Πόσο δύσκολο είναι να πάρουμε μια απόφαση;

Ας αναλογιστούμε τι κυριαρχεί στην πληθώρα πληροφόρησης στην οποία είμαστε εκτεθειμένοι ακούσια ή εκούσια.

Από την Ελεάνα Πανδιά, Επικοινωνιολόγο, ΜΑ, Υπ. Διδάκτορα Παντείου

Ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος παίρνει αποφάσεις που αφορούν στη ζωή του είναι ένας από τους τομείς που απασχολούν την ψυχολογία. Όμως ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος παίρνει αποφάσεις σχετικές με την κοινωνική του ζωή, είναι ένα από τα αντικείμενα μελέτης της κοινωνικής ψυχολογίας που έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον ειδικά υπό το φως των πρόσφατων οικονομικών και κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων στη χώρα μας.
Ποιοί παράγοντες επηρεάζουν το μηχανισμό με τον οποίο αντιδρούμε στις νέες πληροφορίες; Ο Abelson με τη θεωρία της γνωστικής συνεκτικότητας υποστήριζε πως ο άνθρωπος επεξεργάζεται τις πληροφορίες με σκοπό να ελαχιστοποιήσει το γνωστικό κόστος που δαπανά για να τις αφομοιώσει κι έτσι να διασφαλιστεί η συνεκτικότητα των ήδη υπαρχόντων γνωστικών στοιχείων που διαθέτει το άτομο. Το άτομο χρησιμοποιεί τρεις μηχανισμούς για να πετύχει το σκοπό του: την ακύρωση, μέσω της οποίας απορρίπτει ή γελοιοποιεί τη μη συνεκτική πληροφορία, τη συμπαραδήλωση, μέσω της οποίας αμβλύνεται η σπουδαιότητα της γνωστικής ασυνέχειας και τη γνωστική διαφοροποίηση που ενεργοποιεί μια σειρά από εκλεπτυσμένες γνωστικές διεργασίες προκειμένου η νέα πληροοφορία να εναωματωθεί στο ήδη υπάρχον σύστημα γνωστικών δομών του ατόμου.
Αν λοιπόν ισχύει ότι όταν ερχόμαστε σ’ επαφή με γνωστικά στοιχεία –δηλαδή οποιασδήποτε μορφής πληροφόρηση- τα οποία δε γνωρίζουμε ήδη ή με τα οποία δε συμφωνούμε, η πρώτη μας αντίδραση είναι να τ’ απορρίψουμε, ας αναλογιστούμε τι μας συμβαίνει όταν επιθυμούμε να διαμορφώσουμε άποψη για ζητήματα που έχουν να κάνουν με βαθιά θεμελιωμένες αξίες και βασίζονται σε προσωπικές στάσεις, ή ακόμα και σε προκαταλήψεις. Προκειμένου να μελετήσουμε το μηχανισμό μεταβολής μιας στάσης θα πρέπει να ανατρέξουμε στα δομικά στοιχεία της επικοινωνιακής διαδικασίας, δηλαδή την πηγή, το μήνυμα και το δέκτη. Έρευνες έχουν δείξει πως σε σχέση με την πηγή μια αξιόπιστη και ανυστερόβουλη πηγή είναι σαφώς περισσότερο επιδραστική, ιδιαιτέρως αν μπορεί να θεωρηθεί αυθεντία. Αν μάλιστα συνοδεύεται από ελκυστικότητα και έχει τη δυνατότητα να τιμωρεί ή να επιβραβεύει, να ασκεί δηλαδή εξουσία, τότε γίνεται ακόμα πιο αποτελεσματική.
Σε ότι αφορά το μήνυμα, αυτό γίνεται πιο αποτελεσματικό όταν «προσαρμόζεται» στο μορφωτικό επίπεδο των δεκτών του. Έρευνες των κοινωνικών ψυχολόγων πάνω στην προπαγάνδα, έδειξαν πως αν ένα μήνυμα είναι αμφίπλευρο – δηλαδή παρουσιάζει και τις δυο όψεις ενός ζητήματος-  είναι πιο αποτελεσματικό στα άτομα υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου, ενώ αντίθετα, ένα μήνυμα μονόπλευρο έχει μεγαλύτερη επίδραση στα άτομα με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Το κατά πόσο ο δέκτης του μηνύματος θα πειστεί ή όχι εξαρτάται από το μια σειρά παραγόντων που μπορεί να αφορούν στο φύλο του – έχει βρεθεί ότι οι γυναίκες πείθονται ευκολότερα από τους άντρες- , το  κατα πόσο επικέντρωσε την προσοχή του στο περιεχόμενο του μηνύματος, το κατανόησε και μπορεί  να το ανακαλέσει στη μνήμη του και κυρίως αν θεωρεί ότι θα τιμωρηθεί ή θα επιβραβευθεί για την υιοθέτηση της μιας ή της άλλης  άποψης.
Ας αναλογιστούμε λοιπόν τι κυριαρχεί στην πληθώρα πληροφόρησης στην οποία είμαστε εκτεθειμένοι ακούσια ή εκούσια μέσω του διαδικτύου, των μέσων μαζικής δκτύωσης και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, γενικότερα. Με ποιά κριτήρια επεξεργαζόμαστε και αξιολογούμε την πληροφόρηση και πώς αποφασίζουμε να δράσουμε; Η αμερικανική κοινωνική ψυχολογία πρεσβεύει πως εξαιτίας της μίμησης που αποτελεί σημαντικό παράγοντα της συμπεριφοράς, ως αποτέλεσμα κοινωνικής μάθησης, εξαιτίας της υποταγής στην εξουσία και της πίστης στην αυθεντία το άτομο τείνει να συμμορφώνεται μέσα στο κοινωνικό σύστημα. Η ευρωπαϊκή κοινωνική ψυχολογία πρεσβεύει πως τα κοινωνικά συτήματα δεν είναι δοτά και αμετάβλητα, οπότε επιτρέπουν την κοινωνική αλλαγή μέσω της μειονοτικής επιρροής και της καινοτομίας.
Η επιστήμη λοιπόν, όταν προσπαθεί να προβλέψει την ανθρώπινη συμπεριφορά ειδικά στο σημείο που το άτομο συναντάται με την κοινωνία και συγκροτεί ένα κοινωνικό υποκείμενο, λαμβάνει υπόψη του πολλές και αντικρουόμενες μεταξύ τους θεωρίες. Για παράδειγμα, η θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης του Festinger, προκρίνει την άποψη ότι αποφεύγουμε να συγκρινόμαστε με άτομα που θεωρούμε ότι διαφέρουν πολύ από εμάς κι έτσι δημιουργούμε ομοιόμορφες κοινωνικές ομάδες που συντηρούν την κοινωνική διαστρωμάτωση. Όμως η θεωρία της σχετικής αποστέρησης  σύμφωνα με την  οποία μια ομάδα νιώθει ότι υπάρχει διάσταση ανάμεσα στην παρούσα θέση και στις προσδοκίες της οπότε διαμαρτύρεται και διεκδικεί δίνει μια εξήγηση για κάποια από τα αίτια που μπορεί να προκαλούν κοινωνική αναραταχή ή /και αλλαγή.
Η συγκεκριμένη πολιτική και οικονομική στιγμή και το «πνεύμα των καιρών» δεν ευνοούν τις εύκολες αναγνώσεις πολλώ δε μάλλλον τις προβλέψεις για τον τρόπο με τον οποίο θα αποφασίσουν και θα δράσουν οι κοινωνικές ομάδες στη χώρας μας. Φαίνεται πως πράγματι «το μέλλον ανήκει στην έκπληξη».
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
Στ. Παπαστάμου: «Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία. Η παράδοση», εκδόσεις Πεδίο.
Στ. Παπαστάμου, Γ.Προδρομίτης, Β.Παυλόπουλος: «Κοινωνική νόηση, σκέψη και συμπεριφορά», εκδόσεις Πεδίο.
Φ. Τσαλίκογλου: «Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη», εκδόσεις Καστανιώτη.