Home / Βιβλιοθεραπεία / Κίτρινα χείλη

Κίτρινα χείλη

Γράφει ο Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος*

Μικρά τετράγωνα κουτιά στοιχισμένα στρατιωτάκια το ένα δίπλα στο άλλο σου άφηναν λίγο ελεύθερο χώρο να ξεχάσεις τα ταλαίπωρα πόδια στο υποπόδιο, μια οθόνη, ένα πληκτρολόγιο και ένα τραπεζάκι που χωρούσε να ακουμπήσεις ένα ποτήρι καφέ, την τσάντα με τα προσωπικά είδη και τα ντεπόν. Μόλις κρεμούσα στο αυτί το χειλόφωνο λες και δεν υπήρχαν τριγύρω μου άνθρωποι με τα ίδια χαρακτηριστικά σαν και μένα πάνω κάτω, άλλοι με παντελόνια, άλλοι με φούστες, γοβάκια και γαλλικό νυχάκι. Ο ήλιος που είδα το πρωί να χρυσαφίζει τις προσόψεις των πολυκατοικιών και να βάφει τους ξεχαρβαλωμένους σοβάδες τους, έσβηνε με μιας και νύχτα απλώνονταν στον χώρο, πραγματική νύχτα σαν αυτή που πέρασε και σαν αυτή που μετά βεβαιότητος θα ‘ρχόταν. Η οθόνη, η μόνη φωτεινή πηγή μπροστά μου, με καλημέριζε πρώτα και ύστερα γέμιζε με κόκκινα, πράσινα και κίτρινα λαμπάκια που έπρεπε να τα πάρω με τη σειρά, δίνοντας προτεραιότητα στα κόκκινα που ήταν και τα πιο επίμονα. Ο στόχος ήταν να τα κιτρινίσω και ύστερα να τα πρασινίσω, για να τα αφήσω ύστερα σε μια προσωρινή επίπλαστη ησυχία, όπου τα αντανακλαστικά λαγοκοιμόταν και ανά πάσα ώρα και στιγμή έπρεπε να ενεργοποιηθούν για να μη ξαναγίνουν τα πράσινα κόκκινα και φτου ξανά κι απ’ την αρχή. Τον τελευταίο καιρό συνέλαβα τον εαυτό μου να βάζει στα χείλια το πρωί έντονο κόκκινο κραγιόν. Δεν πέρασε απαρατήρητο από τον γενικό, αλλά ούτε και τους συναδέλφους στη δουλειά. Οι λοξές ματιές έδιναν και έπαιρναν, ώσπου, μια μέρα, όταν κατάφερα μερικά λαμπάκια να τα κάνω πράσινα, εμφανίστηκα με πράσινο κραγιόν. Οι λοξές ματιές έγιναν ματιές απορίας και κρυφογελάκια συνέλαβα να υπερίπτανται στον χώρο. Δεν έδωσα σημασία και χάιδεψα με μητρική στοργή το κουτάκι με τα ντεπόν. Αποφάσισα να βάζω κάθε μέρα πράσινο κραγιόν για να ξορκίσω τα κόκκινα λαμπάκια.

Η μητέρα μου, η κυρά Φωτεινή όπως την φώναζε ο μακαρίτης ο πατέρας, κόντευε τα εβδομήντα, αλλά συνέχιζε να μαγειρεύει υπέροχα για την κόρη της που ερχόταν πτώμα από τη δουλειά και κυκλοφορούσε ακόμη ελεύθερη, στα τριάντα της, χωρίς γαμπρό. Εξακολουθούσε να διακρίνει τις εποχές ανάλογα με τι καιρό έκανε έξω και τις μέρες από το σκοτάδι ή τη φωτεινότητά τους. Ασφαλές μέσο γι αυτή, το παραθύρι του διαμερίσματός μας και το μπαλκονάκι του στα Πετράλωνα. Δεν έβλεπε με καλό μάτι το πρασινάδι στα χείλη μου, σα να έφαγες χορτάρι και να μη σφουγγίστηκες, μου ‘λεγε. Αλλά και με το προηγούμενο κοκκινάδι στραβομουτσούνιαζε, απλά δεν τολμούσε να ξεστομίσει την επισήμανση που είχε καρφωθεί στο μυαλό της. Δεν λέω, παρότι την άφησε νέα ακόμη ο μακαρίτης ο πατέρας μου, με σπούδασε με τη δουλειά και την προκομάδα της. Πρώτη μπήκα στο Πάντειο κι εκείνη καμάρωνε αγκαλιά με τη σφουγγαρίστρα της.

Καμμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, έλεγε και ξανάλεγε για να το εμπεδώσω.

Ντροπή είναι να κάνει ο άνθρωπος ανήθικα πράγματα και να στενοχωρεί τους άλλους ανθρώπους. Αυτό ήταν νόμος απαράβατος και προσπαθούσα να τον τηρώ με ευλάβεια, στο μέτρο της στάθμης του ηθικού που μου είχε χαράξει ο νέος τρόπος σκέψης και έκφρασης στη χαβούζα της Αθήνας. Τα ιερά και τα όσια της κυρά Φωτεινής ήταν αδιαπραγμάτευτα από τότε που αγοροκόριτσο μαζί με την τσακαλοπαρέα των αγοριών, μας έπιασε να κάνουμε μπανιστήρι, στο παραθυράκι του φωταγωγού του υπογείου, μια κυρία ελαφρών ηθών της γειτονιάς μας.

Το σπίτι του κάθε ανθρώπου είναι εκκλησία και είναι αμαρτία να το μαγαρίζετε με τέτοιες πράξεις, μου ‘κανε τότε το κήρυγμά της η Σμυρνιά, αφού πρώτα έφαγα ένα χέρι ξύλο προς γνώση και συμμόρφωση.

Σήμερα τα λαμπάκια είχαν μουλαρώσει και κανένα δεν έπαιρνε την απόχρωση του κίτρινου. Κίτρινο κραγιόν δεν έψαξα να βρω. Αν το ‘κανα κι αυτό, το ξεφωνητό θα ήταν ηχηρό και ενδεχομένως μια ευπρεπής «λύση της συνεργασίας σας με την εταιρία μας» θα έκανε την κυρά Φωτεινή τούρμπο και τη φλόγα στο καντήλι μας πάλι ακοίμητη. Τα κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Κατάπια δυο ντεπόν και τα έστειλα στο στομάχι μονοκοπανιά με μια γουλιά νερό εμφιαλωμένο. Η αμαρτία χτυπούσε στομάχι και κεφάλι καθημερινά. Ο παπάς και ο γιατρός ούτε σαν σκέψη περνούσαν από το μυαλό και η μόνη μου εξομολόγηση το ντεπόν. Έδινε συγχωροχάρτι σε πέντε λεπτά και δεν σε έβαζε σε εξαντλητική νηστεία και φαρμακευτική αγωγή. Η ψυχή όμως δεν ησύχαζε. Το ντεπόν ουδεμία αρμοδιότητα είχε σε αυτή την άβυσσο. Μπορεί και να μη γνώριζε καν την ύπαρξή της, ή απλά να το φόβιζε η μαυρίλα της. Δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει με βεβαιότητα τι σκέφτονταν ο φαρμακοβιομήχανος όταν κοπανούσε τη συνταγή στο γουδί της βιομηχανίας του. Η ψυχή κυκλοφορούσε λοιπόν χωρίς συγχωροχάρτι και αυτό ήταν βασανιστικό.

«Άντε γαμήσου μωρή…» ούρλιαξε ένα υπόγειο στη Νίκαια. Κατέβασα και το τρίτο ντεπόν. Την προτροπή του υπογείου τελευταία την είχα διαγράψει από τις προτεραιότητές μου, όχι μόνο ως μέσο εγγονοποίησης για την κυρά Φωτεινή, αλλά ούτε και ως μέσο απόλαυσης. Άμα δεν τακτοποιηθεί η ψυχή, δεν μπορείς να απολαύσεις ούτε το γαμήσι, έλεγα μέσα μου και έκλεινα το βιβλίο του έρωτα για να τακτοποιήσω τα γαμωλαμπάκια. Η μάνα ουκ ολίγες φορές άναβε λιβάνια στο σπίτι όταν με άκουγε να μιλώ ανορθόδοξα για να αποσυμπιέσω λίγο τα μέσα μου. Άφησα τις σκέψεις κατά μέρος. Ο γενικός έκοβε τώρα βόλτες στους διαδρόμους και παρατηρούσε τα χείλη μας. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα σε ένα τριάρι στην Πετρούπολη.

Ο άνδρας μου δεν είναι εδώ, με ενημέρωσε το τριάρι, ενώ τον έβλεπα να κάθεται στην κουζίνα και να κάνει παντομίμα. Η γυναίκα, μια κοίταζε αυτόν, μια εμένα τρομαγμένη. Ίσως δεν ξανάδε γυναίκα με πρασινάδι στα χείλη. Ο γενικός τώρα στάθηκε πάνω από το κεφάλι μου και περίμενε. Έσπρωξα λίγο την πόρτα και μπήκα. Ο άνδρας λούφαξε και έκοψε την παντομίμα. Τον άφησα στην άκρη και επικεντρώθηκα στη γυναίκα. Μου φάνηκε ότι το κάτω χείλος της έτρεμε. Πήρα βαθιά ανάσα και προχώρησα μέχρι το σαλόνι. Ένας παλιοκαιρίσιος καναπές μπροστά στην τηλεόραση, μερικά κάδρα στους τοίχους και ένα τραπέζι, τα μόνα έπιπλα. Η γυναίκα φάνηκε πρόθυμη να με βγάλει από τη δύσκολη θέση

Μέχρι τέλος του μήνα θα το κανονίσει ο άνδρας μου. Δυσκολευόμαστε λίγο αυτή την εποχή, ψέλλισε κι εγώ πληκτρολόγησα στην οθόνη τα λόγια της. Ο γενικός αποφάσισε επιτέλους να με αφήσει και να πάει σε γειτονικό κουτί. Ετοιμάστηκα να την αποχαιρετήσω και να πάω σε άλλο διαμέρισμα όταν την άκουσα να μου λέει

Έχασε τη δουλειά του και μόνο εγώ δουλεύω κορίτσι μου. Σφουγγαρίζω καμιά σκάλα. Θα κανονίσω αύριο να βάλω είκοσι ευρώ, δεν μπορώ περισσότερα.

Κοντοστάθηκα στην εξώπορτα, έβγαλα ένα ντεπόν και το κατάπια χωρίς νερό. Της γύρισα την πλάτη και είδα στο απέναντι πεζοδρόμιο τον πατέρα να με κοιτάζει λυπημένος. Πάντα είχε αυτή την έκφραση της λύπης στα μάτια του, σα να ήξερε ότι θα πέθαινε. Τώρα μου φάνηκε ότι γνώριζε πώς κάθε μέρα που περνούσε ξαναπέθαινε. Άκουσα πίσω μου την εξώπορτα να κλείνει, δεν σήκωσα κεφάλι, προσπέρασα τον πατέρα χωρίς να του πω ούτε μια καλημέρα και μπήκα σε ένα άλλο διαμέρισμα στα βόρεια προάστια.

Ο μπαμπάς μου δεν είναι εδώ, ένα κοριτσάκι όλο σκέρτσο και δροσιά με υποδέχτηκε.

Μήπως μπορώ να μιλήσω στη μαμά σου; Έβαλα το καλό μου χαμόγελο και τα πράσινα χείλη μου, γέμισαν Άνοιξη και ένα μπουκέτο λουλούδια.

Η μαμά μου χώρισε με τον μπαμπά μου, δεν έδωσε καμία σημασία στο μπουκέτο με τα λουλούδια το σκασμένο και φχαριστιόταν που με κορόιδευε. Ο μπαμπάς και η μαμά χαιρόταν στο σαλόνι για τις επιδόσεις της κόρης τους στο ψέμα, ενώ ο σκύλος τους αλυχτούσε. Βρόντηξα την εξώπορτα και έφυγα τσαντισμένη.

Μέχρι το τέλος της βάρδιας κανένα λαμπάκι δεν άλλαζε χρώμα. Όσο αυτά δεν άλλαζαν χρώματα, τόσο ο γενικός έκανε σούρτα φέρτα και άλλαζε όλα τα χρώματα της ίριδος. Μιλούσα στο τηλέφωνο και ταυτόχρονα σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν τη Σχολή, τις σπουδές μου, τα ζόρια που τράβηξε η μάνα για να κάνω το μεταπτυχιακό, τα πόδια μου που πονούσαν στην καφετέρια πάνω κάτω με έναν δίσκο στα χέρια, ύστερα αυτή τη δουλειά. Όλα ήταν προσωρινά, όπως οι μέρες και τα χρόνια, τίποτα σίγουρο.

Να την πάρεις τη δουλειά, μου είπε η μάνα, μέχρι να βρεθεί κάτι καλύτερο. Τηλεφωνήτρια θα είσαι, θα κάθεσαι σε μια καρέκλα στολισμένη και θα μιλάς, πού θα βρεις καλύτερα; Δεν μπορούσα να κάνω και διαφορετικά. Δεν μπορούσα όμως και να της πώς ότι με έστελνε να κάνω μπανιστήρι στα ξένα σπίτια όχι από το παραθυράκι του φωταγωγού, αλλά από το σαλόνι τους. Δεν μπορούσα να της πω ότι με έστελνε να σακατέψω την ηθική που μου δίδαξε τόσα χρόνια Έκλεισε η βάρδια μου σήμερα χωρίς να αλλάξει κανένα χρώμα στην οθόνη. Προσπάθησα να παρηγορήσω τον εαυτό μου. Τίποτα δεν είναι σίγουρο στον ασταθή κόσμο των χρωμάτων. Το πράσινο σήμερα, γίνεται αύριο κίτρινο και ξανά πράσινο, ακολουθώντας αιώνιους φυσικούς νόμους και κανόνες που αν τους παραβεί ο άνθρωπος αρρωσταίνει και στο τέλος πεθαίνει. Ήμουν ακόμη νέα για να πεθάνω. Αν βέβαια άκουγε τις σκέψεις μου ο γενικός, ούτε που θα καταλάβαινε και ίσως με έπαιρνε για τρελή. Μια τρέλα μπορεί και να την είχα πάντως, όπως όλοι μας. Αποφάσισα να σβήσω την άλλη μέρα το πρασινάδι στα χείλη, αφού δεν έπιασε ως μαγικό ξόρκι της γκαντεμιάς, ούτε βοήθησε στην ψυχική ανασύνταξή μου. Ο γενικός χαμογέλασε, ικανοποιημένος με την αλλαγή που έβλεπε στα χείλη μου και με καλημέρισε όταν πλησίασε στο κουτί. Άρχισα το μπανιστήρι και την κουβέντα με τα διαμερίσματα, ώσπου το μάτι μου έπεσε σε ένα λαμπάκι. Άλλαξε χρώμα. Έγινε κίτρινο!!! Έβαλα τον κένσορα πάνω στη γραμμή και μου άνοιξε το τριάρι στην Πετρούπολη. Κόλλησα τα μάτια μου στο παραθυράκι του φωταγωγού της κουζίνας. Η γυναίκα μόλις γύριζε σπίτι. Είχε πάει στην τράπεζα και είχε καταθέσει είκοσι ευρώ. Ο άνδρας της στο τραπεζάκι της κουζίνας έπινε τον τρίτο του καφέ. 

Εντάξει;

Εντάξει… του απάντησε και έβαλε μια κατσαρόλα στο καμινέτο. 

Τι θα φάμε; ρώτησε εκείνος.

Φακές, τι άλλο; … του απάντησε και τράβηξε την κουρτίνα στο παραθυράκι του φωταγωγού.

Κοίταξα τριγύρω και είδα την τσάντα μου και τα ντεπόν στη θέση τους. Ένα ντοσιέ, ένα στυλό και ένας κίτρινος μαρκαδόρος υπογράμμισης πάνω του. Έβγαλα το καθρεφτάκι από την τσάντα, ξεκρέμασα το χειλόφωνο, έπιασα τον κίτρινο μαρκαδόρο και έβαψα τα χείλη μου. Κοιτάχτηκα στο καθρεφτάκι και με βρήκα όμορφη. Μου πήγαινε το κίτρινο τελικά. Έσιαξα τη φούστα στα μπούτια μου, καλημέρισα τον γενικό και με ένα… πάφ, χάθηκα από τα μάτια του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal]

______________________________________________

*Ο Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος  γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζει στη Χαλκιδική. Υπερασπίζεται τη σύντομη φόρμα και τις καθημερινές ιστορίες με αναπάντεχο τέλος. Διηγήματά του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ανάτυπο με τίτλο «Τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια» καθώς και στη συλλογική έκδοση «Παράξενες μέρες στη Θεσσαλονίκη». Διηγήματά του δημοσιεύονται κατά καιρούς σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και δοκιμάζουν τις αντοχές τους σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Για τους φίλους δημοσιεύει στο ιστολόγιό του http://toalfatoukentaurou.blogspot.com και στο Facebook.

Δείτε επίσης...

Πέρα από το ροζ και το γαλάζιο…

Συγγραφέας: Δήμητρα Κογκίδου Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια αυξανόμενη ανησυχία διεθνώς για τον έμφυλο διαχωρισμό …

Μαρία Σούμπερτ – Πριν το πέρασμα

Ιστορίες είναι η ζωή μας. Μόνο ιστορίες. Κι αν δεν αξίζει να τις αφηγηθείς μετά, …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *