Γράφει η Ευγενία Μακαριάδη*

Εκείνο το καλοκαίρι πήγαινα για καφέ, συνήθως μόνη, στην Γλυφάδα. Στην ίδια παραλία, την ίδια ώρα, γύρω στις δέκα το πρωί, ερχόταν ένας περίεργος ηλικιωμένος άντρας. Φορούσε ναυτικό, μπλε πουλόβερ, μάλλινο παντελόνι, δερμάτινα μαύρα παπούτσια με άσπρες κάλτσες. Πεντακάθαρα τα ρούχα του και αστραφτερή η άσπρη πετσέτα, με σταμπαρισμένη γνωστή φίρμα αθλητικών ειδών, ριγμένη επιμελημένα στους ώμους του. Ο άντρας αυτός έτρεχε από τη μια άκρη της ακτής στην άλλη, εκεί ακριβώς που έσπαζε το κύμα. Κοιτούσε τη θάλασσα και κραύγαζε κομπιαστά, Μαρίααα, Μαρίαα, χωρίς σταματημό. Έτρεχε και φώναζε, Μαρίααα. Σταματούσε όταν η φωνή γινόταν τόσο βραχνή που δεν ακουγόταν, παρά μόνο έβλεπες το στόμα του να ανοιγοκλείνει. Άλλοι στην παραλία αδιαφορούσαν, άλλοι γελούσαν και κάποιοι του φώναζαν, αύριο θα ‘ρθει η Μαρία.

Την επόμενη μέρα την ίδια ώρα, ο άντρας αυτός με χειμωνιάτικα, καθαρά ρούχα και με ολόασπρη πετσέτα στους ώμους, πάλι αναζητούσε και καλούσε με σπασμένη και παρακλητική φωνή τη Μαρία. Μετά από λίγο, λερωμένος από την υγρή άμμο και εξαντλημένος από το τρέξιμο, ανοιγόκλεινε το στόμα χωρίς να βγαίνει φωνή. Στην παραλία μαζεύονταν πολλοί. Πιστεύω πως ερχόντουσαν άλλοι από περιέργεια και άλλοι για να του φωνάξουν χαχανίζοντας, αύριο θα έρθει η Μαρία.

Είχε περάσει ένας χρόνος από τότε. Καθόμουν με παρέα στην πλατεία της Νέας Σμύρνης, όταν τον είδα με κουστούμι αυτή τη φορά και χωρίς πετσέτα στους ώμους να τρέχει γύρω γύρω την πλατεία, να διασχίζει την Ελευθερίου Βενιζέλου και όπως μου είπαν έφτανε στην εκκλησία της Αγ. Φωτεινής και αντιστρόφως. Δεν φώναζε, μόνο από το έντονο ξεφύσημά του ένιωθες την αγωνία του. Ένας της παρέας έδειξε να τον ξέρει και είπε με σιγουριά ότι πάσχει από τραυματική αλαλία. Πρόσθεσε ότι αγάπησε μια Μαρία και το όνομά της αφάνισε οποιαδήποτε άλλη λέξη. Έτσι έπλασε με τον νου του έναν ολόκληρο κόσμο από δρόμους, πλατείες, παραλίες και την καλούσε καθημερινά. Την καλούσε και θα την καλεί αέναα, όμως αυτή η Μαρία, υποτίθεται, ότι βαρέθηκε και αγανάχτησε από τα ίδια και τα ίδια, εξίσου αγανάχτησε το ρο του ονόματός της και σφηνώθηκε στο λάρυγγά του και του ‘κοψε τη φωνή.

Τον έβλεπα πού και πού σιωπηλό να διατρέχει την πλατεία Νέας Σμύρνης και τους πέριξ δρόμους, ανοιγοκλείνοντας το στόμα του, κι εγώ συλλάβιζα το όνομα που τον πλήγωσε.

_______________________________________________________________________

*Η Ευγενία Μακαριάδη, γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στην Αθήνα. Έχει γράψει μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα. Το βιβλίο της με τίτλο «Μύριαμ και Χάννα» (μυθιστόρημα), βραβεύτηκε από την Π.Ε.Λ. και εκδόθηκε από τον Οίκο Λιβάνη. Στον πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος “Hotel XXX – Άσεμνες Ιστορίες (στα τελικά αποτελέσματα, μεταξύ των δέκα) διακρίθηκε και το διήγημά της με τίτλο «Από τη μέση και κάτω» (το 2015). Σε πανελλήνιο διαγ/σμό διηγήματος της Π.Ε.Λ. 2017 τιμήθηκε το διήγημά της «Ο σαλός». Παρακολούθησε σεμινάρια λογοτεχνίας στο ΕΚΕΒΙ και στη Σχόλη των εκδόσεων Πατάκη. Έχουν δημοσιευτεί διηγήματά της σε λογοτεχνικές σελίδες περιοδικών, τοπικών εφημερίδων, καθώς και στις ιστοσελίδες: planodion –ιστορίες μπονζάι, (το διήγημά της «τα δερμάτινα» και σε ισπανική μετάφραση Los de cuero),  Fractalart.gr,  Vivliolatria και στο ηλεκτρονικό – επιστημονικό περιοδικό ΨΥΧΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ του Κέντρου Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής (Θεσσαλονίκη).