Γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου*

Και ξαφνικά βλέπω τον κυρ Παντελή, τον γείτονά μου τον μαγκούφη συνταξιούχο και φανατικό καφενόβιο, πιασμένο χεράκι χεράκι σαν ερωτευμένο μαθητούδι με την νεαρή αλλοδαπή του αγαπημένη…

Σκέφτηκα ότι μάλλον δεν έβλεπα καλά και ο κυρ Παντελής δεν ήταν παρά κάποιος που του έμοιαζε φοβερά. Καταλήγοντας να πιστεύω τούτο το τελευταίο, ανάσανα με ανακούφιση. Είπα κι’ εγώ! Μη τρελαθούμε κιόλας βρε παιδί μου ε;

Ό, τι είδα λοιπόν το ξέχασα και δεν το ανέφερα σε κανέναν, φίλο, γνωστό, ή γείτονα.

Και έπιασε το φετινό διαβολόκρυο που μας έδωσε και καταλάβαμε. Κλειστήκαμε στα παγωμένα καβούκια μας, τα σπίτια, αφού και το άναμμα του καλοριφέρ ήταν μια πονεμένη ιστορία και απόφαση οριστική δεν είχε παρθεί αν το άναβαν πριν αρχίσουν ένα ένα τα γερόντια να τινάζουν τα πέταλα λόγω ελαττωματικού θερμοστάτη του οργανισμού τους.

Και να οι ιωσούλες να γίνονται οι πρωταγωνίστριες της ζωής μας και να ο βήχας να αυξάνει την ηχορύπανση.

Αν δεν είχα τον σκύλο μου που έπρεπε να τον βγάζω μία υποχρεωτική βόλτα βρέξει χιονίσει, δεν θα με έβλεπε ανθρώπου μάτι.

Μπουμπουλωμένος λοιπόν με παλτά γάντια κασκόλ και τα ρέστα και ένα μαντήλι τυλιγμένο στο κεφάλι μου εν είδει ΤΑΛΙΜΠΑΝ, που και στην Αλάσκα να ήμουνα πιο πολλά δεν νομίζω να φορούσα, βγήκα. Με βαριά καρδιά και στα πρόθυρα μιας κατάθλιψης που την ένιωθα να πλησιάζει. Πάντα το κρύο με καταθλίβει και το γκρίζο της φύσης δεν το μπορώ. Απορώ, πώς μερικοί άντεξαν τις 50 αποχρώσεις του!!!…

Πίνοντας και ένα διπλό κονιάκ, βρέθηκα αντιμέτωπος με το πολικό κρύο, ενώ ο Μάρκος ο σκύλος μου έκανε χαρούλες, το άτιμο το σκυλί. Αφού όλη την μέρα την έβγαλε ξάπλα μπροστά στο τζάκι γιατί πιθανόν κρύωνε, τώρα ΔΕΝ κρύωνε;

Δεν κρύωνε, όχι.

Αλλά και αυτό να συνέβαινε δεν μού το είπε, δεν μού το έδειξε, ήθελα να πω.

Να χοροπηδά, να κάνει τρελίτσες σαν παλαβό. ΚΑΙ έτσι παγωμένος και δύσθυμος όπως βάδιζα, βλέπω τον μπάρμπα Παντελή, αυτός ήταν το δίχως άλλο, πιασμένος πάλι χεράκι χεράκι με την νεαρή κοπελιά και με αμφίεση μη σού πω ανοιξιάτικη. Εγώ, στα μισά του χρόνια και ντυμένος σαν κρεμύδι και αυτός σαν τζόβενο και με γυμνά τα χέρια για να νιώθει τη ζεστασιά του νεανικού αίματος κατ’ ευθείαν στον εαυτό και όχι μέσω γαντιών.

Γνωρίζαμε όλοι εμείς οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι εδώ και κάτι μήνες έψαχνε να βρει μια γυναίκα να τον βοηθά με τις δουλειές του σπιτιού και τις γεροντικές του ανάγκες, αλλά ότι έψαχνε και για γκόμενα ούτε που μάς πέρασε από το μυαλό. Η κυρία λοιπόν ως φαίνεται βρέθηκε και έγινε η μικρή πικρή του αγάπη. Τα πιασμένα χεράκια αυτό έδειχναν και κατ΄ ουδέναν τρόπο επείχαν την θέση …μπαστουνιού. Έδειχναν την ανάγκη της σωματικής επαφής ακόμη και την ώρα που η όμορφη αλλοδαπή τον έβγαζε βόλτα όπως εγώ τον Μάρκο μου!

Στην συνέχεια έκανα μιαν απρέπεια και το ομολογώ, αλλά την έκανα μόνο και μόνο για να μη μού πει κανείς ότι έκανα λάθος και επρόκειτο περί διαβολικής ομοιότητας. Δυνάμωσα τον βηματισμό μου ξεπέρασα το ζευγάρι και μετά έκανα μεταβολή και ήρθα φάτσα φάτσα με το ερωτευμένο ραμολή

«Γεια σου μπάρμπα Παντελή. Κρύο ε;» Του λέω.

«Μπάρμπα, να πεις τον πατέρα σου ρε τσόγλανε» μού απάντησε με γαλατική ευγένεια. Και συνέχισε:

«ΚΑΙ όχι ρε, κρύο δεν κάνει, μια έντονη ψύχρα ναι, δεν λέω».

«Μωρέ μπράβο σου. Δεν κρυώνεις; Εγώ έχω γίνει παγωτό θες, γρανίτα θες κι ό, τι το πιο παγωμένο έχει ένας καταψύκτης, και γυρίζω σπίτι μου σφαίρα πριν αρρωστήσω και με βρουν ξυλιασμένο στο επίσης παγωμένο μου σπίτι. Εσύ όμως βλέπω καλοπερνάς. Κάνω λάθος;»

«Βρε χαμένε, πάρε το βρωμοσκυλό σου και δίνε του πριν σου κατεβάσω όλα τα καντήλια της εκκλησιάς και δεν θα το ‘θελα μπροστά στην κυρία» τελείωσε τη κουβέντα του ο γέροντας καθώς απομακρυνόταν με την καλή του και τα χέρια στις τσέπες πια.

Πέστε μου τώρα σας παρακαλώ, ποιος μπορεί να κατηγορήσει το μαγκούφη γέρο για τούτη την αναπάντεχη ανατολή που ξημέρωσε στην ζωή του; Μπορεί να ήταν ψεύτικη, μπορεί να ήταν πληρωμένη με το μήνα, όπως και η σύνταξή του η οποία φαίνεται επαρκούσε για την αμοιβή των προσφερομένων υπηρεσιών την νεαρής αλλοδαπής. Ούτε στο όνειρό του περίμενε ποτέ για κάτι παρόμοιο, όπως και πολλοί σαν αυτόν.

Ποιος να κατηγορήσει την όποια ζεστασιά εισέπραττε, έστω με αυτόν τον τρόπο; Ο,ΤΙ και αν του στοίχιζε σε χρήμα, λίγο θα ήταν πάντα μπροστά στο μέγεθος της πληρωμένης Αγάπης η οποία δεν θα είχε ίχνος αλήθειας, γιατί ο μπάρμπα Παντελής το ΜΟΝΟ που διέθετε ήταν η πενιχρή του σύνταξη. Η μεγάλη του ηλικία δεν άφηνε περιθώρια για να σκεφτεί κανείς και κάτι άλλο περισσότερο!

Γνώμη μου είναι ότι η illusion που ζούσε ότι και καλά η κυρία τον συμπάθησε ή ακόμη ότι τον αγαπούσε(!) ήταν κατάλοιπο της πρότερης ζωής του. Ο άντρας και εκατό χρόνων να γίνει θα περνάει τον εαυτό του για ακαταμάχητο εραστή κυρίως αν το συναίσθημα αυτό ενισχυθεί και με γεμάτο πορτοφόλι. Χιλιάδες τα παραδείγματα που ακούμε και διαβάζουμε.

Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να πούμε ότι ο κυρ Παντελής ξανάνιωσε. Τουλάχιστον δέκα, για να μην πω περισσότερα χρόνια νεώτερος από την πραγματική του ηλικία φάνταζε.

Τον ξανασυνάντησα στο σπίτι κάποιου κοινού μας γνωστού ένα Πάσχα.

Τι να σας πω… Η “ψυχή” της ομήγυρης. Το τι τραγούδι έριξε, το τι χορό Μιλήσαμε για ραμολή; Κάναμε λάθος. Ένας γέρο έφηβος άξιος θαυμασμού, αυτό ήταν.

ΤΙ θαύματα που κάνει ο έρωτας τέλος πάντων βρε παιδί μου…

Αφού έφαγε και ήπιε τον αγλέορα, ο Γέροντας ζήτησε την άδεια να αποσυρθεί, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων που όλοι ξέραμε ποιες ήταν. Ένιωσε την ανάγκη να ολοκληρώσει την ευωχία του, πράγμα που μόνο στο σπιτάκι του και πουθενά αλλού μπορούσε να απολαύσει με τις όποιες του εναπομείνασες δυνάμεις…

Την επαύριο έκανε ηρωική έξοδο συνοδευόμενος από την νεαρή κυρία και αναγγέλλοντας υπερηφάνως τους αρραβώνες του και τον γάμο που επρόκειτο να ακολουθήσει εντός των προσεχών ημερών.

Διαφορά ηλικίας πάνω από μισό αιώνα.

ΕΝΕΟΙ ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ.

Σε απόγνωση τα παιδιά του και τα εγγόνια του. Ο δισέγγονός του ήταν πολύ μικρός ακόμη για να καταλάβει τα τέρατα που συνέβαιναν στην οικογένεια.

Μα γιατί μωρέ κάνετε έτσι; Αν τον αγαπάτε τον άνθρωπό σας αφήστε τον να ζήσει το απατηλό του όνειρο έστω και αν ξέρετε γιατί τα κάνει αυτά η αλλοδαπή σας. Ένα όνειρο που όποια στιγμή και αν διακοπεί το σίγουρο είναι ένα. Πρόλαβε και τον άφησε παρκαρισμένο κάπου στον επίγειο παράδεισό του. Εσείς τι χάσατε; Κάτι ψιλά από την σύνταξή του μόνον …Στην πρότερη μοναξιά του τι κάνατε; Τι του προσφέρατε πέραν από ένα ταπεράκι με το χθεσινό φαγητό; Ο Χριστιανός τώρα πια και το καθημερινό φαγητό του έχει σε πιάτο και όχι σε τάπερ, και συντροφιά στην τηλεόραση για να έχει ακροατήριο όταν βρίζει την κυβέρνηση για την κατάντια του συνταξιούχου, και κυρίως παρεΐτσα στο κρεβάτι του. Ε, αυτό το τελευταίο παιδιά δεν πληρώνεται με τίποτα, μα με τίποτα όμως, ακόμη και αν είναι γιαλαντζί.

Αν έστω και υποτυπωδώς τον αγαπάτε εσείς, αφήστε τον να το ζήσει το όνειρο, την ψευδαίσθηση, ότι ακόμη μπορεί να είναι ο εραστής και η κολώνα του σπιτιού του. Αφήστε τον να απολαύσει τις προσφερόμενες επί πληρωμή αγκαλίτσες και τα χαδάκια, τα έχει ανάγκη, όπως τα έχει το μικρό παιδί.

Και πέρασαν οι γιορτές. Και ένα πρωινό φεύγει να πάει στην Τράπεζα να εισπράξει την σύνταξή του. Και ο γιος του μάταια τον περιμένει να έρθει να κανονίσουν κάτι λεπτομέρειες για τον πολιτικό γάμο (σ’ αυτό ήταν ανένδοτα τα παιδιά του. Θρησκευτικό γάμο και παραινέσεις του ιερέα για καρπούς κοιλίας και δεν συμμαζεύεται παρά ήταν πολύ και αυτό το κατάλαβε και ο γέροντας. Ευτυχώς μην είχαμε και δράματα.).

Ένα σημείωμα αφημένο στο τραπέζι της κουζίνας τον πληροφορούσε ότι θα περνούσε πρώτα από το σπίτι της μνηστής το και μετά θα τον συναντούσε. Βλέποντας λοιπόν ο γιος ότι το ραντεβού για το οποίο ο πατέρας του εκόπτετο, ματαιωνόταν και μάλιστα χωρίς να ειδοποιηθεί από πριν, έριξε τα μούτρα του και παίρνει τηλέφωνο τη …μητριά του που του το είχε δώσει ο μέλλων γαμπρός για ώρα ανάγκης. Και αν δεν ήταν ανάγκη τώρα, σαν πότε άλλοτε θε να ‘ταν; ΚΑΙ ακούει την αλλοδαπή να του λέει με ακαταλαβίστικα ελληνικά, ότι ο Λάκης της (Παντελής –Παντελάκης- Λάκης) δεν είναι καλά, δεν αναπνέει και μάλλον είναι ολίγον πεθαμένος.

Τα’ παιξε το παλληκάρι και σε αλλόφρονα κατάσταση οδηγώντας το τζιπ του φτάνει στο σπίτι της μέλλουσας μητρός του συνομήλικής του σχεδόν.

Ανεβαίνει τα σκαλιά πέντε πέντε, μη περιμένοντας το ασανσέρ και φτάνοντας στο κεφαλόσκαλο του 2ου όπου το διαμέρισμα της μικράς αντικρίζει τον πατέρα του ξαπλωμένο ανάσκελα μη δίνοντας σημείον ζωής. ΉΤΑΝ ΌΝΤΩΣ ΌΧΙ ΟΛΙΓΟΝ ΑΛΛΑ ΝΤΙΠ ΓΙΑ ΝΤΙΠ ΝΕΚΡΟΣ. Κλαίγοντας η μικρή τον πληροφορεί ότι ο πατέρας του είχε έρθει καταχαρούμενος και με πολλή διάθεση για χάδια (έτσι ονόμασε το πήδημα. Η κοπέλα είχε κάποιο επίπεδο ως φαίνεται) και ότι αμέσως μετά την αγάπη σηκώθηκε να φύγει ενθυμούμενος το ραντεβού με το γιο του. Και μόλις βγήκε από το σπίτι έπεσε στο κεφαλόσκαλο (ερώτημα: σαν τι γύρευε κατά κει και όχι στο ασανσέρ;;;) και δεν σηκώθηκε ξανά.

Η συνέχεια, λίγο πολύ γνωστή. Ιατροδικαστές, νεκροψίες και νεκροτομεία.

ΕΚΕΊΝΟ που εμείς έχουμε να πούμε ή να ρωτήσουμε (και το ερώτημα ρητορικό) μπορούσε να είχε βρει ωραιότερο θάνατο; Έφυγε μετά την Αγάπη – ή κατά πολλούς κατά την διάρκειά της – και η απόλαυση, η μαγεία της, έμειναν χαραγμένα στα ακίνητα και παγωμένα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Τι σημασία αν την αγάπη την έλεγαν Σβελτάνα ή Σόνια ή Σοφία και Ελένη; Όλες οι γυναίκες φιλάνε και αγαπάνε το ίδιο αληθινά ή ψεύτικα. Το θέμα είναι τι εισπράττεις ΕΣΥ, ή μάλλον τι εισέπραξε ο αποθανών.

Θεός σχώρεστον.

_________________________________________________________________

* Η Λένα Μαυρουδή Μούλιου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Είναι παντρεμένη με παιδιά και εγγόνια. Συνταξιούχος δασκάλα πιάνου, Πτυχιούχος και Συνθέτις του Εθνικού Ωδείου Αθηνών (Μανόλης Καλομοίρης). Έγραψε πολλή ορχηστική μουσική και πάρα πολλά τραγούδια. Σαν συγγραφέας έχει πλούσιο έργο. Έγραψε (και συνεχίζει να γράφει) είκοσι βιβλία όπως: Αφηγήματα, Μυθιστορήματα, Νουβέλες, Συλλογές διηγημάτων και ποιήματα. Έχει διακριθεί σε πάρα πολλούς διαγωνισμούς με ΑΡΙΣΤΕΙΑ, ΒΡΑΒΕΙΑ, ΕΠΑΙΝΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ. Συμμετέχει επίσης σε πολλές συλλογικές εκδόσεις. Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ’’ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ’’ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ ‘’Η ΠΌΡΤΑ ΣΤΑ ΔΕΞΙΑ,’’ το μυθιστόρημα ‘’ΥΠΟΨΙΕΣ,’’ την Τριλογία ’’ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ’’, ενώ άλλα Βιβλία της βρίσκονται υπό Έκδοση, όπως το μυθιστόρημα ’’Η ΒΙΛΑ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ’’ από τις εκδόσεις ‘’ΠΝΟΕΣ’’ , η Β’ Συλλογή διηγημάτων ‘’ΥΔΡΟΧΟΟΣ ΜΕ ΣΚΟΡΠΙΟ’’ κα. Συνεργάζεται με πολλά ηλεκτρονικά περιοδικά και διαδικτυακές σελίδες, που σε καθημερινή σχεδόν βάση ανεβάζουν έργα της.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal]