Γράφει η Στέλλα Τσιρέκα*

Η Μαρίνα έριξε μια φευγαλέα ματιά στην τζαμαρία του σκρίνιου. Ένα τέλειο περίγραμμα γυναικείας φιγούρας καθρεφτίζονταν στο μισάνοιχτο πορτάκι.

Καλοχτενισμένα μαλλιά, αλαβάστρινο πρόσωπο με τις πρώτες απαλές ανεπαίσθητες ρυτίδες, σώμα με σωστές αναλογίες που της χάρισε απλόχερα η φύση κι εκείνη φρόντισε να διατηρήσει με τον απαιτούμενο κόπο και χρόνο. Στην αρχή της ωριμότητάς της παρέμεινε μια γυναίκα που στη σαγήνη της νιότης της προστέθηκε η γοητεία της πείρας. Δυο τρία ρόλεΪ στο κεφάλι, ένα απαλό πέρασμα ρουζ με το κατάλληλο πινέλο και λίγο κραγιόν στα χείλη κι έμοιαζε έτοιμη για κάποια κοινωνική  έξοδο ή βραδινή εξόρμηση κι ας είχε μόλις ξημερώσει. 

Έξω η πόλη έμοιαζε με πολύβουο μελίσσι. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν στις δουλειές τους, κατέκλυζαν τους δρόμους με τ’ αυτοκίνητά τους, στριμώχνονταν σε λεωφορεία ή τρένα, μπαινόβγαιναν στα μαγαζιά με σακούλες στα χέρια, έπιναν τον πρώτο τους καφέ στο χέρι ή σε καφετέριες, αγχωμένοι, χαλαροί, θορυβώδεις, σιωπηλοί…

Εκείνη ατάραχη στο σπίτι ξεκινούσε τη μέρα της με την καθιερωμένη συνήθεια χρόνων. Ένα τελετουργικό που ξεκίνησε από τα χρόνια της εφηβείας και  συνεχίζονταν ακόμη και σήμερα. 

Το έπιπλο βρίσκονταν σε περίοπτη θέση στο κέντρο του σαλονιού. Ένα στενόμακρο σκρίνιο του 18ου αιώνα με δυο ντουλάπια  με σκαλιστά λουλούδια για βάση κι έξι γυάλινα πατώματα. Ήταν δώρο της γιαγιάς της που κι αυτή με τη σειρά της το κληρονόμησε από τη δική της γιαγιά. Της το χάρισε στα  γενέθλια των 16 της χρόνων με την ευχή και προτροπή να το γεμίσει μ’ ό,τι η ίδια θεωρούσε πιο σημαντικό γι’ αυτήν. Η Μαρίνα το  έδωσε σε κάποιον ειδικό, το έβαψε, το λούστραρε και το κράτησε ως βασικό κομμάτι διακόσμησης σε κάθε σπίτι που έμενε.

Χρόνια μετά το έπιπλο γέμισε κι έγινε ο βωμός της. Κάθε χρόνο στα γενέθλιά της συνήθιζε να κάνει δώρο στον εαυτό της ένα κρυστάλλινο διακοσμητικό. Τη μέρα εκείνη έβγαινε από νωρίς στα μαγαζιά κι αφιέρωνε αρκετό χρόνο για την ανεύρεσή του. Κάθε μπιμπελό της θύμιζε κι έναν χρόνο απ’ τη ζωή της. Τα διάλεγε πάντα ανάλογα με τη διάθεσή της και τη φάση που περνούσε. Ύστερα τα τοποθετούσε στο σκρίνιο και κάθε πρωί τα ξεσκόνιζε ένα-ένα, με σχολαστική προσοχή. Της άρεσε να τους αλλάζει θέση, να τα φαντάζεται να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, να συνομιλούν, να γελούν, να τσακώνονται, να φτιάχνουν ίντριγκες, να λένε μυστικά, να αποφασίζουν, να την επικρίνουν, να την επευφημούν, να τη στηρίζουν, να παίρνουν ζωή μες στη ζωή της. Το καθένα είχε την ιστορία του, την προσωπικότητά του και τη δική του σφραγίδα.

Κανένας επισκέπτης δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στη βιτρίνα. Χάζευε την ποικιλία των σχεδίων, το πανδαιμόνιο των χρωμάτων, τη λάμψη των πολύτιμων λίθων, την τάξη και την ακρίβεια με την οποία ήταν τοποθετημένα, την καθαρότητα και διαύγεια του γυαλιού και τη δική της νοικοκυροσύνη.

Σε κανέναν όμως – ούτε και στους πιο παλιούς της φίλους ούτε καν σ’ Αυτόν – δεν αποκάλυψε το μυστικό της. Αυτά δεν ήταν αντικείμενα, αυτά  είχαν ψυχή, τη δική της ψυχή.

Τώρα ξεσκόνιζε το αγαπημένο της. Μια μπαλαρίνα στην έκσταση του χορού. Ανασηκωμένο κεφάλι, στηριγμένο σ’ έναν μακρύ λαιμό, περήφανο βλέμμα γεμάτο σιγουριά κι αυτοπεποίθηση. Στηριγμένη στα δάχτυλα του δεξιού ποδιού της έδειχνε τόσο σίγουρη για τον εαυτό της. Ήξερε καλά τη χορογραφία και θα την εκτελούσε άψογα. Θα κατέβαζε το αριστερό πόδι, θα στροβιλίζονταν με χάρη στη σκηνή, το κοινό θα επευφημούσε , καρφωμένα βλέμματα πάνω της με κομμένη την ανάσα τη θαυμάζουν, την ποθούν, τη φθονούν. Στο τέλος του έργου μαγεμένοι όλοι από το θέαμα θα ραίνουν τη σκηνή με τριαντάφυλλα, θα χειροκροτούν θερμά και θα απαιτούν παράταση και επανάληψη του θεάματος.

Έτσι ένιωθε η Μαρίνα στα 24 της χρόνια που την αγόρασε. Όμορφη, έξυπνη, δυναμική και δραστήρια , γεμάτη πάθος, όνειρα, ενθουσιασμό, λαχτάρα για ζωή, με το πτυχίο στο χέρι και τον δρόμο ανοιχτό μπροστά της. 

Έσφιξε τη γροθιά της γύρω από τον παγωμένο γυάλινο λαιμό και πίεσε το ξεσκονόπανο στις πτυχές της φούστας. Ένιωσε να πνίγεται. Ξερόβηξε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Η ίδια σκέψη τριβέλιζε το μυαλό της τον τελευταίο καιρό. Αν χαλάρωνε λίγο το χέρι της; Αν “κατά λάθος” της έπεφτε η κούκλα; Θα γίνονταν χίλια κομμάτια , θα διασκορπίζονταν σ’ όλο το σαλόνι, θα έφτανε κάτω απ’ τα έπιπλα, πάνω στο χαλί, κι ύστερα θ’ ακολουθούσε κι άλλο κι άλλο. Ο βωμός της θ’ αποσυντίθετο όπως κι ο εαυτός της. Άκουγε τον θόρυβο από τα πολύτιμα αποκτήματά της, κομμάτια της ζωής της να συνθλίβονται, να κάνουν πάταγο, να καταστρέφουν αυτήν την εύθραυστη τελειότητα που έχτισε γύρω της, να κατακλύζουν το πάτωμα, τον διάδρομο που οδηγεί στην εξώπορτα. Κι ύστερα έβλεπε τον εαυτό της να πατά πάνω τους και ν’ ανοίγει την πόρτα και να φεύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω της.

Έσφιξε πιο δυνατά τον λαιμό της κούκλας λες και μ’ αυτό το σφίξιμο την κρατούσε στη ζωή. Τέλειωσε το ξεσκόνισμά της, άνοιξε τη βιτρίνα, κοντοστάθηκε για λίγο αναποφάσιστη. Αυτήν τη φορά την τοποθέτησε δίπλα στον γελαστό κλόουν με την αστεία γκριμάτσα και τα παράξενα ρούχα. 

Στο τζάμι καθρεφτίστηκε το υπόλοιπο σπίτι. Όλα ήταν σε τάξη, όλα ήταν στη θέση τους. Όλα τέλεια βαλμένα, δημιουργημένα απ’ αυτήν την ίδια.

*H Στέλλα Τσιρέκα γεννήθηκε το 1971 στην Κοζάνη όπου εργάζεται ως δασκάλα. Παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής και κάνει  μεταπτυχιακές σπουδές στη δημιουργική γραφή στο πανεπιστήμιο της Φλώρινας. Της αρέσει να γράφει μικρά διηγήματα.