Πότε συγκρατούμε καλύτερα πληροφορίες;

Η έντονη επανάληψη, που απαιτείται στη βαθύτερη επεξεργασία, μπορεί να βοηθήσει τη μνήμη.

Από τον Δημήτρη Χιώνη, Στρατιωτικό Ψυχολόγο

Το μοντέλο των επιπέδων επεξεργασίας της μνήμης (Craik and Lockhart, 1972) προτάθηκε εν μέρει ως αποτέλεσμα της κριτικής στο μοντέλο των πολλών επιπέδων. Αντίθετα από το να γίνει συγκέντρωση στα επίπεδα/δομές που εμπλέκονται (π.χ. βραχύχρονη και μακρόχρονη μνήμη), αυτή η θεωρία επικεντρώνεται στις διαδικασίες που εμπλέκονται στη μνήμη.  Αντίθετα με το μοντέλο των πολλών επιπέδων είναι μία μη δομική προσέγγιση.

Η βασική ιδέα είναι ότι η μνήμη είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας πληροφοριών. Οι ψυχολόγοι Craik και Lockhart προτείνουν ότι η μνήμη είναι απλά ένα υποπροϊόν του βάθους επεξεργασίας της πληροφορίας και δεν υπάρχει ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα σε βραχύχρονη και μακρόχρονη μνήμη. Το βάθος ορίζεται ως η παραγόμενη σημασία από το ερέθισμα που προκύπτει από τον αριθμό αναλύσεων που έχει υποστεί το ερέθισμα (Craik and Lockhart, 1972).

Η εις βάθος επεξεργασία εμπεριέχει τρεις διαδρομές. Η ρηχή επεξεργασία παίρνει δύο μορφές. Η δομική επεξεργασία (εμφάνιση) γίνεται κατά την κωδικοποίηση μόνο των φυσικών χαρακτηριστικών της πληροφορίας, για παράδειγμα η όψη των γραμμάτων. Η φωνημική επεξεργασία γίνεται κατά την κωδικοποίηση των ήχων. Η ρηχή επεξεργασία εμπλέκει μόνο την επανάληψη διατήρησης, η οποία είναι η επανάληψη που συνδράμει στη συγκράτηση πληροφοριών στην βραχύχρονη μνήμη, και οδηγεί στη βραχύχρονη μνήμη των πληροφοριών (Craik and Lockhart, 1972).

Η εις βάθος επεξεργασία αφορά τη σημασιολογική επεξεργασία, η οποία λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια κωδικοποίησης της σημασίας μιας πληροφορίας και της συσχέτισής της με άλλες παρόμοιας σημασίας. Η εις βάθος επεξεργασία εμπλέκει πιο έντονη επανάληψη η οποία διενεργεί μια πιο σημαντική ανάλυση των πληροφοριών και οδηγεί σε καλύτερη ανάκληση, για παράδειγμα συνδέοντας λέξεις με παρόμοια σημασία(Craik and Lockhart, 1972).

Η μελέτη των Craik και Tulving (1975)έδειξε ότι οι συμμετέχοντες ανακάλεσαν περισσότερες λέξεις οι οποίες είχαν υποστεί βαθύτερη επεξεργασία σε σύγκριση με αυτές που είχαν επεξεργαστεί φωνητικά και οπτικά. Το συμπέρασμά τους ήταν και αυτών ότι η σημασιολογική επεξεργασία εμπλέκει πιο έντονη επανάληψη και βαθιά επεξεργασία που έχει ως αποτέλεσμα σε πιο ακριβή ανάκληση. Οι φωνητικά και οπτικά επεξεργασμένες λέξεις εμπλέκουν ρηχή επεξεργασία και λιγότερο επιτυχή ανάκληση.

Η εφαρμογή της θεωρίας στην καθημερινότητα μπορεί να φανεί με τις παρακάτω μνημονικές στρατηγικές (Craik and Lockhart, 1972). Μια στρατηγική είναι η επαναχρησιμοποίηση της πληροφορίας σε άλλες συζητήσεις με παρεμφερή σημασία. Ακόμη χρησιμοποιείται η μέθοδος των τόπων που αναφέρεται στην προσπάθεια να θυμηθεί κάποιος μια λίστα αντικειμένων που συσχετίζεται το καθένα με έναν τόπο. Τέλος, χρησιμοποιείται η εικονική αναπαράσταση, δηλαδή η δημιουργία της εικόνας του αντικειμένου προς απομνημόνευση και η κωδικοποίησή της.  

Σε πείραμα του γράφοντα, Δημήτρη Χιώνη, στο οποίο συμμετείχαν 12 ενήλικες φοιτητές του Α.Π.Θ., τ’ αποτελέσματα έδειξαν ότι οι λέξεις που υπόκεινται σε εις βάθος επεξεργασία σε σχέση με τις υπόλοιπες υπερτερούν και ότι ανακαλούνται ευκολότερα με τη διαφορά των μέσων όρων να είναι στατιστικώς σημαντική στο επίπεδο σημαντικότητας .05.

Κριτική
Στο παραπάνω πείραμα επιβεβαιώθηκε η υπόθεση ότι η εις βάθος επεξεργασία συνδράμει σε καλύτερη μνημονική ανάκληση. Αυτό όμως δεν καταρρίπτει την κριτική που έγινε και παλιότερα πάνω στη θεωρία και σε παλιότερα πειράματα.

Όσον αφορά την κριτική που δέχτηκε η θεωρία των επιπέδων επεξεργασίας, θεωρήθηκε βελτίωση στη θέση των Atkinson και Shiffrin(1965, 1968) για τη μεταφορά δεδομένων από τη βραχύχρονη στη μακρόχρονη μνήμη.

Το μοντέλο των επιπέδων επεξεργασίας άλλαξε την κατεύθυνση στην έρευνα της μνήμης. Έδειξε ότι η κωδικοποίηση δεν ήταν μια απλή, ευθύγραμμη διαδικασία. Άμβλυνε τη θεώρηση της μακρόχρονης μνήμης από απλή αποθηκευτική μονάδα σε πολύπλοκο σύστημα. Οι ιδέες των Craik και Lockhart καθοδήγησαν πολλά πειράματα στο να επιβεβαιώσουν την ανωτερότητα της εις βάθος επεξεργασίας για τη μνήμη. Εξηγεί το λόγο καλύτερης μνήμης πληροφοριών έναντι άλλων. Αυτή η θεωρία είναι χρήσιμη στην καθημερινότητα επειδή αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η έντονη επανάληψη, που απαιτείται στη βαθύτερη επεξεργασία, μπορεί να βοηθήσει τη μνήμη.

Παρόλα τα παραπάνω πλεονεκτήματα όμως, υπάρχουν και μερικές αντίθετες γνώμες προς τη θεωρία γιατί (α) δεν εξηγεί πως η βαθύτερη επεξεργασία οδηγεί σε καλύτερη μνημονική ικανότητα, (β) η βαθύτερη επεξεργασία χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια από τη ρηχή επεξεργασία και μπορεί αυτή η προσπάθεια να είναι που συνδράμει στην καλύτερη μνήμη παρά η βαθύτερη επεξεργασία, (γ) η ιδέα του «εις βάθος» είναι λίγο ασαφής και δεν μπορεί να παρατηρηθεί όπως και να μετρηθεί.

Ο Eysenck (1990) ισχυρίζεται ότι το μοντέλο των επιπέδων περισσότερο περιγράφει παρά εξηγεί. Οι Craik και Lockhart (1972) υποστήριξαν αυτό το μοντέλο, ωστόσο απέτυχαν να παράσχουν λεπτομερή αναφορά στο γιατί η εις βάθος επεξεργασία είναι τόσο αποτελεσματική. Από την άλλη πλευρά, πρόσφατες μελέτες έχουν επικυρώσει το επιχείρημα ότι βαθύτερη κωδικοποίηση οδηγεί σε καλύτερη επανάληψη γιατί είναι πιο πολύπλοκη. Η πολύπλοκη και με οργάνωση κωδικοποίηση εμπλουτίζει τη μνημονική αναπαράσταση ενός αντικειμένου ενεργοποιώντας πολλές πτυχές της σημασίας του και συνδέοντάς το σε προϋπάρχοντα μνημονικά-σημασιολογικά δίκτυα.

Ύστερες έρευνες έδειξαν ότι η επεξεργασία είναι πιο πολύπλοκη και ποικιλόμορφη απ’ όσο το μοντέλο των επιπέδων επεξεργασίας την περιγράφει. Με άλλα λόγια, η επεξεργασία δεν είναι μόνο το βάθος και η έντονη επανάληψη. Για παράδειγμα η έρευνα του Bransford (1979) έδειξε ότι μια πρόταση όπως «ένα κουνούπι είναι σαν γιατρός γιατί και οι δυο παίρνουν αίμα», είναι πιο πιθανό να ανακληθεί από μια πιο πολύπλοκη πρόταση όπως «ένα κουνούπι είναι σαν ρακούν γιατί και τα δύο έχουν κεφάλι, πόδια και στόμα». Φαίνεται πως η μοναδικότητα της πρώτης πρότασης είναι που την κάνει πιο εύκολη στο να ανακληθεί -είναι ασυνήθιστη η σύγκριση κουνουπιού με γιατρό.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι οι συμμετέχοντες ξοδεύουν περισσότερο χρόνο στην βαθύτερη επεξεργασία και στις πιο δύσκολες περιπτώσεις. Έτσι, μπορεί η αιτία του να είναι τα αποτελέσματα ατελή ο χρόνος που ξοδεύεται στο υλικό. Ο τύπος της επεξεργασίας, η ποσότητα της προσπάθειας και ο χρόνος που ξοδεύονται στην επεξεργασία  τείνουν να είναι μπερδεμένα. Η βαθύτερη επεξεργασία πάει μαζί με περισσότερη προσπάθεια και χρόνο, και έτσι καθίσταται δύσκολο να φανεί ξεκάθαρα ποιος παράγοντας επηρεάζει τα αποτελέσματα.

Οι ιδέες του «βάθους» και του «πολύπλοκου» είναι ασαφείς και είναι δύσκολο να οριστούν (Eysenck, 1978). Σαν αποτέλεσμα η μέτρηση είναι δύσκολη γιατί δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κυκλικό σφάλμα: προβλέπεται ότι οι βαθύτερα επεξεργασμένες πληροφορίες ανακαλούνται ευκολότερα αλλά η μέτρηση του βάθους της επεξεργασίας είναι το πόσο καλά ανακαλούνται.

Βιβλιογραφία:
Atkinson, R.C. & Shiffrin, R.M. (1965). Mathematical models for

memory and learning. Technical report 79. Institute for mathematical studies in social sciences, Stanford University.

Atkinson, R.C. & Shiffrin, R.M. (1968). Human memory: A proposed

system and its control processes. In K.W. Spence & J.T. Spence(Eds.), The psychology of learning and motivation: Advances in research and theory. (Vol. 2). (pp. 742-775). New York: Academic Press.

Bransford, J.D., (1979). Human Cognition: Learning, Understanding, and Remembering, Wadsworth Publishing Co., Belmont, California.

Craik, F. I. M., & Lockhart, R. S. (1972). Levels of processing: A framework for memory research. Journal of Verbal Learning and Verbal Behavior, 11, 671-684.

Craik, F.I.M., & Tulving, E. (1975). Depth of processing and the retention of words in episodic memory. Journal of Experimental Psychology, 104, 268-294.

Eysenck, H.J. (1990) Sensory nerve conduction and intelligence: A methodological study. Journal of Psychophysiology, vol. 4

Eysenck, M.W.(1978) Levels of processing: A critique. British Journal of Psychology, 69, 157-169.

Eysenck, M.W. (1978) Levels of processing: A reply to Craik and Lockhart. British Journal of Psychology, 69, 177-178