Αριστοτέλης: Περί μελαγχολίας

ΜΕΡΟΣ Γ'

Aπο το βιβλίο «Μελαγχολία και Ιδιοφυία » εκδόσεις «Άγρα»

Απόδοση: Σάββας Μπακιρτζόγλου, ψυχολόγος-ψυχαναλυτής.

Κατά τον Αριστοτέλη οι μελαγχολικοί εκ φύσεως έχουν πάντα ανάγκη από φάρμακα.

Το σώμα του μελαγχολικού  υποφέρει ακατάπαυστα εξ αιτίας του κράματος (αεριούχο) και βρίσκεται αδιάκοπα σε κατάσταση βίαιης επιθυμίας.  Η ηδονή διώχνει τον πόνο καθώς πρόκειται για το αντίθετο του: αδιάφορο  ποια ηδονή φτάνει να είναι έντονη. Ως εκ τούτου, οι μελαγχολικοί είναι ακόλαστοι και άπληστοι. Ο μελαγχολικός αναζητά πάντα την ηδονή που δεν είναι παρά ένας  τρόπος για να καταπραΰνει τον πόνο που του προξενεί η οξύτητα της μαύρης χολής. Αδιακόπως ρέπει προς τη διασκέδαση παρασυρόμενος στη διαφθορά.  Καθώς επείγεται για να βρει τη γαλήνη του σώματος, δεν κάνει και τόσο αυστηρές επιλογές των ηδονών.

Εξαιτίας της δριμύτητας του πόνου που του προξενεί η μαύρη χολή, ο μελαγχολικός δεν αντέχει την άχαρη ζωή της εγκράτειας. Είναι άνθρωπος της διασκέδασης, πλάσμα βίαιο και αντιφατικό, υποκείμενο σε αδιάκοπη αλλαγή. Αδύνατον να τον πιάσεις. Τη στιγμή που νομίζεις ότι θα το πετύχεις, ο μελαγχολικός έχει ήδη πετάξει πέρα από το σημείο όπου τον περιμένεις. Επειδή η δύναμη της μαύρης χολής είναι ασταθής, ασταθείς είναι και οι μελαγχολικοί.

Πως η αστάθεια, η μεταβλητότητα, οι μεταπτώσεις του μελαγχολικού  μπορούν να εξηγήσουν το μεγαλείο, τη δημιουργικότητα, την ιδιοφυία;  Ποια η σύνδεση ανάμεσα στα πεδία της κουλτούρας, της τέχνης, της ποίησης και του μελαγχολικού;

Η δημιουργία είναι μίμηση (ο Πλάτων καταδικάζει την τέχνη αποδίδοντας της τον μειωτικό χαρακτηρισμό της μίμησης). Ο καλλιτέχνης, ο μιμητής, κατασκευάζουν ψευδαισθήσεις χωρίς πραγματική ουσία. Η δημιουργικότητα είναι μια τάση να είναι κανείς διαφορετικός, μια αδάμαστη ορμή να γίνει κανείς άλλος, να γίνει όλοι οι άλλοι. Πρέπει να είναι κανείς προικισμένος για να μεταπλάθεται, να γίνεται διαφορετικός. Ο Αριστοτέλης μας μιλάει για δυο τρόπους να γίνεται κανείς άλλος :

μέσω της ευφυΐας: η ποιητική τέχνη είναι κτήμα του προικισμένου από τη φύση ο προικισμένος μπορεί εύκολα να μιμείται, είναι εύπλαστος.

μέσω της τρέλας (μανία): ο μανικός είναι εκστατικός. Η τρέλα είναι η έξοδος από τον εαυτό). Βγαίνοντας ο τρελός έξω από τον εαυτό του μπορεί να πάρει όλες τις θέσεις των άλλων (αυτό είναι τρόπος μίμησης).

Ο Αριστοτέλης κατά κάποιο τρόπο καταργεί την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στον προικισμένο και τον τρελό. Υπάρχει μόνο διαφορά βαθμού (ποσοτική):  ο προικισμένος και ο τρελός ανήκουν στην ίδια φυσική κατηγορία

Αντίθετα, τα «Μεγάλα Ηθικά» ιι, 1203 β του Αριστοτέλη αντιπαραθέτουν τους «θερμούς και προικισμένους» με τους  «ψυχρούς και μελαγχολικούς».          

Δε μπορείς να είσαι δημιουργός παρά όντας άλλος, αν αφεθείς να γίνεις άλλος. Έτσι μπορείς να μιμηθείς όλα τα πρόσωπα και όλα τα όντα, μπορείς να υποδυθείς το σύμπαν ολόκληρο, του πουλί που κελαηδάει, την κίνηση των νερών, το φλοίσβο των κυμάτων. Τότε αισθάνεσαι ότι μπορεί να σε κυριέψει η τρέλα. Ο Δημόκριτος και ο Πλάτων υποστήριζαν ότι κανείς δε μπορεί να είναι καλός ποιητής χωρίς μια θεία πνοή που να μπορεί να παραβληθεί με την τρέλα. Η ποίηση προϋποθέτει την έμπνευση δηλαδή την κατακυρίευση του ποιητή από μια θεία δύναμη όποια και αν είναι: μια μούσα, ο Απόλλων ή κάτι άλλο το οποίο να προσδιορίζεται λίγο πολύ  ως «εκτός εαυτού». Η διέγερση της τρέλας προδιαθέτει στον υπέρτατο βαθμό τις ικανότητες του πνεύματος για απρόβλεπτους συνειρμούς και αλλόκοτες συσχετίσεις που κινούν την προσοχή και ξυπνούν έντονα πάθη .

Εν κατακλείδι. Κατά τον Αριστοτέλη όλοι οι άνθρωποι που έχουν διακριθεί σε τέτοιο τομέα ήταν μελαγχολικοί. Η μαύρη χολή είναι ηθοποιός (ηθοποίηση). Διαμορφώνει συμπεριφορές και χαρακτήρες. Έτσι ο μελαγχολικός είναι ικανός να μετατρέπεται στο α ή το β πρόσωπο. Το κράμα της μαύρης χολής, η μελαγχολική κράση, είναι το μεταφορικό ταμπεραμέντο (μίμηση, αναπαράσταση, τέχνη). Οι μελαγχολικοί είναι κατ’ουσίαν ποιητές χάρη στην ένταση των διαθέσεων τους.  Η ευστοχία της μεταφοράς είναι αποτέλεσμα της δύναμης της μαύρης χολής.

Κατά τον Πλάτωνα οι ιδιοφυείς άνθρωποι είναι παρορμητικοί και έξαλλοι. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Δημόκριτος αλλά και ο γιατρός Ρούφος από την Έφεσο (ειδικός στην μελαγχολία). Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι αυτοί που έχουν οξύ πνεύμα και μεγάλη ευφυΐα πέφτουν εύκολα στην μελαγχολία επειδή έχουν γρήγορες μεταβολές και μεγάλη ικανότητα πρόβλεψης και φαντασίας.

Ο Ηuarte de san Juan (1529-1588, ισπανός γιατρός και ψυχολόγος) αναφέρει τη μορφή του Aποστόλου Παύλου.  Λέει πως όταν ο θεός θέλησε να πλάσει μέσα στην κοιλιά της μαμάς του έναν άνθρωπο που να είναι κατάλληλος να αποκαλύψει στον κόσμο την έλευση του γιού του, τον έκανε μελαγχολικό (με φλογερό θυμικό, μεγάλη νοημοσύνη και μεγάλη φαντασία).

Κατά τον Κοπιδάκη (2002) σήμερα ο όρος μελαγχολία χρησιμοποιείται ως αρχαϊκό κατά κάποιον τρόπο συνώνυμο του όρου κατάθλιψη (depression) η οποία προκαλείται-όπως υποστηρίζουν- από εκφυλισμό των νευρικών κυττάρων, καλύπτει μια ευρεία κλίμακα συμπτωμάτων και αντιμετωπίζεται, μεταξύ πολλών άλλων, με το αντικαταθλιπτικό Prozac, La Viagra de l΄âme”.  Η κατάθλιψη και η διπολική εκδοχή της, η μανιοκατάθλιψη, αποτελούν στις μέρες μας το μήλον της Έριδος ανάμεσα στη νευροβιολογία της συμπεριφοράς και την ψυχανάλυση. Η ακραία βιολογική ψυχιατρική θεωρεί πανάκεια τα ψυχοφάρμακα τα οποία οι αντίπαλοί της εκφαυλίζουν ως ψυχικούς ζουρλομανδύες. Οι συμφιλιωτικοί που πιστεύουν ότι η ασθένεια δεν προκαλείται από ένα μόνο αίτιο, συνιστούν φαρμακευτική αγωγή αλλά και κατάδυση στο φρέαρ της ψυχικής αβύσσου. Η μελαγχολία στάθηκε μια από τις «αριστοκρατικές» εκείνες ασθένειες που γονιμοποίησαν την τέχνη, τη λογοτεχνία και τον φιλοσοφικό στοχασμό. Κατά τον Μεσαίωνα η ακηδία (acedia), το θανάσιμο εκείνο αμάρτημα που ελλόχευε ιδιαίτερα τις ώρες του μεσημεριού θεωρήθηκε ως morbus melancolicus. Ακηδία είναι η αφροντισιά, η αμέλεια, αθυμία και ανορεξία που κυριεύει τον άνθρωπο, κάνοντάς τον απρόθυμο, αμελή ή αδιάφορο για κάθε πνευματικό έργο. Χαρακτηρίζεται ως βαρύτατο αμάρτημα, ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, μαζί με την υπερηφάνεια, τη φιλαργυρία, την πορνεία, την οργή, τη γαστριμαργία, τον φθόνο.

Πέρα από τους ποιητές μελαγχολία ήταν η ασθένεια που ταίριαζε σε επιστήμονες, ιδιαίτερα στους μαθηματικούς, σε ηγεμόνες και βέβαια στις ωραίες γυναίκες. Μια απροσδιόριστη λύπη, ένα σύννεφο μελαγχολίας (επ’ουδενί λόγω η χυδαία χαρά) έπρεπε να συνοδεύει πάντοτε την καλλονή για να επιτείνει το αίνιγμα του μυστηρίου της.

Ο I. Kant κατέταξε τη μελεγχολία στη σφαίρα του Υψηλού ενώ ο W.Benjamin ανακάλυψε την αριστερή μελαγχολία. Κατά τον Κοπιδάκη (2002), κατιόντες του μελαγχολικού τύπου αποφαίνονται ο υποχόνδριος, ο κατά φαντασίαν ασθενής, ο αίρων τη δυστυχία του κόσμου, ο φροϋδικός νάρκισσος και πολλοί άλλοι. Η μελαγχολία σφράγισε κινήματα ιδεών και αισθητικές θεωρίες (ουμανισμός, ρομαντισμός, decadence). Tα σύμβολά της: το φθινόπωρο, το δειλινό, τα άγρια μεσάνυχτα, τα κίτρινα φύλλα που στροβιλίζει ο άνεμος, τα μαραμένα λουλούδια, ο ιχθύς κυπρίνος και ο Lord of Melancholy (ο πλανήτης Κρόνος).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α’

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Β’

Βιβλιογραφία:

Αριστοτέλης :  «Μελαγχολία και Ιδιοφυία» εκδόσεις «Άγρα», Αθήνα 1998.

Κοπιδάκης Μιχάλης, Καθηγητής Κλασσικής Λογοτεχνίας Πανεπιστημίου Αθηνών «Βελλεροφόντης, Ευριπίδης, Αριστοτέλης: περιττοί και μελαγχολικοί» στο «Ορώμενα, τιμή στον Αριστοτέλη», Συλλογικό έργο εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here