγμα-ιστό που όσο το παρατηρώ, τόσο μου μοιάζει με εκκρίσεις, περιττώματα, αποτέλεσμα των δικών τους φόβων, ένας τρόπος άμυνας ίσως, κι αναρωτιέμαι μήπως τελικά αυτός ο ιστός δεν είναι κάποιο εξωτερικό εργαλείο χειραγώγησης, αλλά κάποιο δικό τους, εσώτερο δημιούργημα, ο φόβος για την ίδια τους τη φύση που ενώ θέλει να κρατήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της , πρέπει παράλληλα και να λειτουργήσει σ’ ένα πειθαρχημένο σύνολο, και μου ‘ρχεται στο μυαλό κάτι που διάβασα για τη φυσική μπογιά που παράγουν κάποια σαλιγκάρια που, μη μπορώντας ν’ απορροφήσουν τα διαφορετικά χρώματα στις τροφές τους, τα ξερνάνε και μεταμορφώνουν με τις βλέννες τους τα πάντα σε μια μεγάλη, ομοιόμορφη μουτζούρα, και δεν ξέρω τι με τρομάζει περισσότερο τελικά, ο φόβος μου μήπως δεν μπορέσω να αφομοιωθώ κι εγώ ή ο φόβος για το αντίθετο.</p>
<p>______________________________________________________________________</p>
<p>Η Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα ήσυχο, ορεινό χωριό του Ξηρομέρου και τώρα ζει στην Αθήνα με το σύζυγό και τα δυο της παιδιά. Κατέχει πτυχίο στην Λογοτεχνία [BA (Hons) Literature] και μεταπτυχιακό στην Διημιουργική γραφή [MA in Creative Writing] απ’ το Lancaster University. Οι ιστορίες της έχουν δημοσιευτεί σε online και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά σε Ελλάδα και εξωτερικό.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com/smating/">Smating</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://www.psychografimata.com">Ψυχο-γραφήματα</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.psychografimata.com/smating/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
