Γράφει η Άντζελα Λάλα*

Πέντε η ώρα. Σε λίγο θ’ ακούσω βήματα στην πόρτα και τα κλειδιά του. Για λίγο το ψέμα θα σκορπίσει τη μυρωδιά του παντού κι εμένα θα με θολώσει, μέχρι να πιστέψω πως ζω σε μια πραγματικότητα πασπαλισμένη από ροδοπέταλα. Θα προλάβω έστω να δροσιστώ από μια στάλα χαράς, λίγο πριν έρθει το φως και φωτίσει  ό,τι άσχημο και αποκρουστικό φοβάμαι ν’ αντικρύσω.

Απέναντι μου, το πορτρέτο ενός άντρα. Παρόλο που όταν το κοιτάζω, εύχομαι να ήμουν τυφλή για να μην μπορώ να νιώθω ‘κεινο τον πόνο των ματιών, την απογοήτευση και την πικρία που μπορεί να σου φέρει μόνο μια εικόνα, πιστέυω πως αυτό είναι το πιο πετυχημένο απ’ όλα τα έργα μου. Πρόσωπο αποκρουστικό, με μάτια γεμάτα ένταση, οργισμένα μάτια. Αν τα μάτια αυτά είναι σκοτεινός ουρανός, τότε η οργή εντός τους μοιάζει με αστραπή. Έχει το βλέμμα ενός ανθρώπου που χάνει τα πάντα, με το χαμόγελο όμως πάντοτε κολλημένο στο πρόσωπο. Και δε πρέπει να έχω ξαναδεί πιο ειρωνικό χαμόγελο.

Η όψη και μόνο αυτού του άντρα σε τρομάζει. Βέβαια αν χαμογελούσε αληθινά κι αν χαμογελούσαν και τα μάτια του τότε, θα μπορούσες να τον πεις όμορφο.

Αν είχε αυτιά κι όχι δυο μεγάλες πληγές στο κεφάλι του, αν τα μαλλιά του δεν είχαν κάποια τάση αραίωσης, τότε θα μπορούσες να τον πεις γοητευτικό.

Τώρα όμως είναι αποκρουστικός. Το πιο αποκρουστικό απ’ όλα τα πορτρέτα μου.

Αλλά δεν μπορώ ν’ αγνοήσω ότι αυτά τα μάτια και αυτό το χαμόγελο, κάτι μου θυμίζουν…

Είχα σκεφτεί να προσπαθήσω να το πουλήσω κι εκείνο όπως και τ’ άλλα, μα κανείς δεν αγοράζει πια. Πολλοί θεωρούν ότι τα πρόσωπα παραείναι άσχημα και παραμορφωμένα για να τους μοιάζουν. Πολλοί μου μιλάνε χυδαία νομίζοντας πως τους προσβάλλω. Πολλοί μου λένε πως δεν θα έδιναν ούτε δεκάρα για να έχουν κάποιο πορτρέτο.

Κι εγώ χαμογελάω σε όλους τους. Και στο δωμάτιο μου τα πρόσωπα τους στολίζουν τους τοίχους, τα κοιτάζω πάντοτε με ύφος ειρωνικό και σκέφτομαι πόσο επιτυχημένη ζωγράφος είμαι. Γιατί κανείς δεν μπορούσε να εκτιμήσει την αξία τους, ούτε να νιώσει μέσα από κάθε ζευγάρι μάτια τον απερίγραπτο πόνο που αντανακλούσαν, ούτε να καταλάβει πως κάθε δημιούργημα μου ήταν στην πραγματικότητα ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Κι επειδή λοιπόν κανείς δεν μπορούσε να τα καταλάβει, εγώ θεωρούσα πως ήταν όλα τους πολύ επιτυχημένα. Μάλιστα σκεφτόμουν οτι αφού δεν μπορούσαν να τα αποκωδικοποιήσουν, τότε δεν μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν ούτε κι εμένα.

Μόλις την προηγούμενη μέρα στεκόμουν μπροστά από ένα πάγκο, με τις ώρες για να πουλήσω έστω ένα πορτρέτο, ή να σκιτσάρω κάποιον. Τον ‘άντρα με τα κομμένα αυτιά’, όπως ονόμασα το έργο, τον είχα τοποθετήσει σε θέση περιωπής. Κάτω από το φως του ήλιου η λάμψη στα μάτια του θερίευε και πάλι ευχόμουν να μη μου θύμιζε τίποτα, να μη πονούσαν έτσι τα δικά μου μάτια. Η πικρία μέσα μου, γινόταν πότε ένα βεβιασμένο γέλιο, πότε ένα βλέμμα νεκρό, πότε ένας κόσμος χωρίς χρώματα.

Πόσο ν’ αντέξεις τόση κενότητα, και πόση ενέργεια και χρόνο να χάσεις για να βρεις την ουσία;

Τι λέω… δεν ξέρω καν αν υπάρχει η ουσία και που.

Κάποια στιγμή όμως τον είδα. Όχι πως δεν τον είχα παρατηρήσει και τις άλλες φορές να κάνει βόλτες στην αγορά, μα εκείνη ήταν η μόνη φορά που στάθηκε με ενδιαφέρον, για να παρατηρήσει καλύτερα τα έργα μου.

Άντρας με κανονικά αυτιά, κανονικά μάτια και κανονικό χαμόγελο. Ένας κανονικός και όμορφος άνθρωπος, που μάλλον ενδιαφερόταν για την τέχνη. Ίσως να ‘βρισκε πολύ ποιητικά τα κομμένα αυτιά, ίσως να τον συγκλόνιζε η ένταση στο βλέμμα. Κι εγώ πρώτη φορά ένιωσα την ανάγκη να χαρίσω σε κάποιον κάτι δικό μου, χωρίς να ξέρω ακριβώς γιατί.

Μπορεί όμως να του άρεσαν τα ανεξήγητα, να ήταν μια ύπαρξη ποιητική κι ενδιαφέρουσα, ένα αίνιγμα που η λύση του όχι απλώς δεν ήταν απαραίτητη, αλλά δεν έπρεπε και να βρεθεί, για να μένει πάντα ένα ερωτηματικό. Μπορεί αυτός ο άνθρωπος να είχε μια σιωπή σε κάθε ερώτηση, να ήταν ο ίδιος η σιωπή σ’ όλες τις ερωτήσεις.

-Σας αρέσει;, βρήκα επιτέλους το θάρρος να πω κάτι.

-Μου προκαλεί αποστροφή…είναι πραγματικά πολύ άσχημο αυτό το πρόσωπο.

Νιώθω το στόμα να στεγνώνει. Είναι η πρώτη φορά που η αμφιβολία γεννιέται μέσα μου και μεγαλώνει με απότομους ρυθμούς, έτοιμη να γίνει άλλο ένα ζωτικό μου όργανο. Μήπως…

-Και κοστίζει τόσο; Απίστευτο! Αλλά και να μου το χάριζες βέβαια, εγώ δεν θα το έπαιρνα. Τόσα λεφτά δεν αξίζει, να το ξέρεις., έτσι μου λέει και την επόμενη στιγμή βρίσκεται μπροστά από έναν άλλον πάγκο.

Ήταν η πρώτη φορά που έχασα εντελώς την πίστη μου σε μένα. Η πρώτη φορά που αμφέβαλλα για αυτό που είμαι και γι’ αυτό που αγαπώ. Ένιωσα δηλαδή, πως δεν ήμουν ικανή ν’ αγγίξω την καρδιά κανενός άνθρωπου και πως η τέχνη μου δεν ήταν τίποτε άλλο πέρα από ένα απλό χάσιμο χρόνου, μια ακόμη ματαιότητα.

Κάθε φορά που θυμάμαι τα λόγια του, η γροθιά στο στομάχι γίνεται όλο και πιο δυνατή. Ήταν ο άνθρωπος από τον οποίο περίμενα την αναγνώριση, περίμενα να με καταλάβει, να μ’ εκτιμήσει. Ίσως και… α, όχι. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί τα πράγματα που είναι τόσο εύκολα στη θεωρία, γίνονται τόσο δύσκολα στην πράξη. Η καρδιά μου, δεν ξέρει να τα ξεχωρίζει αυτά τα δύο, τα βλέπει όλα εύκολα.

Και γιατί; Γιατί με τη λογική, αυτόν τον κόμπο στο λαιμό, αυτό το μόνιμο εμπόδιο, κανείς δεν νιώθει.

Κοντεύει πεντέμιση. Και τώρα το ξέρω, τώρα είμαι σίγουρη πως εκείνος θα ‘ρθει! Τέτοια ώρα, τέτοια μέρα ακούγονται πάντα βαριά τα βήματα του στις σκάλες και ξαφνικά ο ήχος από τα κλειδιά του, αυτός ο τόσο συνηθισμένος ήχος, γίνεται το πιο ωραίο άκουσμα της ζωής μου. Τον περιμένω μ’ ένα μπουκάλι κρασί, γιατί κάπως πρέπει να τη γιορτάσουμε αυτή τη μέρα. Θέλω να του δώσω το πορτρέτο του, το πορτρέτο του άντρα με τα κομμένα αυτιά. Μόνο και μόνο για να τον ακούσω να μου λέει πάλι πόσο περήφανος είναι για μένα και πόσο πολύ μ’ αγαπάει, γιατί στην πραγματικότητα αυτή ήταν η μόνη ανταμοιβή που ζητούσα για κάθε ‘καλή’ πράξη που έκανα.

Πάντα το ήξερα πως κάνενας άντρας, ποτέ, δεν θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει. Εκείνος ήταν ο πρώτος άντρας στην καρδιά μου. Και τώρα τον περίμενα.

Ναι. Δύο λεπτά αργότερα, ακριβώς στις πεντέμιση η κάτω πόρτα ανοίγει. Μα τι γίνεται; Ακούω το κλάμα ενός μωρού, η ένταση του όσο πάει και δυναμώνει και δυναμώνει. Κρατάει ένα μωρό; Θα το φέρει μέσα στο σπίτι; Τα βήματα του μου ακούγονται όλο και πιο βιαστικά, σαν να βιάζεται να τελειώσει ότι είναι να κάνει, πριν ξημερώσει. Πριν χαθεί το σκοτάδι, πριν προλάβει να τον δει το φως. Πριν χαθεί κι εκείνος, πέρα μακριά, σαν ένα μυστήριο, νυχτόβιο πλάσμα.

Τρέχω να του ανοίξω την πόρτα, ασυγκράτητη πάλι. Το μόνο που θέλω είναι να τον αγκαλιάσω, αλλά αυτό το κλάμα του μωρού, νιώθω πως με κάνει να μην ανασαίνω. Προσπαθώ ν’ ανοίξω και καταλαβαίνω πως είναι κλειδωμένα. Ευτυχώς έχω πάντα στην τσέπη μου το κλειδί.

Ξεκλειδώνω λοιπόν, έτοιμη να πω τη μαγική λέξη που περίμενα τόσο καιρό να ξαναπώ. Την λέξη που ούτε μια φορά δεν σκέφτηκα να την πω σε άλλον άντρα, ούτε καν δοκίμασα να την αρθρώσω, περιμένοντας τόσα χρόνια στη σιωπή.

Όμως δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω. Ούτε άντρας, ούτε μωρό. Μονάχα ίσως η απογοήτευση, που ήταν έτοιμη να μου χτυπήσει την πόρτα. Κάποτε μπορεί να δάκρυζα, μα τώρα πια δεν βρίσκω τη δύναμη να το κάνω ξανά, δεν έχω άλλη δύναμη να ξεσπάσω όταν έχω ήδη ξεσπάσει χιλιάδες φορές.

Δεν υπάρχει κανείς, ούτε εκεί έξω, ούτε εδώ μέσα. Ούτε άντρας, ούτε μωρό. Μονάχα εγώ υπάρχω. Και –να!- εγώ κρατάω το κλειδί στο χέρι μου, εγώ το σφίγγω έτσι…

___________________________________________________________________

*Η Άντζελα Λάλα είναι τελειόφοιτη Λυκείου. Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Έχει γράψει, ποιήματα, διηγήματα και ένα μυθιστόρημα. Συμμετέχει σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Πρόσφατα τιμήθηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης που διοργανώνει κάθε χρόνο η εθελοντική οργάνωση «Ποίηση και Αλληλεγγύη», με το δεύτερο βραβείο για το ποίημα της με τίτλο «Το μοναδικό μου όνειρο». Επίσης πρόσφατα τιμήθηκε με το δεύτερο βραβείο για το ποίημα της  με τίτλο «Τέρμα η ησυχία» από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων Ελλάδος. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια στιχουργικής, από τον στιχουργό Οδυσσέα Ιωάννου. Διηγήματα της έχουν δημοσιευτεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό Pencil, στην ιστοσελίδα 121 words.gr και στην ιστοσελίδα Wattpad.