Συνέντευξη στη Δήμητρα Διδαγγέλου,  Ψυχολόγο – Επιστημονικό Δημοσιογράφο, MSc Ψυχολογία & Μ.Μ.Ε.

 

“Είσαι ό,τι τρως”, “ο έρωτας περνάει από το στομάχι” είναι κάποιες από τις σοφές λαϊκές ρήσεις σχετικά με τη διατροφή και τα συναισθήματα που επιβεβαιώνονται μέσα από το βιβλίο “Διατροφή και συναισθήματα” του Γιάννη Διαμαντόγλου, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αρμός. Ο διατροφολόγος και συγγραφέας του βιβλίου παραχώρησε συνέντευξη στα Ψυχο-γραφήματα εξηγώντας το πώς αυτό που νιώθουμε επηρεάζει τη διατροφή μας  και το αντίστροφο.

Μιλήστε μας λίγο για το βιβλίο σας Διατροφή και Συναισθήματα. Ποια ήταν η αφορμή για να το γράψετε και τι θα θέλατε να έχει αποκομίσει ο αναγνώστης κλείνοντάς το;

Νομίζω πρώτη αφορμή στάθηκε η γνωριμία με τη διατροφική ψυχιατρική, δηλαδή την προσπάθεια μελέτης διατροφικών προτύπων ως μια επιπλέον θεραπευτική λύση σε ψυχικές νόσους. Μου φάνηκαν απολύτως λογικά τα αποτελέσματα μελετών, που έδειχναν ότι η διατροφή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε ασθένειες όπως η σχιζοφρένεια και η κατάθλιψη. Από εκεί και πέρα, παρατηρούσα ότι η πλειοψηφία  των βιβλίων που προσπαθούσαν να ασχοληθούν με το θέμα, συνήθως περιοριζόντουσαν σε κλινικές περιπτώσεις τυπικών διατροφικών διαταραχών όπως η υπερφαγία. Η πάγια τακτική είναι να  μεροληπτούμε διερευνώντας είτε το ψυχολογικό κομμάτι ή το διατροφικό εις βάρος του άλλου. Αναζητούσα  συνεπώς μια  επί ίσοις όροις καταγραφή των συναισθημάτων σε συνάρτηση με τη διατροφή. Η σχέση αυτή μεταξύ τροφής και συναισθημάτων είναι πανάρχαια∙ αποτελώντας ως επί το πλείστον εξελικτικές στρατηγικές επιβίωσης και αναπαραγωγής του ανθρώπου.

Στόχος μου είναι το βιβλίο να μπορεί να διαβαστεί από όλο το φάσμα των αναγνωστών. Για τον λόγο αυτό οι ενότητες είναι μικρές σε έκταση, ενώ μπορούν να διαβαστούν είτε αυτόνομα είτε διαδοχικά, σύμφωνα με τη βούληση του εκάστοτε αναγνώστη.  Αυτό που θα  ήθελα να αποκομίσει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, είναι αρχικά πολλές χρήσιμες πληροφορίες για τη διασύνδεση διατροφής και συναισθημάτων. Έπειτα για όσους θέλουν να εμβαθύνουν, δίνεται η δυνατότητα απόκτησης αποκαλυπτικών γνώσεων, για αυτό και εμμένω σε κάποια σημεία να είμαι αρκετά αναλυτικός. Ενώ τέλος, ο κοινός παρονομαστής ανεξαρτήτως του επιπέδου εμβάθυνσης που θα φτάσει ο καθένας, είναι η απόκτηση  μιας σημαντικότατης δεξιότητας. Ιδανικά ο αναγνώστης θα πρέπει να ευαισθητοποιηθεί στην ικανότητα παρατήρησης και σύνδεσης των τροφών με τα συναισθηματικά αποτυπώματα. Δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κάποιος ότι η συχνή χρήση ζάχαρης μπορεί να του δημιουργεί μελαγχολία, ή ότι οι πολλές ώρες νηστείας ενδέχεται να προκαλούν εκνευρισμό.  Μιλάμε δηλαδή ίσως για μια μορφή ενσυνειδητότητας (mindfulness).

Πώς τα συναισθήματα επηρεάζουν τη διατροφή μας και πώς η διατροφή επηρεάζει αυτό που νιώθουμε;

Τα συναισθήματα όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, προέρχονται από την ανάγκη των ανθρώπων για αναπαραγωγή και διαιώνιση του είδους. Φοβόμαστε γιατί πρέπει με κάποιο μηχανισμό να επιβιώσουμε όταν υπάρχει ανάγκη μάχης η φυγής (fight or flight). Όταν ενεργοποιείται ένας τέτοιου τύπου συναισθηματικός μηχανισμός, το τελευταίο πράγμα που μας ενδιαφέρει είναι το να φάμε, με αποτέλεσμα λοιπόν ο φόβος να καταστέλλει συνήθως την όρεξη για φαγητό. Με αυτό τον τρόπο, ένα συναίσθημα καθορίζει μια συγκεκριμένου τύπου διατροφική συμπεριφορά. Αντιστρόφως, ένας άνθρωπος με ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες και την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ζάχαρης, σε βάθος χρόνου οδηγείται στην κατάθλιψη, μέσω ενός πολύπλοκου βιοχημικού μηχανισμού. Υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα μέσα στο βιβλίο που αποδεικνύουν αυτές τις συσχετίσεις. Ας αναλογιστούμε καθαρά βιωματικά την ηδονή που αποκομίζουμε μυρίζοντας ψητό κρέας στα κάρβουνα, δηλαδή πριν  καν ακόμα καταναλώσουμε τροφή και θα κατανοήσουμε πολλά περισσότερα.

Τι είναι το συναισθηματικό φαγητό;

Το συναισθηματικό φαγητό είναι ή τάση που επιδεικνύουμε προς αυξημένη κατανάλωση φαγητού σε απάντηση αρνητικών ή και θετικών συμβάντων/συναισθημάτων. Για παράδειγμα, το παρατεταμένο συναίσθημα θλίψης, είναι πολύ πιθανό να μας στρέφει για παρηγοριά σε κατανάλωση  παραπάνω τροφής αναλογικά με την ηλικία, φύλο και ύψος που έχουμε. Τα φαγητά που επιζητούμε  είναι εύκολα στην παρασκευή τους, με πολλές θερμίδες και υδατάνθρακες, ενώ ονομάζονται comfort food, δηλαδή παρηγορητικά ή ανακουφιστικά φαγητά. Πρόκειται για το παιδικό μας καταφύγιο που ανακαλούμε μέσα στην καθημερινότητα, όταν οι συνθήκες είναι δύσκολες και απαιτητικές. Ο εγκέφαλος μας, παρέχει ένα ατελείωτο μίγμα παρελθοντικών γεύσεων, οσμών και φαγητών που μέσω αυτών αναζητούμε την συναισθηματική ανακούφιση.

Το άγχος με ποιον τρόπο επηρεάζει τη διατροφική συμπεριφορά;

Αρχικά να διευκρινίσουμε ότι αναφερόμαστε στο χρόνιο άγχος και όχι στο στιγμιαίο άγχος πχ μιας σημαντικής παρουσίασης ή ενός ραντεβού. Το χρόνιο άγχος, φέρει αυτή την άβολη αίσθηση της σιγοκαίουσας θράκας που συνεχώς μας φθείρει και αποδιοργανώνει. Ο τρόπος με τον οποίο μας επηρεάζει διατροφικά, έχει να κάνει ακριβώς με την δημιουργία του κατάλληλου εδάφους για ενεργοποίηση του συναισθηματικού φαγητού, κάτι που έχει φανεί σε πολλές μελέτες. Συνεπώς ένας αγχώδης άνθρωπος, είναι πολύ πιθανό να στραφεί αρκετά πιο εύκολα στο γρήγορο και ανθυγιεινό φαγητό, με συνέπεια την παχυσαρκία και τα συνωδά νοσήματα. Υπάρχουν επιπλέον και άλλοι έμμεσοι τρόποι προώθησης της παχυσαρκίας και του διαβήτη σε αγχώδης προσωπικότητες, που άπτονται εξειδικευμένων βιοχημικών παραγόντων.

Με ποιες συναισθηματικές καταστάσεις συνδέονται οι διατροφικές διαταραχές;

Οι διατροφικές διαταραχές αναγνωρίζονται επισήμως πλέον ως ψυχιατρικές διαταραχές και αφορούν την υπερφαγία τη νευρική ανορεξία και τη βουλιμία. Πολύ συχνά σε ανθρώπους με διατροφικές διαταραχές συνυπάρχουν και άλλα προβλήματα όπως η κατάθλιψη, οπότε θα πρέπει να υπάρχει μια πολύ εξειδικευμένη προσέγγιση. Προφανώς η συστηματικά διαταραγμένη σχέση με το φαγητό, ενδέχεται να ωθήσει σε διατροφικές διαταραχές. Για παράδειγμα, μια έφηβη με λάθος διατροφικά πρότυπα και στρεβλή εικόνα σώματος, δεν είναι πολύ δύσκολο να στραφεί στη βουλιμία ως μια πρόχειρη «λύση» του προβλήματος της. Θα πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή κυρίως στην παιδική ηλικία και στο τι πρότυπα επιδεικνύουμε. Η τηλεόραση, τα μέσα δικτύωσης, το σχολείο αλλά κυρίως η οικογένεια έχουν κυρίαρχο ρόλο στην δημιουργία υγιών προτύπων για την μετέπειτα ζωή του ατόμου.

Γιατί μας αρέσει η ζάχαρη;

Η ζάχαρη μας αρέσει, γιατί είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι να μας αρέσει. Ας το δούμε ως μια βιολογική επιταγή που ψάχνει μονίμως γλυκιά εξαργύρωση. Σκεφτείτε τον έρμο homo sapiens ο οποίος για δεκάδες χιλιάδες χρόνια δίχως τροφές από καλλιέργειες, αναζητούσε διαρκώς ενέργεια στη φύση. Από την άποψη της φυσιολογίας μας η ζάχαρη είναι ισοδύναμη με ενέργεια. Χωρίς ενέργεια δεν μπορεί να υπάρξει άνθρωπος, οπότε το σώμα μας  έστησε ένα  έξυπνο κάτεργο, με κορωνίδα το ηδονικό συναίσθημα που αποκομίζει από την κατανάλωση ζάχαρης. Η απόλαυση της ζάχαρης, αποτελεί μια πονηριά της φύσης για να διασφαλίσει την επιβίωση μας. Απλά πριν 100.000 χρόνια την αναζητούσαμε σε γλυκούς καρπούς και κυρίως επικίνδυνες κυψέλες με μέλι. Στις μέρες μας, δεν υπάρχει  η πρόβλεψη της φύσης για το διαθέσιμο βιομηχανοποιημένο  φαγητό, συνεπώς ούτε ο εγκέφαλος μας, αλλά ούτε και το σώμα μας μπορεί να ανταποκριθεί στην αφθονία. Η μάλλον ανταποκρίνονται μέσω της παχυσαρκίας και των διαταραχών.

Περνά ο έρωτας από το στομάχι;

Σαφώς και περνάει και για να είμαστε απόλυτα ακριβής, περνάει αρχικά ο έρωτας και κατόπιν η αγάπη και συντροφικότητα. Ωστόσο το ζητούμενο του έρωτα από άποψη φυσιολογίας είναι η αναπαραγωγή, οπότε συνήθως δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για πολύ φαγητό. Έτσι παρατηρούμε ότι οι ερωτευμένοι κατά τα πρώτα στάδια του έρωτα , τηρούν μια παράδοση να τρώνε ποιοτικά αλλά λίγο, με αποτέλεσμα την απώλεια βάρους. Στον αντίποδα, όταν σταθεροποιηθεί η σχέση, ο στόχος  του ζευγαριού είναι η σταθερότητα και η μη διεκδίκηση διαφορετικών συντρόφων. Σε αυτό το στάδιο παρατηρούμε μεγάλες ποσότητες «κακού» φαγητού ως ένδειξη προσφοράς, ικανοποίησης και βέβαια ένα μικρό υποσυνείδητο δόλο, ώστε μέσω της παχυσαρκίας να μην είναι οι σχετιζόμενοι ελκυστικοί προς τρίτους.

Η περίοδος της πανδημίας που διανύουμε, έχει αλλάξει τις διατροφικές συνήθειες;

Δυστυχώς τα πρώτα δεδομένα δεν είναι ενθαρρυντικά. Παρόλο που ο κόσμος είχε την δυνατότητα να παρασκευάσει σπιτικό φαγητό, να κάτσει να φάει ως οικογένεια και να δημιουργήσει μια ισορροπημένη διατροφική ρουτίνα, εντούτοις το άγχος και η αβεβαιότητα έστρεψαν τους περισσότερους προς το εύκολο φαγητό και την υπερφαγία. Αυτό αποτελεί το αρνητικό πρόσημο της παρατεταμένης καραντίνας και αφορά κυρίως τα παιδιά, στα όποια φάνηκε μια σημαντική αύξηση της παχυσαρκίας της  τάξης του 25%. Προβλήματα όπως ανεργία, ενδοοικογενειακή βία, απώλεια εισοδήματος έφεραν στην επιφάνεια αυτό που επικαλούμαι διεξοδικά στο βιβλίο μου, ότι τα συναισθήματα και η διατροφή είναι εναγκαλισμένες λειτουργίες από τον κατασκευαστή μας, ή αλλιώς   δύο όψεις του ίδιου εγκεφαλικού νομίσματος.

 

Λίγα λόγια για τον Γιάννη Διαμαντόγλου

Ο Γιάννης Διαμαντόγλου γεννήθηκε στον Πειραιά και είναι πτυχιούχος του Τμήματος Χημείας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών ενώ τα αμέσως επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών με τίτλο Εφαρμοσμένη Διαιτολογία και Διατροφή με εξειδίκευση στις αλληλεπιδράσεις της διατροφής σε μοριακό επίπεδο. Κατέχει επίσης μεταπτυχιακό τίτλο από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο στη Διαχείριση Αποβλήτων. Έχει δημιουργήσει το blog θεμάτων διατροφής με τον τίτλο diatrofoskopio, ενώ ανά διαστήματα αρθρογραφεί ως συνεργάτης για διατροφολογικά θέματα σε διάφορα περιοδικά.