Η διαλεκτική ανάλυση του πολιτικού λόγου

Bλέπουμε τους πολιτικούς του ίδιου πολιτικού σώματος, να χρησιμοποιούν τον ίδιο λόγο, την ίδια ορολογία.

Από το Μιχάλη Σιάτη, Κλινικό και Συμβουλευτικό Ψυχολόγο, MSc
http://psyche-analysis-cyprus.blogspot.gr/
Ακούμε συχνά τους πολιτικούς να διατείνονται πως ο λόγος τους είναι «καθαρός», «ορθός», πολιτικός λόγος. Πως απευθύνονται στον απλό, μέσο πολίτη, εργάτη, εργαζόμενο, ο οποίος ταλανίζεται από τα πάθη του κράτους και της οικονομίας. Διατείνονται πως το σημείο αναφοράς τους είναι ο πολίτης, ο λαός γενικότερα, και κανείς άλλος. Φτάνουν στο σημείο να λένε, πως ο λόγος τους πηγάζει από το λαό, πως μιλάνε εκ μέρους του λαού.
Ποια είναι η ουσία αυτού του πολιτικού (καθαρού και ορθού όπως οι ίδιοι οι πολιτικοί διατείνονται) λόγου; Και ποια είναι η φύση του;
Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στον πολιτικό λόγο διττή μορφή – από την μια έχουμε τον αντιθετικό/ διαφοροποιητικό λόγο, κι από την άλλη τον εικονοκεντρικό (ή ακόμη και εικονολατρικό) λόγο . Ο αντιθετικός/ διαφοροποιητικός λόγος, είναι καίριας σημασίας, αφού μέσω αυτού κάποιο πολιτικό σώμα αποκτά (ιδεολογική) υπόσταση. Αντιτιθέμενο στις θέσεις του αντίπαλου πολιτικού σώματος, το εν λόγω πολιτικό σώμα αποκτά υπόσταση. Η βάση αυτής της υπόστασης δεν είναι καμιά άλλη, παρά οι θέσεις του αντίπαλου πολιτικού σώματος, αλλά όπως θα μπορούσαμε να πούμε περιγραφικά «με το κεφάλι ανάποδα».
Όπως αντιλαμβανόμαστε, μέσα απ’ αυτό το πρίσμα σκέψης, το αντίπαλο πολιτικό σώμα, κατέχει έναν ζωτικής σημασίας ρόλο για το πολιτικό σώμα, αφού μέσω του πρώτου, το δεύτερο αποκτά υπόσταση. Όσο περισσότερο οι διαμάχες μεταξύ των δύο αντίπαλων πολιτικών σωμάτων κρατούν και υφίστανται, τόσο περισσότερο εδραιώνεται και ενδυναμώνεται η υπόστασή τους, αφού αυτό συμβάλλει στην συσπείρωση των οπαδών τους.
Μέχρι αυτό το σημείο, θεωρώ πως το παράδοξο (ή μάλλον όχι και τόσο) συμπέρασμα που προκύπτει, γίνεται κατανοητό και αυτονόητο – η ουσία του πολιτικού σώματος, είναι η ίδια με την ουσία του αντίπαλου πολιτικού σώματος, αλλά με το κεφάλι ανάποδα. Είναι λες και βλέπει κάποιος τον εαυτό του στον καθρεφτη – το δεξί χέρι παίρνει την θέση του αριστερού και αντίστροφα. Άρα, όπως το ανθρώπινο ον, έτσι και το πολιτικό σώμα, αποκτά υπόσταση μέσω της λήψης του κατοπτρικού του ειδώλου, το οποίο φυσικά είναι αντίστροφο της μορφής του. Το κατοπτρικό είδωλο του πολιτικού σώματος, δεν είναι κανένα άλλο, παρά το ίδιο το αντίπαλο πολιτικό σώμα. Είναι αυτό που δεν είναι ή είναι ο άλλος στην αντίθεσή του.
Εκείνο, του οποίου, μέχρι στιγμής, στερείται η υπόσταση του πολιτικού σώματος, είναι ακριβώς εκείνο το σημείο, εκείνος ο παράγοντας, ο οποίος ενώνοντας όλα τα επι μέρους κομμάτια της, δημιουργεί ένα συμπαγές σύνολο. Αυτό το σημείο είναι ο Ένας, ο εκλεκτός, είναι το πραγματικό, φυσικό πρόσωπο, το οποίο ενσωματώνοντας και ενσαρκώνοντας τα επι μέρους κομμάτια του πολιτικού σώματος, αυτά γίνονται φανερά στον κόσμο σαν μία ολότητα. Είναι ακριβώς αυτό που ονομάζω πολιτκή εικόνα. Η πολιτική εικόνα, είναι το φυσικό, πραγματικό πρόσωπο, το οποίο από την μία ενσωματώνει όλα τα επι μέρους κομμάτια του πολιτικού σώματος, δημιουργόντας ένα συμπαγές, ενωμένο σύνολο (υπόσταση) , κι από την άλλη ενσαρκώνοντας μέσω του προσώπου του το ίδιο το συμπαγές σύνολο, το τελευταίο γίνεται φανερό στον λαό. Είναι, δηλαδή, η «διαφάνεια» μέσω της οποίας διαφαίνεται η υπόσταση του πολιτικού σώματος, ενώ την ίδια στιγμή η εν λόγω «διαφάνεια» (το φυσικό, πραγματικό πρόσωπο δηλαδή) μετατρέπεται σε πολιτική εικόνα.
Τα επί μέρους κομμάτια του πολιτικού σώματος, ταυτιζόμενα με την πολιτκή εικόνα, αποκτούν ομοιογένεια. Έτσι, βλέπουμε τους πολιτικούς του ίδιου πολιτικού σώματος, να χρησιμοποιούν τον ίδιο λόγο, την ίδια ορολογία, σε τέτοιο βαθμό, που η μόνη διαφορά που θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε μεταξύ τους, είναι το «ρητορικό χάρισμα».
Αυτή η υπόθεση, για την εξομοίοση και ομοιογένεια των επί μέρους κομματιών ενός πολιτικού σώματος, είναι εξέχουσας σημασίας, κυρίως σε καιρούς προεκλογικών αναμετρήσεων. Αυτό έγκειται στο γεγονός, πως όλος αυτός ο εξομοιωμένος λόγος, περιστρέφεται γύρω και αναδύεται μέσα από την πολιτική είκονα. Αναδύεται μέσα από αυτήν, αφού τα επί μέρους κομμάτια του πολιτικού σώματος έχουν ενσωματωθεί και ενσαρκωθεί μέσα στο πρόσωπο του Ενός και ως αποτέλεσμα έχουν εξομοιωθεί.
Η πολιτική εικόνα διογκώνεται μέχρι εκεί που φτάνουν τα όρια του πολιτικού σώματος, ενώ ο πολιτικός λόγος αποκτά σάρκα και οστά, γίνεται σάρκα, μέσω της πολιτικής εικόνας. Κατ΄αυτόν τον τρόπο, η τελευταία – αν και αντιπροσωπευόμενη από ένα φυσικό, πραγματικό πρόσωπο – μέσω του πολιτικού λόγου, είναι πανταχού παρούσα.
Πως συμβαίνει η πτώση μιας πολιτικής εικόνας;
Το πολιτικό σώμα, συνειδητά ή μη, αντιλαμβάνεται, πως η βάση της υπόστασής του, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ίδια η ουσία του αντίπαλου πολιτικού σώματος (του άλλου) , στην αντίθεσή της. Αυτό το γεγονός και μόνο είναι αρκετό για να ωθήσει το πολιτικό σώμα στο να επιθυμεί την απόσπαση της ουσίας του άλλου από τους κόλπους της. Την ίδια στιγμή όμως, το πολιτικό σώμα, αντιλαμβάνεται επίσης, πως η ίδια η ουσία του άλλου είναι εκείνη, η οποία του δίνει υπόσταση. Τη λύση έρχεται να φέρει η πολιτική εικόνα, εξωτερικεύοντας και προβάλλοντας πάνω της, εκείνο το οποίο το πολιτικό σώμα δεν μπορεί (ή δεν νοείται) να φέρει μέσα του. Η πολιτική εικόνα είναι το Ένα κομμάτι εκ των επι μέρους κομματιών του πολιτικού σώματος, τα οποία ενσωματώνει και ενσαρκώνει μέσω του ίδιου της του εαυτού. Δηλαδή, η πολιτική εικόνα δεν έχει ουσια-στική σημασία για την υπόσταση του πολιτικού σώματος, αλλά μάλλον οργανωτική. Άρα η πολιτική εικόνα είναι το περιττό κομμάτι του πολιτικού σώματος, το οποίο ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να αντικατασταθεί από κάποια άλλο, το οποίο με τη σειρά του θα αναλάβει της βασικές λειτουργίες της πολιτικής εικόνας – ενσωμάτωση και ενσάρκωση των επί μέρους κομματιών του πολιτικού σώματος.
Αν λάβουμε ως αληθείς τις πιο πάνω υποθέσεις, τότε αυτόματα προκύπτει το εξής ερώτημα– εάν το πολιτικό σώμα, το οποίο, εγώ ως πολίτης, υποστηρίζω, ωφείλει την ύπαρξή του στο ακριβώς αντίπαλο πολιτικό σώμα (ή αποτελεί το κατοπτρικό είδωλο του αντίπαλου πολιτικού σώματος) , τότε η κατάρρευση του ενός, θα είχε σαν αποτέλεσμα και την κατάρευση του άλλου; Άρα, είναι επόμενο, βάσει αυτής της σκέψης, πως πέραν των επιφανειακών διαμαχών μεταξύ των αντίπαλων πολιτικών σωμάτων, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε μία τάση αλληλοτροφοδότησης;
Φυσικά, όπως η πολιτική εικόνα, έτσι και το πολιτικό σώμα, θα μπορούσε να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο. Σημασία δεν έχει το σώμα ή η εικόνα σαν τέτοια, αλλά η (ιδεολογική) υπόσταση που καλούνται να αντιπροσωπεύσουν. Αυτό το σημείο, είναι εξέχουσας σημασίας για την κοινωνία, αφού η απουσία ή η έλλειψη υποκατάστατων πολιτικών εικόνων ή σωμάτων, θα είχε ως αποτέλεσμα την μονοπολιακή διακυβέρνηση (κάτι το οποίο παρατηρούμε να συμβαίνει στην Ελλάδα, τον τελευταίο τουλάχιστον μισό ή και ένα αιώνα, με κάποιες οικογένειες και κόμματα) .
Το πιο ακραίο σενάριο θα ήταν μία διακυβέρνηση χωρίς αντιπολίτευση, η οποία θα υπήρχε μόνο μέσα στα πλαίσια ενός απολυταρχικού καθεστώτους, το οποίο θα αντλούσε την ουσία του μέσα από κάποιον άλλο (συνήθως φαντασιακά κατασκευασμένο) αντίπαλο ή εχθρό. Εχθρός, ο οποίος δεν είναι αναγκαίο να βρίσκεται αποκλειστικά εκτός των φυσικών ορίων του καθεστώτος (άλλη χώρα, ένωση, ήπειρος κτλ.) , ή μέσα στα φυσικά του όρια (μετανάστες, αντιφρονούντες, «ξενόφερτες» ιδεολογίες κτλ.) αλλά μέσα στην ίδιά του την υπόσταση. Το τελευταίο, είναι πιστεύω εκείνο που βρίσκεται στην καρδιά του απολυταρχικού καθεστώτους, δηλαδή της παρανοϊκής καταδίωξης του άλλου, ο οποίος δεν είναι κανείς άλλος, παρά ο ίδιός του ο εαυτός στην αντίστροφή του μορφή. Πάνω στον άλλο το απολυταρχικό καθεστός εξωτερικέυει και προβάλλει, εκείνο που δεν αντέχει να φέρει μέσα του – την ίδιά του την υπόσταση.
Αν δεν υπήρχαν οι μηχανισμοί άμυνας (και πιο συγκεκριμένα για την παρούσα περίπτωση, η εξωτερίκευση, προβολή και μετάθεση) , τότε θα βλέπαμε ένα ολόκληρο καθεστώς «να κυνηγάει την ίδια του την ουρά». Κάτι το οποίο συμβαίνει σχεδόν πάντοτε, πριν την κατάρρευση ενός απολυταρχικού καθεστώτος ή πολιτικού σώματος.
Ο πολιτικός λόγος δεν έχει ως σημείο αναφοράς του το λαό, ούτε πηγάζει μέσα απ’ αυτόν. Άπαξ και μια ιδεολογία αποκτήσει πολιτική υπόσταση, αυτομάτως μετατρέπεται στο περιττό κομμάτι της μερίδας των πολιτών, οι οποίοι υποστηρίζουν την συγκεκριμένη ιδεολογία και οι οποίοι – μέσω του αντιπροσωπευτικού τους πολιτικού σώματος – μετατρέπονται σε συμπαγές και ομοιογενές κοινωνικο-ιδεολογικό σύνολο.
Μέσω του χάσματος, το οποίο χωρίζει τις δύο πλευρές – λόγω της αδυνατότητας συνταύτισής τους – δημιουργείται ένας κενός χώρος, στη θέση του οποίου τοποθετείται η «πολιτική εικόνα», η οποία λειτουργεί ακριβώς ως σημείο αναφοράς και πηγή του πολιτικού λόγου.
Η «πολιτική εικόνα» είναι ο συνδετικός κρίκος, το συμβολικό σημείο, το οποίο ενώνει τις δύο πλευρές σ’ ένα φαντασιακό επίπεδο. Σε επίπεδο πραγματικότητας (στην πραγματικότητα δηλαδή), όμως, η «πολιτική εικόνα», δεν συμβολίζει τίποτ’ άλλο, παρά αυτήν ακριβώς την ανικανότητα γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ των δύο πλευρών, αφού ουσιαστικά, το χάσμα αυτό βρίσκεται στην «καρδιά» της ίδιας της ιδεολογίας.
Βιβλιογραφία:
Jizek Slavoj, For They Know Not What They Do: Enjoyment as a Political Factor (Radical Thinkers)