Γράφει η Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου*

«Μα, γιατί δεν το είπαν στις ειδήσεις;» Ο Μπάμπης συνδαυλίζει τ’ αναμμένο τζάκι με τη μαύρη μασιά.

«Μπορεί να το ‘παν και να μην το πρόλαβες». Ο γιος του βυθίζεται στην πολυθρόνα, απλώνει τα πόδια του στο τραπεζάκι σαλονιού και πίνει μια γουλιά ουίσκι απ’ το ποτήρι του. Τα παγάκια κροταλίζουν καθώς χτυπάνε το ένα το άλλο κι όλα μαζί το ποτήρι.

«Μπα, τις είδα απ’ την αρχή». Ξύνει το κεφάλι του. «Αλλά, βέβαια, έτσι είναι, όλοι μια κλίκα, αστυνομία, τύπος, κυβέρνηση, ο ένας καλύπτει τον άλλον. Μια ακόμα ληστεία τράπεζας. Και τι έγινε;» Σηκώνει τους ώμους, βάζει το δάχτυλό του στον κρόταφο και σκύβει το κεφάλι με νόημα. «Ρεζιλεύει βλέπεις την αστυνομία, το σύστημα. Άχρηστοι!» Σηκώνεται, πάει προς το σύνθετο, ανοίγει το τελευταίο συρτάρι και τ’ ανασκαλεύει και με τα δυο του χέρια. Τα πόδια του γυμνά στο κρύο πλακάκι.

«Τι ψάχνεις;» του λέει ο γιος του. «Βάλε τις παντόφλες σου. Θα πουντιάσεις».

«Την αστυνομική μου ταυτότητα. Πού στο καλό την έβαλα;»

«Άσε, θα τη βρω εγώ μετά». Ρουφάει με θόρυβο απ’ το ποτήρι του.

«Μα, θα ξαναπάμε, τη χρειαζόμαστε».

«Από βδομάδα τώρα. Κάτσε κάτω».

«Να ‘την!» Ο Μπάμπης την κρατάει ψηλά και την κραδαίνει σαν κάρτα διαιτητή ποδοσφαίρου. Κάθεται απέναντι απ’ το τζάκι και την κοιτάζει. Η μελανή γραμμή-σφραγίδα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ χωρίζει το πρόσωπό του στα δύο. «Και γιατί θέλανε σώνει και καλά την αστυνομική ταυτότητα και δεν τους έκανε το άλλο, το…, πώς το λένε, αυτό που τους έδειξα;»

«Μπαμπά, δεν γίνονται τραπεζικές συναλλαγές χωρίς αυτήν. Σίγουρα όχι με το βιβλιάριο υγείας που τους έδειξες εσύ».

«Ναι, αυτό». Σηκώνει το χέρι του με την ταυτότητα στο χέρι να σκίζει τον αέρα. «Και γιατί όχι;» Χτυπάει ένα κούτσουρο με τη μασιά κι αυτό τσιτσιρίζει.

«Εγώ φταίω που δεν κοίταξα τι πήρες μέσα απ’ το συρτάρι κι έβαλες στην τσάντα σου». Ανασηκώνεται κι ακουμπάει το ποτήρι του στο τραπέζι. «Τέλος πάντων. Θα στο ξαναπώ. Γιατί δε θες να τη φέρνει εδώ τη σύνταξή σου ο ταχυδρόμος; Έτσι θα -»

«Εγώ τον είδα τον τύπο, αυτόν με τη μηχανή που περίμενε έξω απ’ την τράπεζα και μας παρακολουθούσε μέσα απ’ τη τζαμαρία». Τα μάτια του Μπάμπη στενεύουν, τρεμοπαίζουν, ισχνές ασπίδες ενάντια στις σπίθες που εκτοξεύονται απ’ τα κούτσουρα. «Τον είδα όταν έβαλε αυτή τη χαζή μάσκα του… πώς τον λένε μωρέ… αυτουνού με τα μουστάκια περικοκλάδες;»

«Του Νταλί. Ναι, μου το ‘πες». Αναστενάζει.

«Ναι, και στο ‘πα αμέσως, θυμάσαι; Τούτος εδώ είναι ληστής, αλλά δεν με πίστεψες. Και το ‘πα και στη διευθύντρια, αλλά κι αυτή στον κόσμο της, ούτε που σήκωσε το κεφάλι της να με κοιτάξει. Κι ο σεκιουριτάς το ίδιο. Αν μ’ ακούγατε, θα το ‘χαμε προλάβει το κακό».

 «Δεν πάθαμε κανένα κακό, μπαμπά».

«Ναι, γιατί ευτυχώς του ‘δωσε γρήγορα τα χρήματα αυτή η γκριζομάλλα η ταμίας με το μεγάλο κεφάλι, κι έφυγε πριν… Πόσα ν’ άρπαξε το βρωμόπαιδο;»

«Μη σκας. Ότι έγινε έγινε».

«Δεν είν’ έτσι, δεν είν’ έτσι. Αν το ‘πιανα στα χέρια μου το κωλόπαιδο. Με κοψοχόλιασε. Μ’ ένα πιστόλι, να! Είπα, ως εδώ ήταν Μπάμπη, τα ‘φαγες τα ψωμιά σου, ως εδώ. Και το χειρότερο θα ‘τανε αν πάθαινες κάτι εσύ παιδί μου … Τότε… » Βουρκώνει, η φωνή του ραγίζει.

«Δεν έγινε τίποτα απ’ όλα αυτά όμως. Τέλος καλό, όλα καλά».

«Κι αυτή η γκριζομάλλα, η στρογγυλοκέφαλη ταμίας… ήταν ανάγκη να πέσω σ’ αυτή; Πώς το ‘πε να δεις… ανάληψη ή κατάθεση κύριε; Ανάληψη, κοπέλα μου, τι άλλο; Ποιος κάνει κατάθεση στις μέρες μας;» Του ξεφεύγει ένα γελάκι σα φτάρνισμα. «Και κοίταζε αυτό το … πώς το ‘παμε;»

«Το βιβλιάριο καταθέσεων».

«Ναι, γεια σου. Και με κάρφωνε σα χαζή, μια στα μάτια, μια στα χέρια, και περίμενε, περίμενε. Τι περίμενε, μου λες;»

«Την αστυνομική σου ταυτότητα και το παραδάκι. Της είπες κατάθεση, μπαμπά».

Τον κοιτάζει σα χαμένος. «Ναι;» Χτυπάει με τη γροθιά του το γόνατό του. «Μωρέ ήθελε ένα ξύλο αυτή. Αγενέστατη και θεόμουγκη. Με κοίταζε σαν κουκουβάγια στο σκοτάδι, μ’ αυτό το τεράστιο κεφάλι και τη γυριστή μύτη, έτοιμη να με ρουφήξει σα σαλιγκάρι αν τυχόν έλεγα τη λάθος λέξη. Μωρέ, έπρεπε να την ξυλοφορτώσει ο ληστής, να μάθει. Αυτός δεν έλεγε τις λάθος λέξεις, ε; Αλλά, σ’ αυτόν, κότα, μόνο υποκλίσεις που δεν του ‘κανε».

«’Ελα, ξέχνα τα αυτά τώρα». Σηκώνεται και του δίνει το ποτήρι του με το ουίσκι απ’ το τραπέζι. «Πιες το ποτάκι σου. Λιώνουν τα παγάκια». Σκύβει και του φοράει τις παντόφλες. Κάθεται πάλι στην πολυθρόνα, και γέρνει προς το μέρος του. «Γι’ αυτό σου λέω. Αν δεν θες να ξαναπεράσουμε κάτι τέτοιο, να στη φέρνουν εδώ τη σύνταξη».

Ο Μπάμπης πίνει μια γουλιά και κοιτάει την ταυτότητά του. Πρώτη φορά παρατηρεί ότι το μισό του πρόσωπο, έτσι όπως το χωρίζει η μελανή σφραγίδα, διαφέρει απ’ το άλλο του μισό. Πραγματικά. Ούτε δυο διαφορετικοί άνθρωποι να ‘τανε. Ο ένας με σηκωμένο το φρύδι κι άγριο βλέμμα, γκρινιάρης και κατσούφης κι ο άλλος, ήρεμος, γαλήνιος, σαν να περιμένει καρτερικά στη στάση λεωφορείου. Προτιμάει αυτή τη δεύτερη πλευρά, αλλά δεν μπορεί να κάνει και τίποτα, πώς ν’ αλλάξει κανείς μια ταυτότητα; Αυτή είναι. Γυρνάει και κοιτάζει το γιο του. «Ναι, κάνε ότι νομίζεις. Ίσως και να ‘ναι καλύτερα έτσι». Τώρα που το σκέφτεται, ο ληστής ακουγότανε πολύ σαν τον Παπαγιανόπουλο ή να ‘ταν ο Σταυρίδης, δε θυμάται, και το πιστόλι του σαν αυτό το πλαστικό του γιου του όταν ήταν μικρός, τι παράξενο.

Πίνει άλλη μια γουλιά και μέσα απ’ τον πάτο του ποτού του η ταυτότητα φαίνεται κίτρινη κάρτα διαιτητή, ή μήπως κόκκινη; Μπα, τι κίτρινη, τι κόκκινη, τι σημασία έχει; Μια απλή ταυτότητα είναι, όπως τόσες και τόσες. Αρκεί που τη βρήκε και πάλι. Δεν έγινε και τίποτα. Τέλος καλό, όλα καλά, όπως λέει κι ο γιος του.

________________________________________________________________________

*Η  Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα ήσυχο, ορεινό χωριό του Ξηρομέρου και τώρα ζει στην Αθήνα με το σύζυγό και τα δυο της παιδιά. Κατέχει πτυχίο στην Λογοτεχνία [BA (Hons) Literature] και μεταπτυχιακό στην Διημιουργική γραφή [MA in Creative Writing] απ’ το Lancaster University. Οι ιστορίες της έχουν δημοσιευτεί σε online και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά σε Ελλάδα και εξωτερικό.