Από τη Σύλβα Σαραφίδου, Ψυχολόγο

Η άνοια είναι μια πολύπλοκη νόσος που επηρεάζει το άτομο σε πολλά επίπεδα. Συχνά, για την αντιμετώπισή της χρειάζεται η εμπλοκή ψυχολόγου ή ψυχοθεραπευτή, των οποίων ο σκοπός είναι η εκτέλεση συνεδριών νοητικής ενδυνάμωσης (εξάσκησης του μυαλού με ασκήσεις) για την επιβράδυνση της προόδου της νόσου. Αυτού του τύπου οι συνεδρίες διαφέρουν αρκετά από τις τυπικές (λεκτικού τύπου) ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες, γεγονός που γεννά ερωτήματα: υπάρχει ψυχοθεραπεία στην άνοια? Υπάρχει θεραπευτική σχέση?

Η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία έχουν οριστεί ως ‘μέθοδοι που βασίζονται στην ακρόαση και την συζήτηση προκειμένου να αντιμετωπίσει κανείς ψυχολογικά και ψυχοσωματικά προβλήματα και αλλαγές συμπεριλαμβανομένου του βαθύ και παρατεταμένου ανθρώπινου πόνου, περιστασιακών διλλημάτων, κρίσεων και αναγκών εξέλιξης, καθώς και φιλοδοξίες που στοχεύουν στην συνειδητοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού’, ή ‘το να μάθει ένα άτομο να γίνεται πιο λογικό. Να αντιληφθεί δηλαδή το λανθασμένο τρόπο του σκέπτεσθαι, που ευθύνεται για τα αυτοκαταστροφικά συναισθήματα που το βασανίζουν, όσο και για την αναποτελεσματική του συμπεριφορά. Να μάθει επίσης να σκέπτεται, να συναισθάνεται και να ενεργεί με τρόπο πιο υγιή και ορθολογικό’.

Από τους ορισμούς γίνεται φανερό πως πολλά κριτήρια της ψυχοθεραπείας όπως την έχουμε συνηθίσει δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε θεραπεία ατόμων με άνοια. Αυτό συμβαίνει κυρίως εξαιτίας των συμπτωμάτων τους: Τα διαρκώς αυξανόμενα προβλήματα στην μνήμη δεν επιτρέπουν στο άτομο να διατηρήσει ροή σκέψης, τόσο για την διάρκεια της συνεδρίας, όσο και για την γενικότερη αντίληψή του. Το άτομο μπορεί να ξεχνά και τον ίδιο τον θεραπευτή, ο οποίος ίσως πρέπει να συστήνεται ξανά και ξανά. Επίσης το άτομο μπορεί να μην θυμάται: ότι έχει ζήτημα στην μνήμη (ή σε άλλους τομείς), το τι τον/την προβληματίζει σε γενικότερο επίπεδο, τα γεγονότα που του συμβαίνουν, τι έκανε πριν μία ώρα, κλπ. Αυτά εμποδίζουν την ‘ακρόαση και συζήτηση’, και το ‘να μάθει κανείς να σκέπτεται’ – εν συνόλω εμποδίζουν την θεραπευτική διαδικασία (ως μορφή συζήτησης και διαλόγου), και την δυνατότητα θεραπευτικής αλλαγής (ειδικά εφόσον τα συμπτώματα δεν μπορούν να βελτιωθούν). Τέλος, και ιδιαίτερα σημαντικό, είναι το κομμάτι της εχεμύθειας της ψυχοθεραπείας το οποίο αίρεται στην άνοια: συνήθως (αν όχι πάντα) το πλαίσιο, οι συγγενείς – φροντιστές επικοινωνούν με τον θεραπευτή, τον ενημερώνουν (άρα και η λήψη ιστορικού δεν γίνεται από το ίδιο το άτομο), και επίσης ζητούν και οι ίδιοι να ενημερώνονται για την κατάσταση του ατόμου, ενώ και το θεραπευτικό συμβόλαιο γίνεται κυρίως με τους φροντιστές. Αυτό συμβαίνει γιατί το άτομο, ειδικά όσο προχωρά η νόσος, παύει να είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και οι συγγενείς αποκτούν την ‘κηδεμονία’ του.

Από αυτά θα μπορούσε να καταλήξει κανείς στο ότι όχι μόνο δεν μπορεί να υπάρξει θεραπεία και θεραπευτική σχέση στην άνοια, μα και δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο. Βέβαια, εάν μπορέσουμε να δούμε την ‘άλλη πλευρά του νομίσματος’, μπορούσαμε δηλαδή να σκεφτούμε από την οπτική γωνία του ατόμου, θα γινόταν εύκολα κατανοητό πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Το άτομο δεν μπορεί να κάνει τυπική λεκτικού τύπου ψυχοθεραπεία, και όντως κάτι τέτοιο δεν θα είχε απόλυτο νόημα, όμως χρειάζεται στα σίγουρα κάποια από τα στοιχεία αυτής, όπως την θεραπευτική σχέση και την βασική δομή.

Το σχετίζεσθΑΙ που προσφέρει η θεραπευτική σχέση και η συμμαχία μπορεί να χρειάζεται στο άτομο, και μπορεί να το βοηθήσει.

Ας παρατηρήσουμε λίγο την οπτική του ατόμου. Αρχικά, ως (πιθανότατα) ηλικιωμένο, βιώνει τις συναισθηματικές ιδιαιτερότητες της ηλικίας: μπορεί να μην έχει ενδιαφέροντα, να βιώνει θλίψη εξαιτίας των χαμένων του λειτουργιών, μπορεί να έχει βιώσει απώλεια κοντινών προσώπων, μπορεί να επηρεάζεται συναισθηματικά από τυχών σωματικά προβλήματα και παθήσεις. Αυτά εντείνονται στα άτομα με άνοια. Επιπλέον, το άτομο μπορεί να είναι σε αρχικό στάδιο της νόσου, και να αντιλαμβάνεται ότι ‘κάτι δεν πάει καλά’, ή πως χάνει την μνήμη του σταδιακά, κάτι που σίγουρα επηρεάζει έντονα συναισθηματικά. Ταυτόχρονα, μπορεί να μην υπάρχει η δυνατότητα να κάνει τις δραστηριότητες που θέλει μόνο του, κάτι που επίσης επηρεάζει. Τέλος, όπως όλοι μας, μπορεί το άτομο απλά να έχει ανάγκη να ‘τον/ την ακούσουν’, να μιλήσει και να εκφράσει ότι τον/την προβληματίζει, και να δεχθεί συναισθηματική υποστήριξη, ακόμα και αν αυτό μπορεί να το έχει ξεχάσει λίγο αργότερα. Η ανάγκη για να μοιραστεί κανείς, για να πάρουν οι άλλοι στα σοβαρά τα λεγόμενά του, και να μπορέσουν να τον ακούσουν να εκφράζεται υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από την νόσο! Ακόμα και εάν κάποιος δεν μπορεί να μιλήσει, μπορεί να χρειάζεται να εκφράσει κάτι που αισθάνεται. Στο ψυχολογικό-συναισθηματικό κομμάτι λοιπόν, οι ανάγκες ενός ατόμου με άνοια είναι κοντινές στο πλαίσιο της θεραπείας. Ο θεραπευτής μπορεί είτε λεκτικά, είτε με ένα ευγενικό βλέμμα και ένα ήρεμο άγγιγμα στο χέρι να κάνει το άτομο να αισθανθεί καλύτερα, ακριβώς όπως στην κλασική ψυχοθεραπεία.

Ταυτόχρονα, από άποψη διαδικασίας, άτομο και θεραπευτής δημιουργούν μια συμμαχία που στοχεύει στο να διατηρήσει και να επιβραδύνει την κατάσταση του ατόμου. Έτσι μοιράζονται έναν κοινό σκοπό και ακολουθούν μια πορεία προς αυτόν (άμεσα ή έμμεσα). Βέβαια, στην άνοια η θεραπευτική αλλαγή είναι συνώνυμη με την θεραπευτική στασιμότητα: στόχος είναι το άτομο να μην χειροτερέψει – όσο πιο ‘δουλεμένος’ είναι όμως κανείς τόσο καλύτερα θα είναι. Συγκεκριμένα, στην αρχή το άτομο μπορεί να βιώνει συναισθηματική αστάθεια και οι φροντιστές του να μην ξέρουν πως να τον/την διαχειριστούν – κάτι τέτοιο μπορεί να αλλάξει στην πορεία, έτσι η αλλαγή στην καθημερινότητα μπορεί να επέλθει μέσω της σταθεροποίησης (κάτι που θα παρουσιάσει και καλύτερη εικόνα). Επίσης, με τον καιρό, το άτομο μπορεί να αρχίσει να ανοίγεται στον θεραπευτή με διάφορους τρόπους(να εκμυστηρεύεται, να εκφράζεται πιο άνετα). Παρότι η γνωστική απόδοση (και μια γενική συναισθηματική εικόνα) καλό είναι να δίνονται στους φροντιστές, το οτιδήποτε προσωπικό ειπωθεί στα πλαίσια της συνεδρίας πρέπει να μένει εμπιστευτικό ανάμεσα στον θεραπευτή και το άτομο.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε πως δεν υπάρχει τυπική θεραπεία στην άνοια, λόγω της φύσης των συμπτωμάτων και της έλλειψης μνήμης, και επειδή άλλοι είναι υπεύθυνοι για το άτομο, άρα δεν υπάρχει απόλυτη εχεμύθεια. Υπάρχει όμως η θεραπευτική σχέση, που και στην περίπτωση της άνοιας (όπως και σε όλες τις άλλες) αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο θεραπείας! Το άτομο έχει ανάγκη για έκφραση, για διάδραση, ενώ μοιράζεται έναν κοινό στόχο με τον θεραπευτή. Η θεραπευτική σχέση μπορεί να βελτιώσει την καθημερινότητα του ατόμου και του περιβάλλοντός του, ακόμα και αν το ίδιο το άτομο δεν το ανακαλεί καθ’ αυτά. Το άτομο ανεξάρτητα από την πάθηση, έχει την ανάγκη για το σχετίζεσθε, και ειδικά για το σχετίζεσθε που είναι κατάλληλο για αυτό (καθώς ο θεραπευτής θα αντιλαμβάνεται τις ιδιαιτερότητες της νόσου, και θα πράττει βάση των αναγκών που δημιουργούν αυτές).

Η νόσος μπορεί να αλλάξει την ζωή του ατόμου, δεν μπορεί να του στερήσει όμως την ανθρωπιά του, και τα πυρηνικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης του. Αυτό είναι κάτι που οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν πρέπει να ξεχνούν!

Βιβλιογραφία

Γαλανουδάκη-Ράπτη, Α., Κοσμίδου-Hardy, Χ., 1996. Συμβουλευτική. Θεωρεία και Πρακτική,Αθήνα, Εκδόσεις Ασημάκη

Braudy Harris, P., Keady, J., 2009. Selfhood in younger onset dementia: transitions and testimonies. Aging & Mental Health, 13 (3), 437-444

Feltham, C., Horton, I., 2000. Οδηγός Συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας, Αθήνα, Εκδόσεις Π. Ασημάκη

Gatz, M., Kasl- Godley, J., 2000. Psychosocial interventions for individuals with dementia: an integration of theory, therapy, and a clinical understanding of dementia, Clinical Psychology Review, 20 (6), 755-782.