Γράφει η Εύα Μοδινού*

Όταν βρέθηκα σ’ εκείνη την σκοτεινιά σκέφτηκα πως ήταν ένα κακό όνειρο. Μια φωνή με τρυπούσε ουρλιάζοντας: «Ξύπνα, ξύπνα!» Προσπάθησα να σηκωθώ αλλά δεν ένιωθα το σώμα μου. Ήμουν ξαπλωμένη σε κάτι πολύ μαλακό που τριβόταν σαν να’ τανε άμμος. Ένιωσα ένα ρίγος να με διατρέχει κι είδα κάποια σκιά να σκύβει πάνω μου φωνάζοντας πάλι: «Ξύπνα!» Πάλευα ν’ ανασάνω μα ήταν λες κι ο αέρας έπηζε μέσα μου σαν πέτρα. Ένιωσα τα πνευμόνια μου να γεμίζουν σκόνη, μια σκόνη αλλόκοτη που ερχόταν από κάπου μακριά, από άλλο κόσμο και με σκέπαζε σαν σάβανο. Ο σφυγμός μου κτυπούσε μέσα στο σώμα μου τις σφυριές του παντού ώσπου συγκεντρώθηκε στον καρπό μου. Έστρεψα εκεί με πολύ κόπο το βλέμμα μου κι είδα πως ήταν κομμένος από τον αγκώνα. Σαν πέτρινος μου φάνηκε κι αυτός. Και το αίμα μου παγωμένο στις φλέβες μέσα δεν κυλούσε, πονούσα φρικτά, γιατί έσπαγαν, οι φλέβες μου όλες έσπαγαν και τότε κατάλαβα πως ήταν αργά πια.

Βρέθηκα ξαφνικά στη θάλασσα των παιδικών μου χρόνων. Ήταν κατάσπαρτη με κοχύλια και μικρές λευκές αχιβάδες. Μια αλκυόνη πέρασε σαν αστραπή από μπροστά μου. Το πρασινογάλαζο φτερό της άστραψε πάνω στη θάλασσα για μια στιγμή και χάθηκε. Καθόμουν κάτω απ’ τ’ αρμυρίκια. Τα έβλεπα να λικνίζονται στο ζέφυρο απαλά. Με νανούριζαν. Δεν ξέρω πόση ώρα κοιμήθηκα. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ξύπνησα απ’ ένα σιγανό βόμβο μες στο αυτί μου. Σαν κάποιος να με φώναζε από πολύ μακριά. Προσπάθησα να σηκωθώ. Μάζεψα όση δύναμη είχα. Αδύνατον. Δεν μπορούσα ούτε τα βλέφαρά μου ν’ ανοίξω. Όμως έβλεπα. Και διψούσα. Διψούσα φρικτά. Καιγόμουν. Ήμουν μόλις ένα μέτρο από τη θάλασσα, στην καρδιά του καλοκαιριού, κάτω απ’ ένα ήλιο χωρίς έλεος. Σκέφτηκα να φωνάξω. Ίσως να’ τανε κανείς εκεί κοντά. Άνοιξα το στόμα μου –ή νόμιζα πως το άνοιξα- και βγήκε ένα κρώξιμο πνιχτό, πεινασμένο. Προσπάθησα ξανά μαζεύοντας όλο τον αέρα στα σπλάχνα μου μα εκεί που ένιωσα τη φωνή μου να ξεπετάγεται σαν ένας υπόγειος πίδακας, όταν έφτασε στο λαιμό μου έσπασε ξαφνικά, γκρεμίστηκε μ’ όλο το βάρος της μες στα πνευμόνια μου. «Θεέ μου, να μπορούσα έστω κι ελάχιστα να κουνηθώ!» σκέφτηκα έντονα, λέγοντάς το μέσα μου αδιάκοπα σαν προσευχή. Για μια στιγμή πίστεψα πως θα μπορούσα να σηκωθώ, έτσι απλά με μια κίνηση να ξεκολλήσω από εκείνο το όνειρο που είχε γίνει εφιάλτης, να σηκωθώ από την άμμο που βυθιζόμουν ολοένα πιο βαθειά τόσο που πια δεν ένιωθα τη σάρκα, τη δική μου σάρκα…Στριφογύρισα τα κόκαλά μου παλεύοντας να τα χωρίσω από το χώμα, από εκείνο τον πόνο. «Έλεος, έλεος!» οι λέξεις πνίγηκαν μες στο λαρύγγι μου, οι σκέψεις μου βούλιαζαν σ’ ένα λήθαργο, λησμονούσα τι ήταν αυτό που ήθελα ή που έπρεπε να κάνω. Τίποτα. Απελπισία. Ούτε να φωνάξω μπορούσα κι ούτε που ήμουνα νεκρή. Είχα παγιδευτεί σ’ ένα μεταίχμιο. Όμως ζούσα πιο έντονα από κάθε άλλη φορά τις αισθήσεις μου. Έβλεπα –αν κι ήταν κλειστά τα βλέφαρά μου- τα στραφταλίσματα του ήλιου στη ράχη της θάλασσας, τις άξαφνες ριπές του αέρα, τις αστραπιαίες σκιάσεις των νερών από τα περαστικά σύννεφα. Μύριζα κιόλας
τ’ αμμόκρινα, εκείνη τη λεπτή ευωδία τους που πλανιόταν στην ακρογιαλιά κι ήταν λες κι η γεύση του θαλασσινού αέρα να έμπαινε στο πετσί μου. Όμως ήμουν καρφωμένη στη γη σαν πάνω στο σταυρό μου.

Κάποτε κατάφερα να στρέψω ελάχιστα το βλέμμα μου και το είδα. Ήταν ένα πουλί νεκρό, λευκό σαν κύμα, με τις φτερούγες του στραπατσαρισμένες. Είχε μια σταχτιά γραμμή στη ράχη και τα μάτια του λες και κοιτούσαν ακόμη κάτι με μια λύπη ανθρώπινη. Φλεγόμουν από την επιθυμία να σηκωθώ, να το αγγίξω, να το πάρω στα χέρια μου όπως παίρνει κανείς ένα νεκρό φίλο αγαπημένο κι έπειτα να τρέξω στην παραλία, να τρέξω με όση δύναμη είχα, φωνάζοντας: «Δεν είναι αλήθεια! Ζεί, ακόμη, ζεί!» Ήθελα να κλάψω, να κλάψω, όμως κανένα δάκρυ δεν κύλησε απ’ τα μάτια μου. Δεν είχα δάκρυα πια. Μόνο χαλίκια παντού στα μάτια, στα ρουθούνια, στο στόμα. Τότε έπαψα να βλέπω.

Ήμουν τυφλή! Όμως άκουγα. Ο παφλασμός των κυμάτων ερχότανε πάνω μου σαν το τραγούδι των Σειρήνων. Με σκέπαζε. Πόσα απραγματοποίητα όνειρα έφερνε εκείνη η γλυκιά, μεθυστική μουσική. Σαν ένα ερωτικό κάλεσμα πέρα από το χρόνο και τη φθορά. Κι ας μην υπήρχε απόκριση. Γιατί δεν ήμουν πια παρά μια μικρή πέτρα σ’ εκείνη την απέραντη παραλία. Ένιωθα όμως τον άνεμο. Με χάιδευε μ’ όλες τις ευωδιές του και τη δροσερή του αρμύρα. Δυνάμωνε την αίσθηση ότι υπήρχα, ότι ζούσα μέσα στην ακινησία της πέτρας.

Σουρούπωνε. Δεν έβλεπα τη δύση όμως είχα την παράξενη βεβαιότητα ότι κοιτούσα τον ήλιο. Βυθιζόταν κόκκινος στο κύμα. Μ’ ένα μυστηριώδη τρόπο ένιωθα ακόμη και το ασίγαστο πάθος των νερών. Τώρα θα έβγαιναν τα καβούρια στην αμμουδιά να βρούν τροφή. Σίγουρα κάποιοι νέοι θα ψάχνανε το ταίρι τους και κάποια πουλιά θα πέταγαν βιαστικά στο τελευταίο φως. Το χρυσό μονοπάτι του ήλιου ρόδιζε ήδη, γινόταν κόκκινο, αιμάτινο. Όπως η αγωνία μέσα μου. Γιατί δεν μπορούσα να είμαι εκείνη που ήμουν ούτε να γίνω κάτι άλλο. Ήμουν ήδη έξω από το σώμα μου. Όλο το αίμα μου είχε στραγγίξει μέσα σ’ ένα σκοτεινό τούνελ. Χωρίς διέξοδο.

Πόσο γλυκιά ακούστηκε πάλι εκείνη η μουσική των Σειρήνων. Μόνο που ερχόταν τώρα από πολύ μακριά. Η νύχτα έπεφτε πάνω μου με γιγάντια φτερά – γαλήνη κι ύπνος. Μια άλλη μοναξιά απλωνόταν μέσα μου. Για μια τελευταία φορά προσπάθησα να ξεκολλήσω από την πέτρα ώσπου ράγισα.

«Ξύπνα, ξύπνα, ξύπνα, πρέπει να ξυπνήσεις!»

Ο γιατρός ούρλιαζε μέσα στ’ αυτί της. Έκλαιγε σχεδόν. Οι συνάδελφοί του τον κοιτούσαν με απορία. Μερικοί κάποτε είχαν τέτοιες αντιδράσεις. Ταυτίζονταν με το πειραματόζωο. Ή νόμιζαν πως δεν είναι δυνατόν ν’ αποτύχουν. Όμως ήξεραν όλοι από την αρχή ότι αυτό το εγχείρημα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να πετύχει. Η γυναίκα ήταν μήνες κλινικά νεκρή. Το προγραμματισμένο για την περίσταση τσιπάκι μαζί με τα βλαστοκύτταρα που της πήραν και που τα ξαναφύτεψαν στον κατεστραμμένο της εγκέφαλο, ήταν απίθανο να κατάφερναν να τον επισκευάσουν σε ικανό βαθμό. Μια νεκρανάσταση δίχως άλλο! Αν και για λίγο αναθάρρησαν όταν την είδαν να σαλεύει.

Καλύτερα ωστόσο να χρησιμοποιούσαν ανθρωποειδές ρομπότ σ’ αυτό το πείραμα. Έτσι θα μπορούσαν να το επαναλάβουν αλλάζοντας το πρόγραμμα κάθε φορά, χωρίς να φοβούνται για επιπλοκές. Θα είχαν καλύτερο έλεγχο. Όμως ο γιατρός επέμενε να γίνει από την αρχή η εμφύτευση στον ίδιο το δότη. Ήταν υπερβολικά αισιόδοξος. Ή μπορεί ν’ απέκτησε κάποια συναισθηματική εμπλοκή μ’ αυτή τη γυναίκα. Πήγαινε κάθε μέρα να τη δει. Κρατούσε κάποιες φωτογραφίες και της μιλούσε. Μάλλον της περιέγραφε το περιεχόμενό τους. Ήταν σε κάποια παραλία, καλοκαίρι. Μπορεί να την γνώριζε κι από πριν.

Παρ’ όλη την αρνητική έκβαση του πειράματος ωστόσο, κι εκείνος κάτι κέρδισε από αυτό. Μια δημοσίευση σημαντική, ένα ακόμη θετικό βήμα στην καριέρα του. Γιατί λοιπόν τέτοια αντίδραση; Άλλωστε θα επαναλάμβαναν το πείραμα σε επόμενη ευκαιρία. Θα δημιουργούσαν ένα άλλο τσιπάκι, και θα χρησιμοποιούσαν κάποιον άλλο δότη.

Ίσως αν δούλευαν την επόμενη φορά συγχρόνως και με κάποια άλλα βλαστοκύτταρα. Ίσως…

_____________________________________________________________

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal]

*Η Εύα Μοδινού γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και εργάζεται ως αρχιτέκτων από το 1989. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίσθηκε το 2001 με την ποιητική συλλογή «Στιχομυθία». Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και μια ποιητική σύνθεση. Ποιήσή της έχει παρουσιαστεί σε ραδιοφωνικές εκπομπές. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά (ποίηση, κριτικά δοκίμια, διηγήματα, κλπ). Έργα: «Για Πάντα – Ποίηση σε επτά Πράξεις», Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2012. «Εκεί που Τελειώνει…» Δεύτερο Τετράδιο, Ιδεόγραμμα-Εριφύλη, Αθήνα 2005. «Εκεί που Τελειώνει…» Πρώτο Τετράδιο, Ιδεόγραμμα-Εριφύλη, Αθήνα 2005. «Το Κοίλο της Σιωπής», Ιδεόγραμμα-Εριφύλη, Αθήνα 2003. «Στιχομυθία», Ιδεόγραμμα-Εριφύλη, Αθήνα 2001.