Γράφει η  Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου*

Τ’ αυτοκίνητο βρωμάει τσίπουρο, ούτε μεθυσμένο να ‘ταν. Ο Άρης παίρνει τις στροφές απότομα κι όλο και πέφτει μέσα στις λακκούβες του δρόμου. Μου ‘ρχεται αναγούλα. Πάλι τα ‘πιε. Στο γνωστό ταβερνάκι, δίπλα απ’ το λογιστικό γραφείο του, με τα φιλαράκια του.

Του ρίχνω κλεφτές ματιές προσπαθώντας να κρατηθώ ανέκφραστη. Αν υπαινιχθώ  το παραμικρό, είναι ικανός να μετατρέψει τ’ αυτοκίνητο σ’ αεροπλάνο. Για να μου τη σπάσει. Κατεβάζω το παράθυρο. Λίγο. Ίσα ίσα.

Χτυπάει το κινητό μου. Το σηκώνω. «Ναι, ναι, Γρηγόρη. Όλα καλά. Ευχαριστώ και πάλι. Ευχαριστώ πολύ. Καλό βράδυ».

«Ο Γρηγόρης ο χήρος; Ο δασκαλάκος; Και γιατί τον ευχαριστείς, και πολύ κιόλας;» λέει ο Άρης.

«Α, δεν πρόλαβα να στο πω…»

Με κοιτάζει. «Τι να μου πεις;»

«Το πρωί, όπως πήγαινα στο σχολείο με τη Θάλεια, να, έπαθα λάστιχο».

«Λάστιχο; Και μου το λες τώρα;»

«Είχα και τη φίλη της τη Μαρία, την κόρη του Γρηγόρη μαζί. Και το Γρηγόρη δηλαδή. Είχε τ’ αυτοκίνητό του στο συνεργείο και…»

«Εσένα βρήκε να τους πας σχολείο; Ο πονηροδασκαλάκος», λέει κάτω απ’ τα μουστάκια του. Λακκούβα ξανά.  «Εμ, βέβαια, έτσι που οδηγάει, θα το τσάκισε το Φιατάκι του». Γελάει.

«Όχι, για το τακτικό του σέρβις το πήγε».

«Μάλιστα… Και;»

«Ε, να, καθώς κατεβαίναμε τη Βουλιαγμένης, ακούμε ένα μπάμ και τ’ αυτοκίνητο άρχισε να κάνει ζιγκ ζαγκ. Τρόμαξα τόσο.  Καμιά πρόκα θα πάτησα, ποιος ξέρει…»

«Έτσι που οδηγάς εσύ… Μήπως το πέταξες σε κάνα πεζοδρόμιο;»

«’Οχι, όχι, τίποτα τέτοιο. Μετά σταμάτησα στον παράδρομο, έξω απ’ τον Σκλαβενίτη και τί να δούμε, το λάστιχο είχε γίνει πίτα. Ευτυχώς που ήταν κι ο Γρηγόρης εκεί». Σταυρώνω τα χέρια μου μπροστά μου.

«Γιατί; Έσκυψε και το φούσκωσε;» Γελάει. «Τι να κάνει αυτός, βρε; Ένα ‘φου’ να του κάνεις και πέφτει χάμω. Φαντάζομαι τη μούρη του. Πώς δεν έπαθε έμφραγμα να τρέχετε πρωί πρωί». Λακκούβα πάλι. Το γέλιο του κούφιο.

«Κι όμως. Το έβγαλε, έβαλε στη θέση του τη ρεζέρβα και το πήγαμε ως το βουλκανιζατέρ στην Κύπρου, ξέρεις, απέναντι απ’ το Δημαρχείο».

«Γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο; Γιατί εκεί; Εγώ θα σου πω σε ποιο βουλκανιζατέρ θα πας, όχι αυτός ο τζιτζιφιόγκος».

«Μα, σ’ έπαιρνα, χτυπούσε, αλλά δεν απαντούσες. Πήρα πολλές φορές».

«Ναι, καλά. Δεν είδα καμία κλήση σου εγώ».

«Αλήθεια…»

«Πόσα σου πήρε αυτός ο κλέφτης;»

«Είκοσι ευρώ».

«Είκοσι ευρώ; Σ’ έκλεψε. Τι σου είπα; Σ’ είδε γυναίκα, χαζή κι ανίδεη και σ’ έκλεψε». Μ’ αγριοκοιτάζει. «Ένα μπαλωματάκι δεν έκανε, ε; Ένα απλό μπαλωματάκι. Δεν στ’ άλλαξε κιόλας».

Σκύβω το κεφάλι μου και το κουνάω καταφατικά. Σύμφωνα με τον Άρη, όλοι οι άντρες που συναντώ σ’ αυτή τη ζωή θέλουν ή να με πιάσουν γκόμενα ή να με κλέψουν. «Μα, τι να ‘κανα; Να τ’ άφηνα έτσι;»

«Χτυπάει με τη μπουνιά του το τιμόνι. «Ναι, ναι γαμώτο μου. Να τα ‘φηνες έτσι, στην άκρη του δρόμου. Και να μ’ έπαιρνες τηλέφωνο».

«Μα, σε πήρα. Έκανα πολλά τηλέφωνα. Δες τις κλήσεις σου».

«Τι να δω, μωρή;  Καμιά κλήση από σένα δεν έχω. Μερικές άγνωστες μόνο. Ξέρεις ότι δεν απαντάω σε άγνωστες κλήσεις. Να, κοίτα…» Μου πετάει το κινητό στο κεφάλι. Πονάω αλλά ευτυχώς προλαβαίνω και το πιάνω πριν χτυπήσει το τζάμι ή πέσει κάτω και τότε… ποιος με σώζει.

«Μπορεί να μην είχε σήμα ή να μπλόκαρε, δεν ξέρω», λέω, καταπίνοντας ένα λυγμό.

Κι άλλη απότομη, δεξιά στροφή. Κρατιέμαι απ’ το χερούλι της πόρτας μ’ όλη μου τη δύναμη και καταφέρνω να μη γείρω ούτε εκατοστό προς το μέρος του. Κρατάω το τηλέφωνο στην ιδρωμένη μου παλάμη κι αυτό βρωμάει τσίπουρο και τσιγάρο. Το κρατάω, αλλά δεν το ανοίγω. Δεν έχω κάτι να ελέγξω. Άλλωστε, δεν έχει σημασία. Να του πω ότι είχα ξεχάσει σπίτι το κινητό μου το πρωί και τον έπαιρνα απ’ το τηλέφωνο του Γρηγόρη;

Το κινητό του Γρηγόρη ήταν πεντακάθαρο. Και δεν μύριζε καθόλου άσχημα. Ακόμα και η Θάλεια το παρατήρησε. Και μου το ‘δωσε με τόση προθυμία, το χέρι του  απαλό χάδι  στο δικό μου. Κι η βόλτα αυτή ως το βουλκανιζατέρ μ’ αυτόν οδηγό, ήταν η καλύτερη που είχα κάνει ποτέ μου. Ήρεμη, σα βόλτα με βαρκούλα σε νερά λίμνης. Του είπα ότι ήμουν πολύ ταραγμένη για να οδηγήσω. Στο δρόμο μιλάγαμε, μιλάγαμε… Σε μια τόσο μικρή βόλτα και είπαμε τόσα πολλά, πώς χώρεσαν τόσες κουβέντες σ’ ένα διάστημα ενός τετάρτου, σα σποράκια σε βραγιά έπεφταν, ούτε που το καταλάβαμε, και δεν με διέκοπτε,  η φωνή του απαλά κυματάκια στη βάρκα μας, κι εγώ κράταγα σφιχτά την τσάντα μου όπου είχα το κινητό μου στο αθόρυβο. Όχι για πολύ. Ώσπου να φτάσουμε σπίτι, εγώ και το παιδί. Στο σπίτι που μας περιμένει. Στο σπίτι που μας αξίζει.

____________________________________________________________________

Η  Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα ήσυχο, ορεινό χωριό του Ξηρομέρου (στο  οποίο ελπίζει να τα καταφέρει να αποσυρθεί μια μέρα και να συγκεντρωθεί στο γράψιμο ιστοριών, μακριά απ’ την πολύβουη πρωτεύουσα) και τώρα ζει στην Αθήνα με το σύζυγό της και τα δυο της παιδιά. Κατέχει πτυχίο στην Λογοτεχνία [BA (Hons) Literature] και μεταπτυχιακό στην Διημιουργική γραφή [MA in Creative Writing] απ’ το Lancaster University. Οι ιστορίες της έχουν δημοσιευτεί σε online και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά σε Ελλάδα και εξωτερικό.